Θεοδώρα Βαγιώτη, Επικεφαλίδα

Φώτο: Gourgouris

(στον πιο αγαπημένο ποιητή)

έρχεται το τέλος
στο ανήσυχο πνεύμα μου
σαν κόκκινος ποταμός της Βίβλου
και κυλάει
ανάμεσα στα στήθη της άλλοτε αγλαόκαρπης Δήμητρας

κι όμως
απ’ όλους
ο πιο σπουδαίος ποιητής
ανοίγει το στόμα του
να πιει το γάλα των πτωματοφάγων

αιώνια καταραμένος
δε διαβάζει πια τίποτε
παρά γράφει διαρκώς
ένα προφητικό αλμανάκ ματαιότητας
που μόνο εγώ κρέμασα στον τοίχο μου
να θυμάμαι
πως έζησα κάποτε τις μέρες μου
στίχο στίχο
περιμένοντας το θάνατο

Γρηγόρης Σακαλής, Προσφορά

Σε χοντρά βιβλία
σε μυθιστορήματα
έψαξα να βρω
την αγάπη
μα βρήκα τα ομοιώματα της
ιδεατές κατασκευές
όσο ωραίες κι αν ήταν
φτιαγμένες
δεν με άγγιξαν
δεν με ζέσταναν
η αγάπη υπάρχει σήμερα
μέσα στις καρδιές
των ζωντανών ανθρώπων
όταν την αφήσουν
να εισέλθει μέσα τους
το χθες έπαψε
να υπάρχει
και το αύριο είναι άγνωστο
σήμερα μπορείς
ν΄αγαπήσεις
ν΄αγαπηθείς
να νιώσεις το μεγαλείο
της προσφοράς
που είναι η αγάπη.

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

Φώτο: Ben Goossens

Των ημερών μου

Το μεγάλο μανουάλι
σε μια αίθουσα ανοικτή στον καθένα
Μετρά τα μικρά κεριά των άστρων
Και τα σβήνει για να μην ξενυχτίσουν
Οι έμποροι άνοιξαν από το χάραμα τα μαγαζιά…
Στα πέτα των ανθρώπων έχεις περάσει σημειώσεις
Σε άγραφα χαρτιά
Από τα φύκια που συνωμοτούν να σ’ αποκτήσουν
Παντοτινά μια περιπέτεια σε κυνηγάει να σ’ εύρει
Στα έγκατα μιας ευτυχίας λησμονημένης
Ξεχνάς πως για να θυμηθείς
Θα πρέπει να βάλεις όλα τα μέλη σου και πάλι σ’ ένα
Όπως ήσουν πριν γεννηθείς
Κάθισε κτύπα δυο πετρίτσες στο γιαλό
Και φώναξε να εισακουστεί η χαρά σου
Και πες στο αλφάβητο να ησυχάσει μέσα σου
Δεν είσαι μόνο νους και γνώση
Στα πόδια ενός Χριστού πελώρια η λιτανεία της ζωής
Και δες πόσο οι μαύρες πλάκες ηφαιστείων έμειναν χωρίς το άσπρο του αφρού
Και δες πως τα μολύβια έπαψαν να βγάζουν τον κατρά της αγανάκτησης
Και καθώς όλος σαν γεννήθηκες να δώσεις
Στο μανιασμένο χώρο των ανέμων
Τη γη επαγγελίας των μνημονίων
Πως είσαι για να ζήσεις στον αφρό…
Ω, χαρά
Σαν Αφροδίτη να ντυθείς με πέταλα
Των πιο κλειστών που ανοίγουν τώρα ημερών σου

*Από τη συλλογή “Το Αρχιπέλαγος”, 2016.

