Εμμανουέλα Αγγουράκη, Η μαριονέτα

Ολική ή ημιτελής η επαναφορά
για μια φορά έρχομαι ντυμένη στα άσπρα
κρατώντας όλες τις ομορφιές του κόσμου για μπουκέτο
στο μπράτσο μου μπλεγμένα δυο στεφάνια
μόλις που καταφέρνω να σε αγγίξω
διασχίζοντας στο φως τον δικό μου εαυτό

Σπίθες ανέμου οι λέξεις
γυρεύοντας το πεπρωμένο
στα βλέμματα των άλλων διάτρητοι ορίζοντες
είναι αυτή η στιγμή, είναι αυτή

Δραπετέυοντας από την παγίδα του κόσμου
σίγουρες λέξεις ηλέκτρισαν το δικό μου σήμαντρο
προσπαθώντας ένα ημικύκλιο να χαράξω
δεμένο από τη μια πλευρά στο ένα και από την άλλη στο άλλο όριο
νύκτωρ κινούμενη
σαν από χάρτινο χάιδεμα χειρός
μακρινού κόσμου

Νίκος Πριόβολος, Δύο ποιήματα

[ Κάθε πρωί ]

Κάθε πρωί σκοντάφτει στη σκιά όσων δεν έκανε
κάθε πρωί κολυμπά στα βλέφαρα των αγουροξυπνημένων παιδιών
κάθε πρωί ταλαντεύει τον κόσμο μου
κάθε φορά που διστάζω
κάθε φορά που δακρύζω
κάθε φορά που λιγοψυχώ

κάθε πρωί κρύβομαι στο σχήμα του έρωτα
– παίρνω το σχήμα του δικού σου έρωτα –

η ποιήτρια αναδεύει στο βλέμμα μου λίγες σταγόνες ομορφιάς

να καθαρίσει την τόση πραγματικότητα

***

[ Autumn Leaves ]

Οι «ενήλικες της γενιάς μου»
θυμίζουμε φθινοπωρινά φυλλοβόλα φύλλα
π’ ονειρεύονται γυμνά κλαδιά

Αν υπάρχει μια στάλα ελπίδας
είναι στα υγρά βλέμματα εκείνων των παιδιών
που θέλουν ν’ αλλάξουν τον κόσμο

Ακόμη κι αν οδηγούνται στην πρώτη τους ήττα

Τουλάχιστον επιμένουν να διεκδικούν την πιθανότητα

Οι υπόλοιποι ας συνεχίσουμε να θωπεύουμε υγιείς βεβαιότητες

*Από τη συλλογή «Το παιδί π’ απέμεινε όρθιο», Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Σεπτέμβριος 2019.

