Μάριος Μαρκίδης (1940-2003), Ασυναρτησίες

Όσα δεν φτάνουν τα ποιήματά μας, αναλαμβάνουν να τα
καθαρίσουνε τα χέρια μας.
Αφού δεν ονειρεύεσαι, άνοιξε το φως στο κομοδίνο.
Νοέμβρης, Νοέμβρης και Νοέμβριος
κι ύστερα δώστου πάλι καλοκαίρι.
Μη σταματάς. Κάνε κουπί
η θάλασσα αντιπαθεί τη νωχέλεια

Μικρή Πρέσπα τώρα:
Ανάμεσα στις αιώνιες καλαμιές
συνεδριάζουν περί του πρακτέου τα βατράχια.
Δεν είναι μια η Λάμια Φίλε. Είναι πολλές οι Λάμιες
Κατέφυγα πανικόβλητος στ’ απέναντι βράχια

Η νύχτα έπεσε στη θάλασσα
θα γίνει αύριο άκουα μαρίνα.
Η Πηνελόπη Δέλτα κράτησε την αναπνοή της και πέθανε
Εμείς θα ξαναϊδωθούμε στην Αθήνα

Τα ποιήματά μας καταφεύγουν στο χαρτί
αφού έχασαν την πτήση.
Το παρακάνουν τώρα με τα διότι και τα διατί:
Δεν θα βρεθεί μια γομολάστιχα να τα σβήσει;

(Εγώ θα της πω : Δεν ήσουν ο έρωτας που ζητάω
Δυστυχώς, Ωραία Ελένη μου, δεν σε πάω).

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Σημειώσεις”, τχ. 42, 1993. Πηγή: Ιστολόγιο Παμπάλαιο Νερό.

Βολφ Μπίρμαν (Wolf Biermann), Τρία ποιήματα

δε φτάνει η ειρωνία

για τον Χάινριχ Μπ.

Δε φτάνει; Μα ούτε
κι η οργή φτάνει, ούτε
η κατανόηση, η λύπη
δε φτάνει καθόλου, ούτε η προσοχή!

Μα δε φτάνει η
βία, ούτε οι προφητείες
ούτε η ΟύνεΟη, τα ιερα
ψέματα δε φτάνουν
δε φτάνει να κλείνουμε τ’ αυτιαά
ούτε να σωπαίνουμε ούτε να μιλάμε

Σεμνότητα δε φτάνει
ούτε υπεροψία, το θάρρος δεν
φτάνει, ούτε η δειλία, ενάντια
σε τούτη την τρέλα δε φτάνει
η τρέλα, ενάντια σ’ ανθρώπους δε βοηθάνε
οι άνθρωποι, ούτε οι φωνές ενάντια σ’ αυτους που φωνάζουν
μα ούτε κι η σιωπή ενάντια στις φωνές

Οι λέξεις διαστρέφουν τις λέξεις
οι λέξεις διαστρέφουν τα στόματα
τραβηγμένες απ’ τα μαλλιά της γνώσης
έτσι κι εμείς τραβιόμαστε απ’ τα μαλλιά μας
για να βγούμε από καινουργιοκαταχτημένους βούρκους
Ο κόσμος, Θεέ μου, εύκολο είναι να σωθεί!
Αλλά άνθρωποι, ποιος θα σώσει τους σωτήρες;!

***

πορτραίτο ενος γέρου επαναστάτη

Δέστε, σύντροφοι, τούτο τον επαναστάτη: Τον κόσμο
τον άλλαξε, τον εαυτό του όμως όχι
Τα έργα του φτάσαν στον σκοπό τους, μα αυτός έφτασε στο
τέλος του

Δε μοιάζει, αλήθεια, με το βόδι του κινέζικου παραμυθιού
το ζεμένο στο ζυγό; Όλο το νερό
το έχει αντλήοει. Πότισε
τα χωράφια. Το ρύζι
πρασινίζει. Κι αυτός όλο γυρίζει
γύρω γύρω
και δε βλέπει μπρός του τίποτ’ άλλο απ’ τα
ίδια-του τα χνάρια πάνω στη λάσπη χιλιοχαραγμένα
Χρόνια και χρόνια φαντάζεται μεσ’ στη μοναξιά του
Πως βαδίζει το δρόμο των μαζών. Κι ωστόσο τρέχει
πίσω απ’ τον εαυτό του μονάχα. Τον εαυτό του μονάχα
συναντάει και δεν τον βρίσκει
και μένει πάντα μακρια απ’ τον εαυτό του

Δέστε, σύντροφοι, τούτο τον επαναστάτη: Τον κόσμο
τον άλλαξε, τον εαυτό του όμως όχι
Τα έργα του φτάσαν στον σκοπό τους, μα αυτός έφτασε στο
τέλος του

Αυτά να βλέπετε, σύντροφοι. Και να τρέμετε!