Κομμένο δάκτυλο
 
Η αγάπη είναι σαν τη θάλασσα
που θα θελήσει να την πάρεις όλη
πάνω σου, να την αγαπήσεις
γιατί κι αυτή να ξεκουράζεται στον ήλιο
θέλει, μια μάνα
να την κρατήσει όλη πάνω της
μ’ ένα δάκτυλο
κι αυτό να ‘ναι κομμένο
από τ’ άλλα
μια μάνα που ο ήλιος θέλει
κι αυτός ακόμα να έχει

και έτσι μόνο η ποίηση στο είχε ζητήσει κάποτε
καθισμένη σε καρέκλα
μουδιασμένη ενός Ζηλωτή
κι εκείνη μ’ ένα δάκτυλο, ένα πόδι
κι αυτά κομμένα
λες κι ο ήλιος και η ποίηση μαζί με τη θάλασσα
για να κάνω τη σύγκριση -για ποιον;-
θα μου ζητήσουν αποδείξεις για την αγάπη
από ερευνητικά σημειωματάρια
που δεν φύλαξα
κι ακόμα…δεν μίλησα για την αγάπη.
μόνο συμβολικά,
γιατί  η αγάπη είναι το σαντάλι του ήλιου
που έμεινε να τον αποζητάμε
και ο ήλιος σαν την ποίηση είναι και τη θάλασσα
και θα είναι πια αδύνατο να το δεχτούν αυτό όλοι
χωρίς απόδειξη, χωρίς το κομμένο μας δάκτυλο
γιατί όλα ένα δάκτυλο
κομμένο θέλουν να δουν για να πειστούν
αυτό που λείπει κι αόρατα δίνει
αποδείξεις
στο σημείωμα
που διαβάζει η ψυχή

*Από τη συλλογή “Τα Σκέρτσα της Αλέγκρας”.

Μανίνα Μπομιόκη, Ωχ, γίνομαι ο μπαμπάς μου

γίνομαι ο μπαμπάς μου
όταν στρίβω με το αμάξι από την ιερά οδό στην Κωνσταντινουπόλεως δεξιά
και πάω αρκετά αργά ώστε μέχρι να φτάσω στο φανάρι της λεωφόρου καβάλας αυτό να έχει γίνει πράσινο και να μη χρειαστεί να πατήσω φρένο
γίνομαι ο μπαμπάς μου
όταν περνάω με το αμάξι από λακκούβες και βγάζω ταχύτητα
για να μη χαλάσουν τα αμορτισέρ
γίνομαι ο μπαμπάς μου
όταν στο φαγητό μ’ αρέσει να ‘χει πολλά πιάτα στο τραπέζι
και να γεμίζω το δικό μου με κάτι από το καθένα
έτσι για την ποικιλία’ αλλά κυρίως για την απόλαυση
γίνομαι ο μπαμπάς μου
όταν κάθομαι και διαλέγω ποιο πουκάμισο θα φορέσω
ώστε να γίνω ο κατάλληλος για την εκάστοτε περίσταση
μπομιόκος
γίνομαι ο μπαμπάς μου
όταν ακούω κάποιο ζεϊμπέκικο που μ’ αρέσει
και με σηκώνει η μουσική του να το χορέψω
και νιώθω ότι πετάω.
κι ας έλεγες τελευταία βλέποντας στην υγειά μας ρε παιδιά
πως δεν σου αρέσει να χορεύουν οι γυναίκες ζεϊμπέκικο,
στον χορό του λυκείου με καμάρωσες κατά βάθος,
γίνομαι ο μπαμπάς μου
όταν βγάζω το πορτοφόλι να πληρώσω
και διαλέγω τα χαρτονομίσματα που είναι πιο παλιά και τσαλακωμένα
και κρατάω τα καινούρια λες κι αξίζουν παραπάνω
γίνομαι ο μπαμπάς μου
όταν πιω αρκετά ώστε να πελτικίζω.
κι ας μην ξέρετε τι σημαίνει αυτό, ξέρουμε εμείς και μας αρκεί,
γίνομαι ο μπαμπάς μου
όταν διαλέγω το χιούμορ για να επικοινωνώ
ακόμα κι όταν οι καταστάσεις είναι «σοβαρές»
γίνομαι ο μπαμπάς μου
όταν στις τελευταίες σου στιγμές
σου πιάνω το χέρι στο κρεβάτι του νοσοκομείου
όπως έπιανες και συ το χέρι της κορούλας σου
σ’ ένα άλλο κρεβάτι νοσοκομείου
πριν πολλά χρόνια…
τέλος.
όλα τ’ άλλα από κει και πέρα είναι μια φάρσα
και θα γίνομαι τώρα πια επίτηδες ο μπαμπάς μου
για να σε φέρνω λίγο κοντά μου.