Robert Desnos, Τα τοπία του ύπνου

Μέσα στη νύχτα υπάρχουν βέβαια τα επτά θαύματα του κόσμου,
η γοητεία, το μεγαλείο κι η τραγικότητα.
Τα δάση συγκρούονται σύγχυση τα πλάσματα των θρύλων
κρυμμένα στα ρουμάνια.
Υπάρχεις εσύ.
Μέσα στη νύχτα υπάρχει το βήμα του μακρινού στρατολάτη
κι εκείνο του δολοφόνου
κι εκείνο του λοχία της πόλης και το φως των φανοστατών
και του φαναριού του ρακοσυλλέκτη.
Υπάρχεις εσύ.
Μέσα στη νύχτα περνάνε τα τρένα και τα βαπόρια
και οι αντανακλάσεις των χωρών που ξημερώνει.
Οι τελευταίες ανάσες του λυκόφωτος κι οι πρώτες ανατριχίλες της αυγής.
Υπάρχεις εσύ.
Ένας ήχος πιάνου, μια έκρηξη φωνής.
Η πόρτα που κλείνει. Ένα ρολόι.
Και όχι μόνο τα πλάσματα και τα πράγματα και οι ένυλοι ήχοι.
Αλλά ακόμα κι εγώ που με καταδιώκω αδιάκοπα δίχως ποτέ να με ξεπερνώ.
Υπάρχεις εσύ ένα σφάγιο, εσύ που προσμένω.
Κάποτε γεννιούνται παράξενα πλάσματα μέσα στο βύθος του ύπνου
κι εξαφανίζονται.
Όταν κλείνω τα μάτια, φωσφορίζουσες ανθοφορίες εμφανίζονται
και μαραίνονται κι ανασταίνονται
καθώς που σάρκινο πυροτέχνημα.
Άγνωστες χώρες που να διασχίζοντας με μόνη τη συντροφιά
ανήκουστων πλασμάτων.
Υπάρχεις εσύ το δίχως άλλο, εσύ η διακριτική και η όμορφη η κατάσκοπος.
Και η ψυχή απτή η της έκτασης.
Και τ’ αρώματα τ’ ουρανού και τ’ αστέρια και το τραγούδι του κόκορα
εδώ και 2000 χρόνια και οι κραυγές του παγονιού
μες στα πυρπολημένα πάρκα και των εραστών.
Χέρια που σφίγγουν διεστραμμένα μέσα σ’ ένα ύποπτο ημίφως
τροχοί που τρίζουν πάνω σε μεδουσώδεις δρόμους.
Υπάρχεις εσύ το δίχως άλλο εσύ που γνώριζα, εσύ που αγνοώ.
Εσύ, η στα όνειρά μου παρούσα, κι η επιμένουσα
να σε μαντεύω κι όχι να σε γνωρίζω.
Εσύ, η ασύλληπτος εντός της πραγματικότητας κι εντός του ονείρου.
Εσύ, η ανήκουσα βουλητικά σε μένα και να εξουσιάζοντας το φάσμα σου
εσύ η μήποτε άπτουσα του προσώπου μου το δικό σου
και κλειστά μου τα μάτια σ’ όνειρο και πραγματικότητα εξίσου.
Εσύ, η περιγραφομένη ρηχών ρητορικών
οπού το κύμα ξεψυχά στις ακτές,
οπού η κουρούνα πετά σ’ ερειπωμένα εργοστάσια, οπού σαπίζει το δάσος σπάζοντας κάτω από έναν μολύβδινο ήλιο.
Εσύ, ένα-ένα τα όνειρά μου που έχτισα πάνω σου όσο που ανατίναζες απ’ τα μέσα το πνεύμα μου μεστό των πιο απίθανων μεταμορφώσεων και που
το γάντι σου μ’ άφηνες στα χείλια όσο που φιλούσα το χέρι σου.
Μέσα στη νύχτα υπάρχουν τ’ αστέρια κι η ζοφώδης της θάλασσας κίνηση,
τα ποτάμια, τα δάση, οι πόλεις, τα χόρτα, οι πνεύμονες
εκατομμυρίων κι εκατομμυρίων πλασμάτων.
Μέσα στη νύχτα υπάρχουν τα θαύματα του κόσμου.
Μέσα στη νύχτα δεν υπάρχουν φύλακες άγγελοι αλλά υπάρχει ο ύπνος.
Μέσα στη νύχτα υπάρχεις εσύ.
Μέσα στη μέρα επίσης.

*Από το βιβλίο “Μικρά Ανθολογία Γαλλικής Υπερπραγματικής Ποιήσεως”. Μετάφραση: Ζ.Δ. Αϊναλής. Εκδόσεις Βακχικόν, Αύγουστος 2017.

Εουτζένιο Μοντάλε, Διαβάζοντας Καβάφη

Ενώ ο Νέρων κοιμάται ήσυχος και ακμαίος
μέσα στο εξαίσιο σφρίγος της ομορφιάς του
οι μικροί του Λάρητες που έχουν ακούσει τη βοή των Ερινύων εγκαταλείπουν
τρομαγμένοι το λαράριο.
Πώς και πότε θα ξυπνήσει;

Έτσι μίλησε ο Ποιητής.

Εγώ μονάρχης του τίποτα, ούτε του ίδιου μου εαυτού,
χωρίς τη θαλπωρή του εβένου με την ψυχρή θωπεία
μιας λάμπας πετρελαίου ακούω κι εγώ ήχους
από πέδιλα ή βήματα, όμως μικροσκοπικά.

Δεν αφυπνίζομαι. Έχω ξυπνήσει από ώρα και δεν περιμένω άλλη φρίκη
πέρα από την καθημερινή.

Ούτε έχω να διατάξω κάποιον δούλο
να μου κόψει τις φλέβες. Τίποτε δεν με ταράζει. Ακούω
το τρέξιμο ενός ποντικού. Παγίδες
δεν είχα στην κατοχή μου ποτέ.

