Andre Spire, Ανθρώπινο! Πολύ ανθρώπινο!

Ο πατέρας μου ήξερε λατινικά,
Η μητέρα μου έπαιζε πιάνο
κι επήγαινε σ’ επισκέψεις.
Καταλαβαίνεις, μικρή μου,
καταλαβαίνεις;

Είχα ένα παιδαγωγό,
ένα άλογο,
ένα τουφέκι,
υπηρέτες και ιπποκόμο.
Καταλαβαίνεις;

Αλλ’ άγαπούσα πολύ τα βιβλία,
τις καρδιές και τα μάτια θλιμμένα.
Καταλαβαίνεις, μικρή μου,
καταλαβαίνεις;

Αγαπούσαμε πολύ τα δάκρυα,
την αγάπη, τους νικημένους,
τον ουρανό και τους διαβάτες…
Ας ανάψουμε τη φωτιά μας,
ας τινάξουμε τα βιβλία μας,
ας βουρτσίσουμε τά ρούχα μας,
ας γυαλίσουμε τα παπούτσια μας.
Ας γυαλίσουμε τα παπούτσια μας,
κι ας πλύνουμε τα πιάτα.
Καταλαβαίνεις, μικρούλα μου,
καταλαβαίνεις;

*Μετάφραση: Κ.Γ. Καρυωτάκης. Από το βιβλίο “Σαρλ Μπωντλαίρ – Πωλ Βερλαίν 25-6 ποιήματα σε μετάφραση Κ. Γ. Καρυωτάκη”, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1982. Επιμέλεια: Λουκάς Αξελός.

Georg Trakl, Ψαλμός του μεταστάντος

Στον Καρλ Μπορομέους Χάινριχ

Πλήρες αρμονίας των πουλιών το πέταγμα. Σε πιο ήσυχες
καλύβες
μαζεύτηκαν το βράδυ τα πράσινα δάση·
οι κρυστάλλινοι του ζαρκαδιού οι βοσκότοποι.
Σκοτεινό καταλαγιάζει του ρυακιού το φλοίσβισμα, οι
νοτισμένοι ίσκιοι

και τ’ άνθη του θέρους, που όμορφα λαλούνε στον άνεμο.
Του στοχαστικού ανθρώπου σκοτεινιάζει τώρα κιόλας
το μέτωπο.

Και φέγγει λύχνος, το Καλό, στην καρδιά του
και η ειρήνη του δείπνου· καθ’ ότι εκ χειρών Θεού ηγιασμένος
εστίν
ο άρτος και ο οίνος, και σε κοιτάζει, σάμπως μέσ’ από μάτια
νυχτερινά,
σιωπηλός ο αδελφός που αναπαύεται έπειτα από περιπλάνηση
στ’ αγκάθια μέσα.
Ω, πώς το εμψυχωμένο της νύχτας γαλάζιο ιδού κατοικείται!

Κι ακόμα με αγάπη η σιωπή αγκαλιάζει στην κάμαρα τους
ίσκιους των γερόντων,
τα πορφυρά μαρτύρια, θρήνο γένους μεγάλου,
που ευλαβικά περνάει τώρα στο έρημο και μόνο εγγόνι.

Γιατί πάντα ξυπνάει λαμπρότερος μέσ’ από μαύρες της
παραφροσύνης στιγμές
όποιος δείχνει καρτερία έξω από πετρωμένο κατώφλι
και τον τυλίγει με βία το ψυχρό γαλάζιο και το φωτεινό
του φθινοπώρου γέρμα,

το ήσυχο σπίτι και οι θρύλοι του δάσους,
μέτρο και νόμος και των μεταστάντων οι ατραποί στο φεγγάρι.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
**Αναδημοσίευση απο εδώ: http://alonakitispoiisis.blogspot.com/2020/03/normal-0-false-false-false-el-x-none-x_5.html