*Δημοσιεύτηκε στο «Τεφλόν», τεύχος 23, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2020, σελ. 104.

Ζωή Καραπατάκη, Ούτε και το θαύμα

Απ’ όλη την πολιτική, ένα πράγμα μόνο καταλαβαίνω, την εξέγερση.
Γκ. Φλωμπέρ

Ακόμη κι αν μαθαίναμε σήμερα
ότι οι κοντινοί μας πλανήτες
έχουν γεμίσει από κόκκινες παπαρούνες
σε κάθε γωνιά τους
που στέκονται ακίνητες
σαν ζωγραφισμένα φιλιά
μέσα στη συμπαντική σιωπή
Τι θα συνέβαινε;
Μήπως θα γινόμασταν άλλοι άνθρωποι;
Μήπως θα ξεμπλοκάρονταν τα πιο γλυκά μας συναισθήματα;
Μήπως θα ξεριζώναμε την πλεονεξία;

Τι λέω, το σίγουρο είναι
ότι κάποιοι θα έσπευδαν να διαμορφώσουν
νέους τουριστικούς προορισμούς
και με μια καλή σπρωξιά όπως πάντα
θα έβαζαν στην άκρη τους εραστές
του αγνώστου και του απείρου
τους λάτρεις του ωραίου
Οι βιομήχανοι κάθε κατηγορίας
θα έτρεχαν να εκμεταλλευτούν
τις καινούργιες ύλες προσφέροντας
πιο ισχυρές υποσχέσεις μακροζωίας

Ενώ εμείς θα γερνούσαμε πάλι
μέσα στην αήτητη φυλακή που φτιάξαμε

Μιχάλης Κατράκης, Φαιδρό χρονικό

Πέρασε το χθες -γέλα!-
Ξεμπερδέψαμε με τα πέτρινα χρόνια -γέλα!-
Πέρασε και άφησε μονάχα
Παραφουσκωμένες κοιλιές
Κι άδεια κρανία.
Αναθερμαίνουμε ψυχρούς πολέμους
Με Βολταρέν και έμπλαστρα καψαϊκίνης
Μας καίει τα χέρια η δραστική ουσία
Αλλά εκεί εμείς, όλο τους τρίβουμε.
Το σήμερα ξημέρωσε -γέλα!-
Λάμπει στα ψηλά ο ήλιος -γέλα!-
Φοράμε πάνω μας τον Θεό
Για αντηλιακό υψηλού δείκτη
Και γυαλιά σκούρα
Άμα κοιτά πολύ ώρα τον ήλιο
Τυφλώνεται ο άνθρωπος
Και βλέπει αλλιώτικα μετά
Όλο ουράνιες σφαίρες.
Το αύριο θα ‘ρθει -γέλα!-
Είναι σίγουρο ότι θα μας προλάβει -γέλα!
Θα βαδίζουν άλλοι για μας
Τέρμα ο κόπος
Άλλοι θα μιλάνε και θα σκέφτονται
Εμείς μόνο φαΐ και καλοπέραση
Δεν έπιασε ακόμα η ξυλοκαΐνη την ψυχή σου; Γέλα!
Μα, γιατί δεν γελάς;

*Από τη συλλογή “Σε μια Olympia ’79”, Διαδικτυακή έκδοση, 2018.

Αργύρης Χιόνης, Μικρή Φυσική Ιστορία

Το ταπεινό χορτάρι που φυτρώνει
ανάμεσα στις πλάκες των πεζοδρομίων μας
δεν είναι διόλου ταπεινό.
Είναι το δάσος που επιστρέφει.
Είναι η ζούγκλα που ποτέ δεν παραιτήθηκε
από αυτό που της ανήκει
και που της πήραμε με τόσο δόλο.