*Μετάφραση: Νάσος Βαγενάς

Jazra Khaleed, Ρέκβιεμ για τη Χομς (απόσπασμα)

2

Ω κόσμε, δες αυτό τον πόλεμο’
μεγαλώνει μεθοδικά, θνητά,
χύνοντας στρέμματα αίμα.
Να τος, κοιτάξτε τον, πλησιάζει,
πολυάριθμος και εμπροσθογεμής,
μάχεται για τη Χομς με χέρι σταθερό,
επιδεικνύοντας τη γεωπολιτική του θέση.
Μυρίζει σαπούνι και σχοινί ο πόλεμος,
ατροπίνη και υδροκορτιζόνη,
κολλάει στα μαλλιά, φουσκώνει τους σπονδύλους,
καίει τα χείλη των γερόντων.
Εκείνοι προφητεύουν ξερά πηγάδια,
την επιστροφή της μαύρης πέτρας’
περιμένουν τον νέο μουτζαντίντ,
εύχονται την πτώση του Μπασάρ.
Συζητώντας για πυρίτιδα ξεχνούνε τη σφαίρα,
σκοτώνοντας ποντίκια λησμονούνε τον θάνατο
μιλάνε για την πείνα σα να ’τανε συμβία τους,
φιλοσοφημένοι και πολιορκημένοι,
αιώνια προδομένοι από τους σκελετούς τους.

Ο πόλεμος χρεώνει σε προσευχές
και πιστώνει σε ατσάλι,
είναι πλήρως ενταγμένος στον κύκλο παραγωγής:
την ώρα του θερισμού ξεραίνει το σιτάρι,
την ώρα του γάμου ρίχνει βόμβες,
την ώρα του ύπνου γυαλίζει το τουφέκι,
την ώρα της ανακωχής εκείνος γευματίζει.
Δεν έχει μπέσα ο πόλεμος,
πάντα κλέβει στο ζύγι’
λέει ζώνες ασφαλείας
και εννοεί την καμένη σάρκα,
το μονοπώλιο στ’ αλεύρι,
το νεκρό σκυλί’
λέει ανθρωπιστική επιχείρηση
και εννοεί τα 78 πτώματα σ’ ένα ψυγείο
στο νοσοκομείο της Τζουρέτ αλ Σιγιάχ.
Ο πόλεμος αποτελεί κερδοφόρα επένδυση:
οδηγεί πάντοτε σε άνοδο των τιμών,
σε βελτίωση των οικονομικών δεικτών’
είναι τα ρούχα του καλοσιδερωμένα,
τα παπούτσια του καλογυαλισμένα,
η ανάσα του φρέσκια, δροσερή,
και οι κινήσεις του, οι κινήσεις του
είναι πάντοτε χειρουργικής ακρίβειας.

Να τος ο πόλεμος, κοιτάξτε
πόσοι τον παίρνουν στο κατόπι
ακολουθώντας την αρσενικιά ουρά του.
Λέγονται Συριακός Στρατός,
Τέταρτη Τεθωρακισμένη Μεραρχία,
λέγονται η Μεγάλη Κρεατομηχανή του Ήλιου’
βάζουν πλάτη στον θάνατο, σιωπούν,
κυκλώνουν, πολιορκούν, σκοτώνουν.
Ανοίγουν ομαδικούς τάφους
λες κι έτσι θα κάνουν το έδαφος γόνιμο,
δίνουν πίστη και δόγμα
λες κι ανακάλυψαν κάποια καινούρια αλήθεια,
λες και μες στο αίμα θα βρουν το όνομα του Θεού.
Κανείς δεν τους είπε ότι ο πόλεμος
είναι σάρκινος και δε βλασταίνει,
κανείς δεν τους είπε ότι οι πολιορκημένοι
δεν πιστεύουν στο μαχαίρι και τη φωτιά,
λατρεύουν μοναχά τη μαύρη πέτρα.

