Μάνος Ελευθερίου, Τρία ποιήματα


ΟΝΕΙΡΟ

Καί είδα τό θλιβερό θεριστή νά δικάζει
καί τίς κακούργες λέξεις γεφύρι γιά τή λησμονιά
καί σάμπως νά ’μουνα εγώ ή λησμονιά καί οί λέξεις.

Καί ρίχνεις τότε τή ζωή σου σε κρεβάτι
καθώς εγώ κι εγώ παίρνω στά χέρια τό μπαλτά
καί τή ζωστήρα

γιά νά σκοτώσω, νά αφανίσω, λέει τά αισθήματα·
μ’ όλες εκείνες τίς γυναίκες πού μέ γέννησαν
προτού τίς άγαπήσω.

***

ΘΕΛΟΜΕΝ, ΠΡΑΤΤΟΜΕΝ

Βγαίνει γαλήνιος άπ’ τούς εξώστες καί παντοδύναμος,
πάνοπλος μέσα στους φρουρούς καί τά στρατεύματα,
(έξουσιάζει τά νησιά, τά πέλαγα, τά όνειρα)

έχει σκοτώσει τόν ψυχίατρό του
τόν καπετάνιο πού τόν έφερε
τή μητέρα του πού τόν ευχήθηκε
τόν άνθρωπο πού τόν οδήγησε
τή γυναίκα πού τόν φυγάδευσε
τήν πόρνη πού τόν χρηματοδότησε
τό σκυλί πού τόν γάβγισε
τούς πρίγκιπες πού τόν ύποδέχτηκαν,-

«πνεύμα καί θεραπεία» λέει «στάς ξένας άγοράς
έκάστου θέματος υποδομή τής άσφαλείας έπιχείρησις
έγχείρησις ασθενής τό πρότυπον τής έννοιας
αί σχέσεις θά εύρωμεν ελευθέριος ευέλικτος
μεγαλουργήση θέλομεν πράττομεν πραγμάτωσις
τό δεδομένον αυτοθυσία καί ρανίδα έστέ,-
Δέν ήμποροΰμεν Κύριοι…»

***

ΑΝ ΞΑΦΝΙΚΑ ΓΥΡΙΣΕΙΣ

Κακουργούν οί λέξεις μου καί μέ κατατρέχουν.
Στά χρόνια τής ανάγκης γνώρισα κόσμο καί ντουνιά
στά ξεροπήδαγα · παραμιλούσαν νά σωθούν.

’Ανάμεσα ψευτιά καί απομόνωση,
στήν άδικη τή λησμονιά καί στήν εξόριστη αγάπη,
σ’ αύτό τόν κόσμο τό ακόυσα:
άν ξαφνικά γυρίσεις στό αριστερό πλευρό
αλλάζει τό όνειρο.

Τό άλλο τέλος δέν μπορεί κανείς νά τό προβλέψει.

*Από το βιβλίο «Μαθήματα μουσικής / Τα ξόρκια», β΄έκδοση, Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 1980.

Κατερίνα Ζησάκη, Δύο ποιήματα

το οικόσιτο τέρας

το οικόσιτο τέρας
γουστάρει τα παιδικά μου παιχνίδια
διαμελίζει τις κούκλες
τους σκίζει τα φουστάνια
με βάζει να καταπίνω πιόνια
από επιτραπέζια παιχνίδια
να βρέχομαι με νεροπίστολα
να γλείφω τη σκανδάλη

το χειρότερο όμως
είναι που συμμαχεί
με τα φαντάσματα όσων δέχτηκα στο σώμα
τα φιλοξενεί
όλοι μαζί τρώνε τον ύπνο μου στην κουζίνα
τους ακούω
καμιά φορά έρχονται και μου κουρελιάζουν το χέρι
με βάζουν να πιω με το ζόρι
και να ξεράσω ό,τι έμεινε από μένα

τραγουδούν
στο ’πα;
φάλτσα και δυνατά
ασυνάρτητα
κι ούτε μία στιγμή
ούτε μια στιγμή

κάνει τόση πολλή φασαρία στον κόσμο

τη γάτα τη χάρισα
στο ’πα;
είχαμε μαζευτει πολλοί σ’ αυτό το σπίτι

***

ό,τι είναι ας γίνει

θα ήθελα η ποίησή μου
να είναι ελεύθερη
όπως εκείνη τη φορά στη
θάλασσα χωρίς τα ρούχα
όχι – καλύτερα
όπως μια νύχτα απαγο-
ρευμένα στο ασανσέρ
ή πιο καλύτερα όπως τότε που
το σκάσαμε απ’ τη μάντρα
κι όπως εκείνη τη φορά που
σκέφτηκα πως θα σας χαιρετούσα

θα ήθελα να είναι ελεύθερη
να κάνει ό,τι θέλει

όχι
θα ήθελα
όπως εκείνη τη φορά
που από ντροπή κρατήθηκα
κι έτρεχα και βιαζόμουν
όμως στο τέλος μ’ ένα
απλό ό,τι είναι ας γίνει
το κάτουρο ζεστό
πλημμύρισε τα πόδια μου
έτσι ελεύθερη θα ήθελα την ποίηση
και τη δική μου

*Από τη συλλογή “μισέρημος”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2018.