Η γάτα που μας γδέρνει τάχα παίζοντας το χέρι
δεν παίζει διόλου.
Είναι το αιλουροειδές που εκδικείται.
Για όλ’ αυτά τα χάδια ανάμεσα στα μάτια
για όλα αυτά τ’ αποφάγια της ζωοφιλίας μας.
Είναι η τίγρη που τη σάρκα μας γυρεύει.

Η χαλασμένη βρύση που στάζει αδιάκοπα στο νεροχύτη μας
δεν είναι καθόλου χαλασμένη.
Είναι ο ποταμός, ο καταρράχτης κι ο κατακλυσμός
που δεν υπέκυψαν ποτέ στο κεντρικό μας δίκτυο υδρεύσεως.
Είναι τα ύδατα που αμφισβητούν το διαχωρισμό τους από τη γη
που αμφισβητούν τη γένεσή μας.

Jacques Prevert, Η καινούργια εποχή

Jacques Prevert, Collage

Εύφορη γη
Καλό παιδί η Σελήνη
Μια θάλασσα φιλόξενη
Κι ο ήλιος χαμογελαστός
Στο ρεύμα του νερού
Κορίτσια αέρινα της εποχής
Κι όλα τ’ αγόρια αυτής της γης
Να κολυμπούν στην πιο βαθιά χαρά
Ούτε χειμώνας ούτε καλοκαίρι
Μήτε φθινόπωρο μήτε άνοιξη ποτέ
Μόνο καλός καιρός όλο το χρόνο
Και τα παιδιά τ’ αγαπημένα του Θεού
Τον έχουν διώξει απ’ τον παράδεισο της γης τους
Δεν Τον αναγνωρίζουν απ’ την Εύα ή τον Αδάμ
Πήρε κι Αυτός των ομματιών του για να βρει δουλειά
Δουλειά γι’ Αυτόν και για το φίδι στο εργοστάσιο
Αλλά εργοστάσιο δεν υπάρχει πια
Υπάρχει μόνο
Εύφορη γη
Καλό παιδί η Σελήνη
Μια θάλασσα φιλόξενη
Κι ο ήλιος χαμογελαστός
Έτσι ο Θεός μαζί με το ερπετό του
Μένει εκεί
Χοντρο-Αηγιάννης σαν και πριν
Ξεπερασμένος απ’ τα γεγονότα.

*Από το βιβλίο “Ζακ Πρεβέρ – Θέαμα και Ιστορίες”, εκδόσεις Ύψιλον, 2002. Μετάφραση: Γιάννης βαρβέρης.

MKΧ, Ένα ποίημα για τα κορίτσια που κλαίνε με μάτια μελανιασμένα σε φυσικό μπλε

Δημιουργούμε όρους
mansplaining
gaslighting
χειραγώγηση
μάτσο συμπεριφορά
τραύμα
κατασκευάζουμε όρους
συμπερίληψη
ασφαλείς χώροι
κατανόηση
και κάθε φορά
κάποιος μας λέει
πρώτη φορά το ακούω
αυτό
δεν το ήξερα
καμία άλλη δεν το χει πει
η απάντηση ακούγεται
σαν το
οι προηγούμενες
τελείωναν έτσι
μήπως εσύ έχεις κάποιο πρόβλημα,
της προηγούμενης δεκαετίας
τα σώματά μας
μέσα από το αντρικό βλέμμα
τα συναισθήματά μας
μέσα από το αντρικό πρίσμα
οι σκέψεις μας
μονάχα αντρικές
και μια φίλη που κλαίει
επειδή
ήταν καλό παιδί αλλά
έκανε ghosting
ήταν καλό παιδί αλλά
έκανε συναισθηματικούς εκβιασμούς
ήταν καλό παιδί αλλά
βίαιος
ήταν καλό παιδί αλλά
την επιτηρούσε
και μια άλλη φίλη τής λέει
μπορεί και να είσαι υπερβολική
λίγο
λες κάτι
που το κάνουν όλοι
-χωρίς να συμπληρώνει
δυστυχώς
στην πρότασή της.

*Δημοσιεύτηκε στο ΄Τεφλόν”, Νο 23, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2020, σελ. 58.