Κι έτσι εκείνοι προχωρούν, προχωρούν,
με τα υλικά του συμφέροντα παραμάσχαλα’
προχωρούν, προχωρούν, ολόκληρη έρημος
και δε βρίσκουν πέτρα να ξαποστάσουν.
Γονατίζουν, προσεύχονται πέντε φορές τη μέρα’
σκοτώνουν βλοσυροί, μεταλλικοί, λιμασμένοι,
ο ήλιος καθρεφτίζεται στα τουφέκια τους.
Ο Θεός τους σταμάτησε στην Καρμ αλ Ζαϊτούν
αλλά εκείνοι προχωρούν, προχωρούν,
σέρνοντας ξοπίσω τους τόνους τη βία τους,
μαζί με όλη την πολεμική τους βιομηχανία.
Προχωρούν, προχωρούν, σ’ όποιον τόπο φτάνουν
κανείς δε βγαίνει να τους προϋπαντήσει’
είναι η σπορά τους κακή, ο ίσκιος τους κοντός
τα φέρετρά τους πάντοτε γεμάτα.
Φιτιλιάζουν τη γη, βάζουν φωτιά στην άνοιξη
καίνε τον μικροπωλητή και τον αραμπά του,
τον δουλευτή και τον κάματό του,
τον γερο-μπετατζή που δεν ξέρει
πού να φυτέψει τη σφαίρα
που ’χει κρυμμένη στην τσέπη.
Σκοτώνουν το παιδί και το παιχνίδι,
την ξεφούσκωτη μπάλα στην αλάνα,
το κρυφτό, το κουτσό και το γκράφιτι,
το γαϊδουράκι που ’τανε δεμένο σ’ ένα δέντρι
Είναι η γενεαλογία τους ανθρώπινη,
οι μανάδες τους πονετικές,
πώς άραγε αυτοί γινήκαν τέτοια κτήνη;
Πώς ξέμαθαν την ελιά και την πικροδάφνη;
Και τι να θυμούνται άραγε απ’ την αραβική α.

Ω Χομς! Ω λίκνο της εξέγερσης!
Στη Μπάμπα Αμρ, στην Αλ Χουλέ,
στη Χαλιντίγια, στην Παλιά Πόλη,
γυναίκες που ονειρεύονται να βουτήξουν
σα γαζέλες στα νερά του Ευφράτη
προσπαθούν να χωρέσουν τις ζωές τους μες στον πόλεμο
πονούν, θρηνούν, γεννούν,
δίνουν σάρκα και αίμα στη Χομς,
αναρωτιούνται αν η πόλη
είναι επινόηση της πολιορκίας
ή η πολιορκία επινόηση της πόλης.

Με τις γραβάτες λυμένες
ειδικοί διαμεσολαβητές των Ηνωμένων Εθνών
κατουρούν στην άκρη της εθνικής οδού Δαμασκού-Χομς.

*”Ρέκβιεμ για τη Χομς”, Εκδόσεις Αμείλιχος, 2019.

Άκανθος, Δύο ποιήματα

Ο δρόμος του καυτού νερού

Περπατά ο κανένας
στις άκρες του Ευβοϊκού
κι έτσι θυμάται με κόπο
τα ασκόπως έχοντα συμβεί
τα ξοδεμένα…
Η Μήδεια – μνήμη διψασμένη
σφάζει τον εαυτό της
πετώντας πάνω απ’ τα νερά,
πότε, και πότε σέρνεται
μπροστά απ’ τα βήματα
του ταξιδιώτη,
φάλτσα τραγούδια λέει
και παρασταίνει ιστορίες μισές
και σπάει σε άπειρα κομμάτια
και σκορπίζει στον αέρα εικόνες
άγνωστες απ’ το γνωστό,
στο φαγωμένο έδαφος από το θειάφι ολούθε,
και κρένει ο κανένας στο καυτό νερό
που τώρα είναι άλλο,
αλλά
το ίδιο τρέχει όπως έτρεχε.
Και τον ακούει το νερό ή έτσι νομίζει
πως όλους τους ρόλους όπου έφτιαξε
δεν τους θυμάται απ’ το γιατί
αλλ’ απ’ το τώρα
και όλο λιγοστεύει ο καιρός
κι ο ασυγχώρητος θάνατος ζυγώνει.