***

στην Πράγα ζει η παρισινή κομμούνα

Στην Πράγα ζει η Παρισινή Κομμούνα, ακόμα ζει!
Η Επανάσταση γίνεται λεύτερη ξανά
Ο ίδιος ο Μαρξ κι ο Λένιν κι η Ρόζα κι ο Τρότσκι
Στέκουνε πλάι στους κομμουνιστές

Ο Κομμουνισμός κρατάει ξανα στην αγκαλιά του
την Ελευθερία και της κάνει ένα παιδί γελαστό
που θα ζήσει χωρίς γραφειοσατράπες
λεύτερο απ’ την εκμετάλλευση και των τυράννων
την εξουσία

Οι φαρισαίοι τρέμουν μεσ’ στο πάχος τους
και μυρίζονται την αλήθεια. Έρχετ η μέρα
που στου Μολδάβα το βυθό θ’ αρχίσουν να κυλάν οι πέτρες
και τέσσερις αυτοκράτορες στην Πράγα θαν’ θαμμένοι

Ανασαίνουμε ξανά, σύντροφοι. Με γέλια
διώχνουμε απ’ τα στήθια μας τη στείρα μας λύπη
Ναι, είμαστε πιο δυνατοί απ’ τους αρουραίους και
τους δράκους!
Και τόχαμε ξεχάσει και πάντα το ξέραμε

*Από τη συλλογή “Στους παλιούς συντρόφους μου”, Εκδόσεις Κάλβος, Αθήνα 1979. Μετάφραση΅Δημοσθένης Κούρτοβικ.

D.H. Lawrence, Από “Το πλοίο του θανάτου”

IV

0 let us talk of quiet that we know,
that we can know, the deep and lovely quiet
of a strong heart at peace!

How can we this, our own quietus, make?

’Ώ, άφήστε μας νά μιλήσουμε γιά τή γαλήνη πού γνωρίζουμε
γι’ αύτήν πού είμαστε σέ θέση νά γνωρίζουμε,
γιά την ωραία καί βαθιά γαλήνη μιας δυνατής
καρδιάς έν ειρήνη;

Πώς θά πετύχουμε τή λύτρωσή μας!

V

Build then the ship of death, for you must take
the longest journey, to oblivion.

And die the death, the long and painful death
that lies between the old self and the new.

Already our bodies are fallen, bruised, badly bruised,
already our souls are oozing through the exit
of the cruel bruise.

Already the dark and endless ocean of the end
is washing in through the breaches of our wounds,
already the flood is upon us.

Oh build your ship of death, your little ark
and furnish it with food, with little cakes, and wine
for the dark flight down oblivion.

Φτιάξτε λοιπόν τό πλοίο τοΰ θανάτου, γιατί πρέπει
νά φύγετε γιά τό μακρύτερο ταξίδι, γιά τή λησμονιά.

Καί νά χαθείτε μ’ έναν θάνατο, άργόσυρτο κι έπώδυνο
πού βρίσκεται ανάμεσα στόν νέο καί τόν παλιό εαυτό σας.

Τά σώματά μας έπεσαν, μωλωπισμένα, άγρια μωλωπισμένα
ήδη οί ψυχές μας στάζουν μές άπ’ την έξοδο
τοΰ ώμου μωλωπισμού.

’Ήδη ό ζοφερός απέραντος ωκεανός τοΰ τέλους
εισρέει στ’ ανοιγμένα τραύματά μας,
μάς σκεπάζει ήδη ή πλημμύρα.

’Ώ, φτιάξτε τό καράβι τοΰ θανάτου, τή μικρή σας κιβωτό
καί εφοδιάστε το μέ τρόφιμα, κρασιά καί κέϊκ
γιά τή σκοτεινή σας πτήση κάτω κεΐ στή λησμονιά.

VI

Piecemeal the body dies, and the timid soul
has her footing washed away, as the dark flood rises.

We are dying, we are dying, we are all of us dying
and nothing will stay the death-flood rising within us
and soon it will rise on the world, on the outside world.