Ζωή Καραπατάκη, Γλώσσα μου μητρική

Faithful mother tongue
Μίλος Τσέσλαφ

Γλώσσα μου μητρική
πάλι με σένα αναπαύομαι
όταν οι άσκοπες περιπλανήσεις του μυαλού
με καταπονούν
Τότε αναζητώ τα πιο όμορφα λουλούδια σου
να μυρίσω και με τα αρώματά τους να γιατρευτώ

Ξέρω δε μπορείς όλα να τα γιατρέψεις
Είναι όπως όταν φτάνουμε σ΄ένα χωράφι
και περπατάμε αδιάφοροι στην αρχή
μακριά απ την άσκοπη φασαρία
μα μ’ ένα ασήκωτο κενό μέσα μας
Στην πορεία όμως
κάποιο αλλιώτικο άνθος στέκεται
λες και μας περιμένει
Το βλέμμα τότε ξεκουράζεται
η όσφρηση εκμαυλίζεται
και η ακοή συντονίζεται
με τον αδιόρατο παλμό των φύλλων

Έτσι γίνεται και με σένα

Υποπερκάζουσι
λέει ο Όμηρος για το γλυκό ωρίμασμα των σταφυλιών
στο κήπο της Καλυψώς
κόκκινα και πασίχαρα φεγγοβολούν
δίπλα στις θεϊκές πατημασιές της

Θόδωρος Μπασιάκος, Ποιήματα διαμαρτυρίας

ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΠΕΦΤΟΥΝΕ
(Ο Μπομπ Ντύλαν μένει…)

Πάντοτε όποτε κάθουμαι να ιδώ τις ειδήσεις
τον ήχο κλείνω·
βάνω Μπομπ Ντύλαν να παίζει
Λυπάμαι που το λέω μα η πατρίδα μας έχει
γεμίσει Οξφορδοχώρια
ρατσιστές και φασίστες
παρανοϊκούς και φοβικούς κάθε λογής
μισαλλόδοξους νοικοκυραίους
και τραμπούκους
κουκουξκλάνια και τζωνμπερτσιστές…

Τους αφίνω να ουρλιάζουν όλοι τους – αδειανά συννεφάκια.

Εμένανε η my love she speaks like silence / κι’ όλα τα λέει
η my love she laughs like the flowers / κι’ αγάλλομαι
η my love she στ’ αρχίδια της κάτι φιόγκοι που καμώνονται
τους μεγάλους και τρανούς…

Εγώ ακούω Μπομπ Ντύλαν….. / Εγώ ακούω Μαριγούλα…!

***

ΔΕΝ ΘΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΚΑΝΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΤΕ, ΚΟΥΦΑΛΑ ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗ

Η Χιλή ξεσηκώθηκε χωρίς να διατυπώνει αιτήματα, απαιτήσεις ή ικεσίες προς τους Κυρίους.
Η Χιλή βγήκε στους δρόμους και γιορτάζει την ζωή.
Η Χιλή τραγουδά και χορεύει μπρος στα τανκς.
Η Χιλή βγάζει τη γλώσσα στους θεούς και τους αφέντες και τους καραμπινιέρους και τους τεχνοκράτες.
Η Χιλή είναι ποιήτρια.
(Αν μου επιτρέπετε, αυτή είναι η σχέση της ποίησης με τη γλώσσα, όλα τ’ άλλα είναι φιλολογίες…)
Η Χιλή έχει νικήσει.
Ακόμα κι’ αν ηττηθεί, πνιγεί στο αίμα ή προδοθεί, όπως άλλες παρόμοιες γιορτές,
30 χρόνια χαμένα κερδήθηκαν ετούτη την άνοιξη στη Χιλή.
(Να μη ξεχάσω: φιλάκια και χαιρετισμούς στον Κούλη από τον Πινιέρα).

Κατά τ’ άλλα, ματαιώνονται πληροφορούμαι δύο σύνοδοι κορυφής λόγω της έκρυθμης κατάστασης στη Χιλή.
Το λοιπόν, βάζω τον γάτο μου τον Χιλή να κλάψει.