Γιώργος Φρέρης, Από τη “Διαθήκη”

Hans Anders, A study in lighting

7
Στην αγκαλιά σου φύλαξέ με
Και θα σε οδηγήσω
Με τον αφρό του πόθου μου
Μαζί να πορευτούμε

8
Τα υγρά ίχνη
Στα ρούχα σου επάνω
Μ’ όλα τα κύματα που με λίκνισαν
Θέλω ν’ αφήσω

9
Μην με άλλους με μπερδεύεις
Κοίτα και μέτρα μόνο
Το βάθος της φωτιάς
Που μέσα μου σιγοκαίει

10
Όσο περισσότερο
Μ’ εξαντλείς
Τόσο περισσότερο δανείζομαι
Την ομορφιά σου

11
Σιωπηλός
Στην βραχώδη μου μοναξιά 

Γίνομαι ένα τίποτα
Στον καθημερινό σου πόθο

12
Στο μέρος της καρδιάς σου γέρνω
Και βλέπω
Θάλασσα κι’ αστέρια
Το σώμα σου να διαπερνούν

* Η ποιητική συλλογή “Διαθήκη” κυκλοφόρησε τον Οκτώβρη του 2015 ως ένθετο στο Τεύχος 37 του περιοδικού “Ένεκεν”.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Μια Τετάρτη του Σεπτέμβρη δε σ’ αγαπώ

Όταν γράφω τις τύχες μου
στο ημερολόγιο του ανυπολογισμού
κρατάς το χέρι μου
με έναν λόγο αγάπης
που πήρες πίσω

Όταν χάνω τον ίσκιο μου
με ένα βλέμμα καρφωμένο
στην ιουλιανή σελίδα του ημερολογίου μου
το χαρτί αχνίζει
αλμύρα και άστεγο έρωτα

Όταν ακούω το Καλοσυγκερασμένο Πληκτροφόρο
νιώθω την ευκολία
της θύμησής σου
να μουδιάζει τα δάχτυλά μου
σ’ ένα ακούρδιστο όργανο

Μα μόνο μια Τετάρτη του Σεπτέμβρη
δε σ’ αγαπώ
που στάζεις την πρώτη βροχή της απουσίας σου
και μένω να φυλλομετρώ
ένα πρελούδιο
προανάκρουσμα του αδύνατου

Γρηγόρης Σακαλής, Ιδέες

Όταν ο ορίζοντας
είναι σκοτεινός
και υψώνονται μαύρα σύννεφα
όταν το μέλλον
μοιάζει δυσοίωνο
και η σκλαβιά
φαίνεται μονόδρομος
σηκώνονται τότε οι ιδέες
της αυτοδιάθεσης
και δίνουν τη μάχη
στην εμπροσθοφυλακή
πάντα αυτό γίνονταν
αυτό θα γίνει και τώρα
μπορεί τα θύματα
να είναι πολλά
μα αυτό δεν πτοεί
τους αγωνιστές
γιατί έχουν πίστη
μέσα τους
για το καλό και το δίκιο
δίνουν τον αγώνα
της ελευθερίας
και της αξιοπρέπειας
μέχρι τέλους.

Αλεξάνδρα Σωτηράκογλου, Ποιήματα

Μέρος παράξενο ακόμα και στο όνομα,
(ακούγεται μυστήριο σαν τρίξιμο δοντιών)
Δεν καταλαβαίνεις τις εποχές και το παλιό
είναι που αλλάζει χίλια πρόσωπα ’ εχθρικά
είτε φιλόξενα στήνουν το σκηνικό,
ώστε ξαφνικά
ανυποψίαστος να εμφανιστείς για να διχάσεις
τίμια εχθρούς
και φίλους.

Εδώ,
η τέχνη τού να επιζείς
ταυτίζεται με την τέχνη τού να επιλέγεις
– αλλά δίχως χαμένες μάχες.
Κάτι σαν κορώνα ή γράμματα.
(δεν έχει σημασία
για να φύγω
κάνω σχέδια)

***

Μια μέρα, θα πετάξω το λάπτοπ απ’ το παράθυρο
(μαζί με το κινητό)
θα πάρω τον σάκο μου,
δυο αλλαξιές θα ρίξω μέσα και μια πετσέτα
τα χρήματα που μαζεύω.
Θα κόψω τα μαλλιά μου!
Θα μπλέξω!