We are dying, we are dying, piecemeal our bodies are dying
and our strength leaves us,
and our soul cowers naked in the dark rain over the flood,
cowering in the last branches of the tree of our life.

Τό σώμα λίγο-λίγο αργοπεθαίνει, καί ή άτολμη ψυχή
έχει ξεπλύνει την πατημασιά της, καθώς ή ζοφερή
πλημμύρα ανατέλλει.

Πεθαίνουμε, πεθαίνουμε, δλοι μας πεθαίνουμε
καί τίποτα δεν πρόκειται νά σταματήσει
τήν πλημμύρα τού θανάτου πού επέρχεται εντός μας
καί συντόμως στόν κόσμο θά έπέλθει,
δηλαδή στόν έξω κόσμο.

Πεθαίνουμε, πεθαίνουμε, τό σώμα μας άργοπεθαίνει
καί ή δύναμή μας μάς αφήνει,
κι ή ψυχή γυμνή ζαρώνει στή σκοτεινή βροχή τής πλημμυρίδας,
στά έσχατα κλαδιά ζαρώνει τού δέντρου τής ζωής μας.

*Από τη συλλογή “Το πλοίο του θανάτου”, δίγλωσση έκδοση. Εκδόσεις θράκα, 2015. Μετάφραση: Κώστας Λάνταβος.

Καλλιόπη Εξάρχου, Δύο ποιήματα

Νόμος της βαρύτητας

Έμαθα ότι κάποιοι από σας
διστάζετε να ταξιδέψετε
στην πολιτεία των ποιητών

Σας μίλησαν
για ναύλα ακριβά
γιατί τα σύννεφα
κινούνται με αιθέρα
Σας είπαν
για δωμάτια αφρούς
και φοβηθήκατε
την αστάθεια του ύπνου
Ρωτήσατε με τι θα τρέφεστε
και σας έδωσαν
σπόρους πουλιών

Με κείνα και με τ’ άλλα
αποφασίσατε τελικά
να πάτε
κάπου που να πατάει χώμα
η καρέκλα σας

Εσείς δεν είστε
για θροΐσματα φτερών
που αψηφούν τον νόμο της βαρύτητας

***

Λόγος παραινετικός

Τα απόμακρα στόματα
φοβού
που σ’ εξορίζουν 
από τη γλώσσα σου

Μη ζηλέψεις
τα χέρια
τα υπερφίαλα

Μη συγκατανεύσεις
στους ήχους
των αλώσεων

Αφού γεννήθηκες
για να διακορεύεις
τα σύνορα
μεταξύ ζωής
και ονείρου

Πιάσε λοιπόν
το νήμα από εκεί
και βολέψου
στην κατάρα
κι ευλογία
του άμαχου πληθυσμού

*Από τη συλλογή “μάχιμα χείλη”, Εκδόσεις Σοκόλη, Δεκέμβρης 2014.

William Butler Yeats, Δύο ποιήματα

Το τραγούδι του περιπλανώμενου Άνγκους

Βγήκα στο φουντουκόδασος γιατί έκαιγε
Μια φλόγα δυνατή μες στο κεφάλι μου’
Κι έκοψα ένα κλαδί αγριοφουντουκιάς και το ξεφλούδισα
Κι έδεσα στην άκρη με κλωστή ένα βατόμουρο’
Και μόλις πήραν να φτεροκοπούν γύρω οι νυχτοπεταλούδες
Και τ’ άστρα, σαν κι αυτές, λευκά να τρεμοσβήνουν,
Έριξα στο ποτάμι το βατόμουρο
Κι έπιασα μια μικρή, μιαν ασημένια πέστροφα.

Την έσυρα αμέσως καταγής
Και βάλθηκα ν’ ανάψω μια φωτιά’
Μα κάτι πήρε να θρόίζει στο χορτάρι
Κι άκουσα κάποια τ’ όνομά μου να φωνάζει.
Στράφηκα: ένα κορίτσι φως θαμπό
-Άνθη μηλιάς στόλιζαν τα μαλλιά της-
Έλεγε τ’ όνομά μου’ κι έτρεχε, κι έφευγε μακριά
Ώσπου και χάθηκε στο κάτασπρο φεγγάρι.