***

ΑΜΑΖΟΝΙΟΣ

Ο Αμαζόνιος καίγεται
κι’ ο Μπολσονάρου μας λέει να κυττάμε τη δουλειά μας
κι’ ο Μπολσονάρου μας λέει πως δεν μας πέφτει λόγος πως δικός του είναι ο Αμαζόνιος.
Παρακολουθώ με κομμένη ανάσα τα νέα
που έρχονται με το σταγονόμετρο απ’ την φλεγόμενη ζούγκλα
(Ήδη είν’ η τρίτη βδομάδα που μαίνεται η φωτιά,
όπως μόλις πληροφορήθηκα –
να χέσω τον θαυμαστό νέο κόσμο της δήθεν ελεύθερης γρήγορης κι’ άμεσης πληροφορίας).
Απίστευτη καταστροφή!
Στέκω σ’ ένα άρθρο άσχετο, για μια άγρια φυλή του Αμαζόνιου
γελάνε λέει με τον πολιτισμό μας
γελάνε λέει με τα ρούχα μας με τα όπλα μας με τα ιντερνέτια μας
γελάνε λέει με την διατροφή μας που αγνοεί τ’ αυγά χελώνας…
Αν χαθεί ο Αμαζόνιος χαθήκαμε όλοι
(Δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν το γνωρίζει αυτό ή που δικαιούται
να μην το γνωρίζει…)
Εγώ θα χαθώ μαζί με τους άγριους φίλους μου
γελώντας
Εσείς χαθείτε μ’ αυτόν τον βλάκα με περικεφαλαία τον Μπολσονάρου.

Μα θυμηθείτε:
Πριν χαθεί ο Αμαζόνιος θα καταπιεί τον Μπολσονάρου μια ανακόντα
(μαζί και όλη του τη φάρα γιατί όχι και τους ψηφοφόρους του).
Μα προηγουμένως θα ’χει καταρρεύσει η Γκουγκλ γι’ αυτό ποτέ και τίποτα δεν πρόκειται να πληροφορηθούμε
αλλά το ξέρουμε ήδη εμείς το ξέρουμε.

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, Ενύπνια προς το τέλος

Φώτο: jeffrey-ripple

Βαθύ θέρος
το ζωντανό διάζωμα
που ξεχώριζε
τα ζώα στα παχνιά τους
αχνίζει.
Άλλα χρόνια τότε,
φέρναμε νερό στα χέρια
μεγαλώναμε κάτω από τις ελιές
βαραίναμε μπροστά
όχι στα καπούλια
και λέγαμε
του χρόνου του ορφανού
αδέρφι του είναι ο θάνατος.
Κι όσοι ακόμα βασανίζονταν
έδερναν έπειτα την κυρά τους
από αγάπη
λες κι ήταν αμαρτία το φύλο
κι όχι η σκατοψυχιά
δεν ημπορεί να σκληρύνει κι άλλο η ποίηση
για να τους χωρέσει
καθένας με το τομάρι του
να έρχεται να μεταλαβαίνει
και συγχώρεση
– αν είναι να λάβει –
να λαβαίνει από τα αποθαμένα του.

*Από τη συλλογή “Ενύπνια τα μεθεόρτια”, Εκδόσεις Έναστρον, 2020. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://loukopk.wordpress.com/2020/05/08/κωνσταντίνος-λουκόπουλος-ενύπνια-πρ/

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Δύο ποιήματα

ΗΤΑΝ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ήταν ένας άνθρωπος
μάζευε εικόνες τις νύχτες
φωτεινά τοπία έκλεινε στην ψυχή του.

Κάποτε έφευγε.
Βάδιζε άσκητής τού έρωτά του.
Πάνω του
άκόνιζε τό μαχαίρι της ή σιωπή.

Προχωρούσε μέσα στη νύχτα
τα μάτια του έκαιγαν την υπομονή
τα ρούχα του έσταζαν τό νοτιά’
ένα σκοινί είχε στη μέση.