Αιδηψός, στην άκρη του Ευβοϊκού με νότιο αέρα. Φθινόπωρο ’14

***

Πώς στένεψαν έτσι οι δρόμοι μας

Ο καιρός στενεύει,
ο καιρός σαπισμένα φρούτα,
υπόγειες οι κουβέντες στα κυβερνεία των Ατρειδών
ρημάζουν την περηφάνια του θεατή,
δυο χρόνια δρόμο με τα πόδια βρεγμένα στα νερά του Σαρωνικού.
Οι ώριμοι κίνδυνοι,
η ληξιπρόθεσμη απειλή,
ασπρόμαυρη τελετή στα εισόδια των χρωμάτων
και τελετές παντού.
Η γιορτή, η θλίψη, η Αμοργός, η Μάρκου Μουσούρου,
ήρωες των ποιημάτων του μυαλού.
Τα όργανα της εκδρομής
που ματαιώθηκε για τη χάρη του απρόοπτου θανάτου
και
βροχές, χιόνια, νερά, λάσπη, σκουπίδια, ονόματα, πάθη,
πένθη τα υποκριτικά,
μαντείες και σύμβολα στους αγροτόδρομους της Κορσικής,
αξίες των δρόμων ακατάλυτες, μετρημένες,
μια συλλογή των εκλεκτών εντυπώσεων
αναρτημένη στους τοίχους…
Η αφόρητη ανάγκη του νοήματος
πιέζει μέσα στο χάος.
Σημειώσεις από την κάθοδο στα άδυτα
της Πειραιώς
και υπο σημειώσεις στα λευκά φύλλα,
μια περίληψη του ταξιδιού στο χάρτη,
η πρόσκαιρη ήττα του ανεπίστρεπτου.

Χειμώνας 2016 στο κέντρο καταπατημένης πόλης υπό το καθεστώς του ξενόφερτου κρύου του Δεκεμβρίου.

*Από τη συλλογή “Η πάλη των πράξεων”, Εκδόσεις Provocateut, 2017.

**Το σκίτσο της ανάρτησης είναι, επισης, του Άκανθου και περιλαμβάνεται στη συλλογή.

Philip Levine, Τι θα πει δουλειά

Στεκόμαστε στη βροχή σε μια μεγάλη ουρά
περιμένοντας στο Πάρκο Φορντ Χάιλαντ. Για δουλειά.
Ξέρεις τι θα πει δουλειά – εάν είσαι
αρκετά μεγάλος να διαβάσεις τούτο ξέρεις τι
θα πει δουλειά, μολονότι μπορεί να μην την κάνεις.
Ξέχνα τον εαυτό σου. Το θέμα τώρα είναι η αναμονή,
η αλλαγή απ’ το ‘να πόδι στ’ άλλο.
Η αίσθηση της ελαφριάς βροχής που πέφτει σαν ομίχλη
επάνω στα μαλλιά σου, θολώνοντας την όρασή σου
ώσπου νομίζεις ότι είδες τον ίδιο σου τον αδελφό
μπροστά από σένα, κάπου δέκα θέσεις.
Τρίβεις τα γυαλιά σου με τα δάχτυλα,
και φυσικά είναι κάποιου άλλου ο αδελφός,
στενότερος στους ώμους από
τον δικό σου μα με την ίδια θλιβερή σκυμμένη στάση, το ειρωνικό μειδίαμα
που δεν κρύβει την ξεροκεφαλιά,
τη μελαγχολική άρνηση να υποκύψει στη
βροχή, στις ώρες που σπαταλήθηκαν περιμένοντας,
στη γνώση ότι κάπου πιο μπροστά
ένας άνδρας περιμένει που θα πει: «Όχι,
δεν προσλαμβάνουμε σήμερα», για όποιον
λόγο θα θελήσει. Αγαπάς τον αδελφό σου,
τώρα ξαφνικά ίσα που μπορείς να ανεχτείς
την αγάπη που σε πλημμυρίζει για τον αδελφό σου,
που δεν είναι στο πλάι σου ή πίσω σου ή
μπροστά γιατί είναι σπίτι προσπαθώντας με
τον ύπνο να ξεχάσει μιαν άθλια νυχτερινή βάρδια
στην Κάντιλακ ώστε να σηκωθεί
προτού μεσημεριάσει για να μελετήσει τα Γερμανικά του.
Δουλεύει οκτώ ώρες κάθε νύχτα για να μπορεί να τραγουδά
Βάγκνερ, την όπερα που περισσότερο μισείς,
την χείριστη μουσική που εφευρέθηκε ποτέ.
Πόσος καιρός έχει περάσει απ’ όταν τού ‘πες
ότι τον αγαπάς, κράτησες τους φαρδιούς του ώμους,
άνοιξες τα μάτια σου ορθά κι είπες εκείνα τα λόγια,
και ίσως φίλησες το μάγουλό του; Ποτέ δεν
έκανες κάτι απλό τόσο, πρόδηλο τόσο,
όχι επειδή είσαι υπερβολικά νέος ή υπερβολικά κουτός,
όχι επειδή είσαι ζηλόφθονος ή ακόμα και κακός
ή ανίκανος να κλάψεις εν
τη παρουσία ενός άλλου ανθρώπου, όχι,
μόνο επειδή δεν ξέρεις τι θα πει δουλειά