Τι κι αν με βρήκαν τα γεράματα να διάγω
Βίο πλάνητα σε λόφους και σπηλιές’
Εγώ θα βρω πού χάθηκε, θα βρω τα χείλη της
Να τα φιλήσω’ το χέρι της στο χέρι μου θα κλείσω
Και θα βαδίσουμε μαζί μες στα ψηλά, τα διάστικτα αγριόχορτα’
Κι ώσπου να σβήσει ο χρόνος κι η ζωή,
Θα δρέπουμε μαζί τα μήλα της σελήνης τ’ ασημένια
Και τα χρυσά της ηλιακής μας σφαίρας.

*Από τη συλλογή «Ο άνεμος στις καλαμιές»(1899). Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος.

***

Οι κούκλες

Μια κούκλα στου κουκλοιποιού το σπίτι
Την κούνια του μωρού κοιτάζει και φωνάζει:
«Για μας, αυτό είναι μεγάλη προσβολή».
Και η γηραιότερη από τις κούκλες όλες,
Στη βιτρίνα φυλαγμένη από καιρό,
Που του είδους τις πολλές γενιές έχει γνωρίσει,
Σε όλο το ράφι φωνάζει δυνατά:
«Αν και κανένας δεν υπάρχει
Κακό να πει γι’ αυτό το σπιτικό,
Ο άντρας και η γυναίκα έφεραν εδώ
Σε δυσμένεια ρίχνοντάς μας
Ένα πλάσμα θορυβώδες και αισχρό».
Ακούγοντάς τις φωνές και τις βλαστήμιες
Του τεχνίτη η γυναίκα ξέρει
Πως ο άντρας της τον αχρείο έχει ακούσει,
Πως ο φόβος στην καρέκλα τον ζαρώνει.
Με το κεφάλι της στον ώμο του γερμένο,
Στ’ αυτί τού ψιθυρίζει:
«Καλέ, καλέ, καλέ μου,
Ατύχημα, ατύχημα ήταν το μωρό».

*Από τη συλλογή «Ευθύνες» (1914). Μετάφραση: Θωμάς Τσαλαπάτης.

**Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Ποιήματα του William Butler Yeats», Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2011.

Paul Verlaine, Οι ράθυμοι

Μπά ! Καί ή μοίρα μας έγινε πεζή.
– Αν θέλετε, πεθαίνουμε μαζί;
– Σπανία ή πρόταση, όρισμένως.

– Ωραίο τό σπάνιο. Λοιπόν εμπρός.
Ό τόπος θαυμάσιος καί ό καιρός.
– Χί! χί ! χί! Απογοητευμένος !

Ίσως. Αλλά προπάντων έραστής
άψογος. Ανέκαθεν ιδεαλιστής.
Νά πεθάνουμε τώρα ελάτε.

Περσότερο ειρωνεύεστε, θαρρώ,
παρά όσο κάνετε τόν τρυφερό.
Πάψετε, κύριε, αν άγαπάτε.

Έτσι τό βράδυ κείνο άπάνω στη
χλόη, καί στ’ άνθη άπάνω καθιστοί,
δυό περίεργοι έρωτευμένοι

άναβάλανε τέτοιο ζηλευτό
θάνατο, κι άπομείνανε γι’ αύτό
– χί ! χί ! χί !— καταγοητευμένοι.

*Από το βιβλίο “Σαρλ Μπωντλαίρ – Πωλ Βερλαίν, 25+6 Ποιήματα σε μετάφραση Κ.Κ. Καρυωτάκη”, Εκδόσεις Στοχαστής. 2008-09 (ανατύπωση).