Ένας άνθρωπος
όλες τις φωνές ήθελε ιδιοκτησία του,
τη βροχή για να σπείρει στή μοναξιά
τά δικά του λόγια,
καί τις ματιές που άφηνε πίσω.

Πού είναι τά χρόνια;
Πού είναι τά λόγια;
Τά νωπά χνάρια του μιά γραφή
ένας μικρός κόσμος στήν ομίχλη.

Ήταν ένας άνθρωπος
μέσα σέ σκοτεινό τοπίο.

***

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΟ ΚΑΔΡΟ

Όταν αισθάνομαι τή μοναξιά 
άπό τής ψυχής την πηγή να άναβλύζει,
να μου άγκαλιάζει το κορμί
σαν την πρωινή υγρασία
καθώς κατεβαίνει ερποντας
στον δρόμο άόρατη,
τότε σκέφτομαι τί υπήρξα για μένα
και τί για τους άλλους.

’Ήμουν κορμί- τό κατακτούσαν οί άνάσες
ένα δοχείο πλήρες αισθημάτων
μέσα σ’ αύτή τήν άνθρώπινη έρημο.

Κι αν ράγισα κι αν χύθηκα
κι αν εξατμίστηκα, λίγη μονάχα,
σημασία έχει.

Τώρα πού ήρθε ή ώρα τής πληρωμής
περπατώ μόνος
καθώς ό χειμώνας άνελέητος
τον δρόμο άγκαλιάζει ώς πέρα.

*Από τη συλλογή “Το Φράγμα της Μνήμης”, Εκδόσεις Οροπέδιο, Ιούνιος 2017.

Κυριάκος Ραμολής, Δύο ποιήματα

ΕΝΘΥΜΙΟΝ ΕΠΟΧΗΣ

Τι θλιβερά τα ζευγαράκια
που βγάζουν βόλτα τα σκυλιά τους
νύχτα στην άδεια πόλη
για χέσιμο στα πεζοδρόμια
κατούρημα σε ρόδες αυτοκινήτων
Τι θλιβερά τα ζευγαράκια
που παίζουν τάβλι στα μπαλκόνια
καταμεσήμερο στην άδεια πόλη
ρίχνοντας κύματα τις ζαριές τους
μαζεύοντας πούλια
αντί για βότσαλα
στην απαλάμη

Τι θλιβερά
τα ζευγαράκια
που δεν παραθερίζουν

***

NOTTURNO

Πιωμένος πάλι σιγοτραγι
καθώς γυρίζεις στο σπιτά
σκιά μες στις σκιές του δρόμου
τρομάζοντας τις γάτες που ξεσκίζουν
σακούλες πλαστικές στουυς κάδους
ή τους αγίους αστέγους
με τα αυτοσχέδια καρότσια
που κρύβονται για μια στιγμή
κι ύστερα ξεμυτίζουν πάλι
δειλά δειλά από τη γωνιά
νυχοπατώντας ή βαριά
σέρνοντας τα βήματα
και ψάχνουν πάλι στα σκουπίδια
κι αρχίζουν πάλι να ανασύρουν
από τα σωθικά της νύχτας
με νύχια και αγκίστρια
βαθιά κρυμμένους θησαυρους
σκαλίζοντας με επιμονή
τον ύπνο των δικαίων

*Από τη συλλογή “απ’ το υπόγειο στη νερομάνα”, Εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, Φεβρουάριος 2018.

Γιάννης Γκολφινόπουλος, Ρουτίνες σε επιτάχυνση

Σοφία Περδίκη, Πρόσκληση (2000)

Το μεσημέρι κυνηγώ ερπετά
κυρίως σαύρες
που με βοηθούν σε μεταμορφώσεις
που αλλιώς θα αποδεικνύονταν πολύ εύκολες
και πολύ επικίνδυνες.

Τα μεσημέρι με κυνηγούν ερπετά
κυρίως σαύρες
κοκκινωπές και καλοσυνάτες
με την ανθοδέσμη στο στόμα
και το στόμα στην ανθοδέσμη.