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://trenopoiisis.blogspot.com/2013/04/philip-levin.html

**Το ποίημα περιλαμβάνεται στη συλλογή ”What Work Is” (1991). Μετάφραση: Μαρία Θεοφιλάκου.

Χ.Π. Σοφίας, Ακούστε

ακούστε αρχόντοι

ακούστε αρχόντοι
της ποίησης τα ακατανόητα τα λόγια
είναι της ψυχής πανάκριβα μαλάματα

ακούστε αρχόντοι
βαριά και βρώμικα τα χνώτα σας
αχάριστα τα σπλάχνα σας

ακούστε αρχόντοι
της ποίησης το πλούτο που γοργοπατεί
ποτέ σας σκατόψυχοι δε θα αποκτήσετε

*Ο Χ.Π. Σοφίας διατηρεί το ιστολόγιό του στην ακόλουθη διεύθυνση: https://elikonia-xpsofias.blogspot.com/

Ana Paula de Oliveira, To μαύρο σώμα μου

Το μαύρο σώμα μου πουλήθηκε
Με κάνανε μουλάτα!
Τρόπαιο σεξουαλικό της πατρίδας που έγινε δική μου
Μεγάλος πισινός
Πόδια γερά
Στητό κορμί
Στο χρώμα της αμαρτίας…
Είμαι γυναίκα για να ικανοποιώ
τον άντρα τον λευκό
να ξαναρθεί στη Βραζιλία
Να ερωτευτώ; Να παντρευτώ; Λένε ότι δεν είναι για μένα
Λένε πως το χρώμα του δέρματος μου επιτάσσει
πώς ο άντρας πρέπει να μου φερθεί…
Να σπουδάσω; Γυναίκα μαύρη;
Όχι!
Πρέπει να αναθρέψω μόνη το παιδί
ήδη απ’ τη μήτρα παρατημένο!
Όχι!
Άλλο πια δε θα ανεχτούμε!
Γυναίκα μαύρη, ξεσηκώσου!
Μπορούμε να γίνουμε ό,τι θέλουμε
Είμαστε οι κόρες της Αφρικής
Κόρες της Dandara!

*Μετάφραση: Δήμητρα Γλεντή.
**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Βόρεια Βορειοανατολικά”, τεύχος 3, Σεπτέμβρης 2019.

Δημήτρης Φιλελές, Πρωτομαγιά 2020

Τούτος ο χρόνος αποφάσισε να μην είναι πια δίσεκτος
για να μην τον θεωρούν οι άνθρωποι κακότυχο
άπλωσε αποφασισμένος το χέρι του στο ημερολόγιο και
διέγραψε την παραπανίσια μέρα – την Πρωτομαγιά
απόμεινε ο Μάης ακέφαλος και άφωτος
έγειραν τα σύννεφα το αχτένιστο κεφάλι τους στο χώμα
ο αγέρας σώπασε το φιλήδονο τραγούδι του ανάμεσα στις φυλλωσιές
η θάλασσα έπαψε να ονειρεύεται
τα ταξίδια της φαντασίας κρίθηκαν ένοχα εκμαυλισμού των ηθών
οι χαρμόσυνοι ήχοι εξοστρακίστηκαν στην ερημιά των δρόμων
οι αγκαλιές στραγγαλίστηκαν σε λουτρό φορμόλης
τα χέρια των ερωτευμένων στάθηκαν μετέωρα άκαμπτα
τα συναισθήματα κήρυξαν πτώχευση
οι ιριδισμοί υποχρεώθηκαν σε κατ’ οίκο περιορισμό
η άνοιξη βυθίστηκε στο σκοτάδι
ψηλάφησε αναζητώντας το αγαπημένο της χρώμα
ώσπου το φόρεμά της αγκιστρώθηκε πάνω στο συρματόπλεγμα
κι από μια σχισμή του δέρματός της
ξεχύθηκε το ποθητό της κόκκινο
τότε από το πυκνό δάσος των αναμνήσεων ακούστηκαν
να σιμώνουν τα βήματα εκείνων που κρατούσαν ψηλά
κόρη παρθένα
την έκπτωτη Πρωτομαγιά
που την ομορφιά της αρνήθηκαν να θυσιάσουν
και τη θέση της πήραν δίχως δισταγμό
με μόνο αντάλλαγμα ένα λουλούδι άλικο στο βωμό.