Νίκος Σφαμένος, Η άνοιξη που έρχεται θα είναι παγωμένη

με τις ώρες μπροστά σ’ ένα κομμάτι
χαρτί
χαμογελάς
ω ναι
οι μεγάλοι ποιητές τα είπαν όλα
μα γράψε κάτι για τούτη τη νύχτα
-ειδικά ετούτη-
και μετά πέτα τις λέξεις στον αέρα
άστες να στριφογυρίζουν και
άπλωσε τα χέρια σου
άγγιξε τες
μα ναι
οι μεγάλοι ποιητές τα είπαν όλα
και εγώ
τι να σας πω
τι να σας πω
για τούτη τη πένθιμη νύχτα του
ακροβάτη
δεν ξέρω
οι άνθρωποι μοιάζουν περισσότερο νεκροί
από ποτέ
και οι γάτες τριγυρνάνε στις σκεπές
και οι γέροι κλαίνε στα λιμάνια
τα χέρια να αιωρούνται στο σκοτάδι
οι ψυχές να διαβαίνουν τα σοκάκια
και εγώ
μα τι να σας πω
δεν ξέρω
περπατάω σε ετοιμόρροπες
γέφυρες
ξενυχτάω σε μια άδεια άγνωστη
πολιτεία
οι μεθυσμένοι θα κοιμούνται στα
βρώμικα παγκάκια
τα παιδιά θα ονειρεύονται παρέα
με τ αστέρια
εγώ
καίγομαι
τα βράδια
εκτοξεύομαι
-μα οι μεγάλοι ποιητές τα είπαν όλα-
οι καμπάνες τις πόλης χτυπάνε
κάποιοι τούτη την ώρα έρχονται
κάποιοι τούτη την ώρα φεύγουν
τι να πει ένας μοναχικός καθώς
οι πόλεις ερημώνουν
οι ζωές χάνονται
τι να πει στις μέρες που φεύγουν ή
στα σκυλιά που κλαίνε στους δρόμους
-μάλλον τίποτα-
μόνο θα πάρει στη χούφτα του
δυο τρεις λέξεις
θα μυρίσει τη δροσιά τους
λίγο πριν σας τις δώσει και όλα χαθούν
θα τις κρύψει στη μασχάλη του
θα μοιραστεί μαζί τους τη γαλήνη
απόψε δε φυσά αέρας και ούτε
ο ουρανός έχει
αστέρια
λέξεις μαχαίρια
άγιες
ανέγγιχτες
ταξιδεύουν στον ορίζοντα
ελεύθερες
όμως εγώ θα τις κρύψω στη μασχάλη μου
θα μυρίσω τη δροσιά τους
λίγο πριν σας τις δώσω και όλα χαθούν

*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”, 2010.

Νίκος Βουτυρόπουλος, από τα “Εργοτάξια Τύψεων”

Δ

Πώς να γελάσεις καθηλωμένος στα περαιτέρω;
Περιμένεις καλοκαιρίες οι εμπειρίες φευγάτες
ο αέρας σφυρίζει σου γδέρνει το πρόσωπο
μια αναίτια θάλασσα σε τριγυρνά
με τους γλάρους να ψέλνουν μακάβρια
το πρωί στενάζεις λυπημένα φωνήεντα
κι αρχίζεις ξανά να μετράς την αυγή με το βλέμμα
προορισμών ξεχασμένων.

Κοντεύει φθινόπωρο στα λιμάνια λιάζονται πλοία.
Πότε θα γίνεις της ζωής επιβάτης;

*“Εργοτάξια Τύψεων”, εκδ. Θράκα, 2016.

Ρω Νικολάου, Ψαλιδιστής

Προσπαθώ να θυμηθώ τη φωνή του
ένα φωνήεν αναπηδά
στ’ αφτί πολύ κοντά
μαζί με τον ήχο του ψαλιδιού
και το φως
των φθινοπωρινών καταστημάτων
ανάβει μέσ’ απ’ τα κλαδιά.
Αγαπητέ μου κύριε
πώς γίνεται εσείς
που μέσα σε λίγα λεπτά
μεταμορφώνατε το παιδικό κεφάλι μου
σε δεσποσύνης
τώρα να κάθεστε στον καφενέ
ακέραστος και βυθισμένος
στο παντέρημο σας απόγευμα;
(Με φλέρταραν πολύ τ’ αγόρια
μα τα κοίταζα αφ’ υψηλού
ω, κύριε – τι θυμήθηκα – υπήρξα λοιπόν
εκείνο το κορίτσι που
έπαιζε μέχρι το βαθύ σούρουπο
κι ήμουνα όμορφη
και δυνατή πιο πολύ ακόμα
κι από ’κείνο τ’ αγόρι
που όλους τους νικούσε στη γειτονιά

*Από τη συλλογή «Ψαλιδιστής», Εκδόσεις Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, 2018

Νίκος Στραγαλινός, Παραλογή

Βράδια προχωρεμένου Φθινοπώρου
είχε στο νοΰ του πέρδικες νά μαδιοΰνται
μέ τά φτερά λυμένα.
Πάνω σέ κεραμίδια πράσινα
τεφρά πουλιά νά κελαηδούν.
Ανέβαινε στη μηλιά νά σκοτωθεί.

Απλωνε μες στο δίχτυ νά τόν τραβήξουν πάνω.

Χάραζε.
Μακριά κάτω στή θάλασσα
ένα ολόμαυρο ψάρι τριγυρίζει.

*Από τη συλλογή “Σκοτεινή καί Ιερά Λυρική”, Εκδόσεις Διάττων, Αθήνα 1992.