Το απόγευμα όλα τελειώνουν
Συνήθως
Και φορώντας τα πρωινά μου
Παπούτσια
έρχομαι στην Πλατεία Βικτωρίας
και πέφτω με μεγάλη ταχύτητα στο άγαλμα
τσακίζομαι, και μετά σε συναντάω.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 2, Νοέμβριος 2007. Η εικόνα της ανάρτησης είναι επίσης από το ίδιο τεύχος.

Σπύρος Άνεμος, Μικροαστοί

Μύγες που αναμασάτε πλήξη
μύγες του νόμου, μύγες του τσιμέντου
μύγες χωρίς αγκάθια οίκτου
αίμα τρόμος γαλάζιο οι αναμνήσεις σας μύγες

Μύγες τεράστιες με σπέρμα από μάρμαρο
μύγες γυαλιστερές με φωνήαπό πλαγκτον
μύγες της Οδύσσειας
την Ιθάκη σας γυρεύετε στους κόπρους

Μύγες με γαλάζιες ομπρέλες απο γρασίδι
η βροχή με λύκους ουρλιάζει στις μύγες
που κατουράνε τους πλανήτες – την τρύπα να κλείσουν
Μύγες χαζές ψηλά στην ομπρέλλα στη θέση του ήλιου

Μύγες με γυαλιά, μύγες με τρίχες
μύγες με πόδια, μύγες με κρανίο
μύγες με καπέλλο, μύγες με ζαρτιέρες
μύγες, μύγες, μύγες
τριγυρνάτε τη ζωή σαν νάτανε μια βρώμα
μύγες σας μισώ σαν το γαλάζιο

Μύγες με σπίτια τους φούρνους καλοκαιρινούς
μύγες γελάτε ξερνώντας σακούλες (γεμάτες αγάπη)
μύγες η ζωή σας βραδυνή περιπολία
και είναι η αρετή σας παράφωνη σαν μια σφραγίδα

Αυγά, μυγάκια, μύγες
ήπια το γάλα σας και έγινα στήθος
με σκέπασαν, μύγες, τα φτερά σας
μα οι εφιάλτες μου ξερίζωσαν τις μάσκες
και να ‘μαι εγώ βυζί γεμάτο γάλα και κώνιο

Μύγες
φτερουγίζεται γύρω από τα μάτια μου σαν πατρίδα
ζουζουνίζεται θολά σαν θεός
μα εγώ έσφαξα την οικογένεια
γι’ αυτό
και δεν
τολμάτε
να πλησιάσετε τα ματωμένα μου δάχτυλα

Μύγες ζαλισμένες
Από τη δυσωδία του ατσαλιού
Μύγες τυφλωμένες
από τη λάμψη της πράξης
γεννάτε μύγες κεντρί και ορμάτε σαν άδικο
δια της “καθέτου εφορμήσεως”
μα ο δικός μου φόβος σας χαρίζει ειρωνία και συντριβή μύγες
γιατί εγώ είμαι χτισμένος από μαύρο κρέας

Μύγες
Ελάτε
Κοντά μου
Είμαι κουβέρτα
Είμαι πιστόλι,
Είμαι βάρκα
Ελάτε κοντά μου τωρα πια μύγες
μην αργείτε
σας περιμένω,
τώρα πια μύγες,
εγώ ενα βυζί, τυλιγμένο στο μέλι…
Ελάτε

28/9/1989

*Δεν ξέρω ποιος είναι ή ήταν ο ποιητής ούτε αν αυτό είναι πραγματικό όνομα. Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στην αναρχική εφημερίδα “Απόπειρα”, τεύχος 2, κάπου στο 1992, μου άρεσε και το αναδημοσιεύω εδώ. Η φ ωτογραφία της ανάρτησης ειναι ο πίνακας “Ραμόν Γκόμεθ ντε λα Σέρνα” του Ντιέγκο Ριβέρα.