Τα κανόνισα μ’ έναν τρελό, τον Τζέρι.
(πέθανε από καρδιά
– περπατούσε χιλιόμετρα)
Χρειάζομαι τα πόδια μου γιατί
το εισιτήριο στο στόμα
είναι απλώς ένα χαρτί με τ’ όνομα δυο πόλεων.

Αδερφέ μου, δε θέλω να μαντρωθώ.
Μόνο
να πίνω τσιγάρα και τεκίλα
να μιλώ για τον Καβάφη
να εκβιάζω τις συνθήκες να στραβώσουν.

Μα είναι ανάγκη, με νιώθεις’
αν μπορείς, πόνταρε στην τύχη μου.
Κάπως – έστω κι ενοχικός –
θα δικαιωθείς.

*Από τη συλλογή “Μοναχοπαίδι”, Εκδόεις Βακχικόν, Ιανουάριος 2016.

Λουκάς Αξελός, Δύο ποιήματα

ΑΝΕΠΙΣΤΡΕΠΤΙ

Στον Μανόλη Αγγελίδη

Όταν ο ήλιος έδυσε
αφήνοντας τους έλατους
βυθισμένους στην σιωπή,
αυτός έκλεισε την πόρτα
και άναψε το τζάκι.
Η φλυαρία
των ξύλων που καίγονταν
κάλυπτε
τις βουβές του σκέψεις
για ό,τι χάθηκε
ανεπιστρεπτί.

Αθήνα, Ιούλιος 2018

***

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

Στην Νίνα

Ελαφρό αεράκι θώπευε
τις κορυφές των πεύκων.
Στα λιγνά κλωνάρια
μιας λεμονιάς
άπλωσε την φωτεινή γοητεία του ο ήλιος.

Μικρό πουλί,
φτερό ανάλαφρο,
προσγειώθηκε στο πράσινο κλαδί.
Τίναξε ψηλά το κεφάλι του
ως τενόρος
που χαιρετά το άπειρο πλήθος των φύλλων
και άρχισε να κελαηδεί.

Ν. Μάκρη, Αύγουστος 2018

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Θέματα Λογοτεχνίας”.

Δημήτρης Φιλελές, Εν μέσω θυέλλης, η ιστορική μνήμη ατονεί…

Μνήμη 21ης…

Πάνω στις ερπύστριες του χρόνου ολισθαίνουν τέσσερις χειμώνες
το παγερό τους χαμόγελο νεκρώνει την εποχή της αθωότητας
κάθε πρωί ακολουθώ τυφλά την ίδια διαδρομή
κάθε απόγευμα επιστρέφω από την ίδια διαδρομή
στο ενδιάμεσο κενό ροκανίζω σαδιστικά
τα υπολείμματα της αντοχής μου
ο ήχος της μηχανής αποτρέπει τις αποκλίσεις
από το προσχεδιασμένο μοντέλο
μεταρρυθμίσεις και βελτιώσεις δεν περιλαμβάνονται
στη διαδικασία παραγωγής
οι μηχανικές κινήσεις γεννούν αγκυλώσεις και παραμορφώσεις
όταν η αυλαία φωτίζεται
τα μικροσκοπικά πιόνια σχηματίζουν γιγαντόσωμες σκιές
ενσαρκώνουν το ρόλο τους με αξιοθαύμαστη υποκριτική ικανότητα
πείθουν και τον πιο δύσπιστο θεατή ότι πρωταγωνιστούν
κι ας είναι εκ γενετής κομπάρσοι
διατάζω τα δάχτυλά μου να πάψουν πλέον να τα κουρδίζουν
δηλώνω ανυπακοή στον απύθμενο βυθό της μετριότητας
γίνομαι ρωγμή στο συρματόπλεγμα της κοινής αποδοχής
σας αποκηρύσσω, με αποκηρύσσω
πριν καταλήξουμε βαρίδια στο πληγωμένο σώμα της ανθρωπότητας.

Benjamin Peret, Δύο ποιήματα

ΕΝΑ ΠΡΩΙΝΟ

Υπάρχουνε κραυγές που δεν τελειώνουν
μουγκανητά της γης που σείεται σα βεντάλια διαλυμένη
από κονσερβαρισμένους τυφλοπόντικες
λυγμοί σανιδιών που τα ξεκοιλιάζουν
μακριών σαν ατμομηχανή που πάει να γεννηθεί
σπασμοί εξεγερμένων δέντρων που δε θέλουνε ν’ αφήσουν να φουσκώνει ο χυμός
πιότερο απ’ όσο το μετρό δέχεται να μεταφέρει στρουθοκαμήλους
στις σήραγγές του από κακοξυρισμένο γένι
υπάρχουνε κραυγές
απ’ αράχνες βιτριολικές που καταπίνω δίχως να το καταλάβω
κοντά σ’ αυτόν τον ξεραμένο ποταμό που βγήκε μες από σωλήνα πίπας
που δεν είν’ άλλο από ρόγχος μακρύ
λιγάκι ζεστό
λιγάκι πιο γκρινιάρικο απ’ άδεια σχεδόν χύτρα
τούτος ο ποταμός που δε βλέπεις πιότερο απ’ όσο τη σκόνη όστιας
π’ ο άνεμος ανέμειξε
με τη σκόνη παπά που μοιάζει γαλαζόπετρα
και μ’ αυτήν εκκλησιάς πιο στριμμένης κι από παλιό τιρμπουσόν
διότι εσύ δεν είσαι πιότερο εκεί απ’ όσο είμ’ εγώ εκεί δίχως εσέ
εξ ου κι ο κόσμος είν’ αναμαλλιάρης

*Από τη συλλογή “Un point c’est tout” (1946). Μετάφραση: Νίκος Σταμπάκης.

***

ΚΟΜΜΑ

Πρωί και βράδυ τα φαφούτικα παιδιά στρίβουνε το μαλλί
που τα τυλίγει μ’ ένα βραχυκύκλωμα

Πρωί και βράδυ η μάνα τους ξεφλουδίζει τα στήθια της
μ’ ένα δοξάρι που δε γυρνά στην κλειδαριά

Πρωι και βράδυ ο πατέρας βανει το μουστάκι του μες στο ντουλάπι
για να ιδεί αν μεταμορφώνονται οι μεταξοσκώληκες

Πρωί και βράδυ το κανάρι βγαίνει απ’ το φτέρωμά του
και ψάχνει την εφημερίδα για ν’ ανάψει τη φωτιά

Μα ποτέ ο σκύλος δε σπα τα πιατικά που σιχαίνεται
για να καλέσει τους πυροσβέστες που ειν’ απησχολημένοι με την ύφανση
μεγάλων βενταλιών
με γένι ανατέλλοντος ηλίου

*Από τη συλλογή “Ά Τatons” (1946). Μετάφραση: Νίκος Σταμπάκης.

**Και τα δύο ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Μπενζαμέν Περέ, Απαγορεύεται η αφισσοκόλλησις και άλλα ποιήματα” σε μεταφράσεις Νίκου Σταμπάκη και Σωτήρη Λιόντου. Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 2007.

Γιάννης Αλεξανδρόπουλος, 4 ποιήματα

Σοφία Περδίκη, Στη λίμνη

Ι
Η σιωπή της σκέψης μου
δίκτυ απλωμένο πάνω από τις ηλεκτρικές πόλεις
νάρκωση χάρισμα στα μάτια

Πίσω από τους χτύπους των ρολογιών
η πανίδα των παραμορφωτικών φακών
στροβιλιζόμενες λάμψεις, γεννήματα επιληπτικά
παρενθέσεις φωτός σε θόλο αιμόπτυσης

Στον πυθμένα της θρυμματισμένης μνήμης
γραμμοσκιάσεις ταλαντώνονται
αφιλοκερδώς μουντζουρώνουν
τη σιωπή της σκέψης μου

II
Δεν αποσκοπεί το όνειρο
να τραβήξει την ελπίδα από τα βλέφαρα

Μηρυκάζει το ζώο τη βλάστηση των άστρων
σ’ ένα παιχνίδι διωγμένο από τα πλαστικά δίκτυα
της αδράνειας

Μαργαριταρένια η κόμη μας
λουλούδι μοβ σε γυάλινο κλουβί

III
Γραμμοσκιάσεις στο τσόφλι του αυγού
Μάτια ακροδάκτυλα στις διαδρομές του φωτός
Στο απόστημα του χρόνου
Στην κηλίδα της σιωπής
Κρυμμένη η μορφή σου

Σφήκες βουίζουν στο μυαλό μου
Η Περσεφόνη κατηφόρισε
το δρόμο της ψυχής μου
ματωμένο το μάτι της
έπλεκε με τη σιωπή
το εμβατήριο
του τέλους
της ερωτικής ιστορίας

IV
Κι εγώ στην ακρογιαλιά της φυγής
Να πετάω βότσαλο στο άχρονο τοπίο
Στο απόλυτο του χρώματος
Με τα σπασμένα είδωλα
Αναδυόμενα πετρώματα
Του πελάγου και της σφήκας

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 2, Νοέμβριος 2007. Η φωτογραφία της ανάρτησης συνοδεύει τα ποιήματα στο τεύχος του εν λόγω περιοδικού