Δημήτρης Δούκαρης (1925-1982), Τα ευρεθέντα

Βρήκα το βράχο να φυτρώνει
μέσα στις σάρκες μου
και τον Προμηθέα να βόγγει
μέσα στις σάρκες μου’
βρήκα το Σταυρό να πάσχει
μέσα στις σάρκες μου
και το Χριστό να μη δέχεται
το “τετέλεσται”,
μέσα στις σάρκες μου.
Εσείς που δε βρήκατε τα πράγματα
και τα ονόματα,
εδώ που μάχεται ανένδοτα το αίμα,
για ποιο λόγο ζητήσατε:
το Λευτεριά;

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Λωτός”, τεύχος 2-3 / 1971.

Λουκία Πλυτά, Πρώτο φιλί

Υγρό, με φίλησε το στόμα του
κάτω από της ροδιάς τα φύλλα
μεταφέροντας μέσα μου
όσα η ψυχή του έκρυβε.
Ξύπνησε τη δίψα.
Βροχή ξεκίνησε.
Σείστηκε η φυλλοβόλος.
Κοκκίνισαν τα ρόδια.
Έσκασαν,
γέμισε ο τόπος σπόρους.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://thekissventure.com/2020/07/13/%ce%bb%ce%bf%cf%85%ce%ba%ce%b9%ce%b1-%cf%80%ce%bb%cf%85%cf%84%ce%b1-%cf%80%cf%81%cf%8e%cf%84%ce%bf-%cf%86%ce%b9%ce%bb%ce%af/?fbclid=IwAR1N64o3Q2O28cL3D1vxQuWGfazU2Ey1bvAIQYyj6nP9YsSgik4WgDeA1ww

Γιάννης Λειβαδάς, Aπό τη συλλογή “Οι Κρεμαστοί Στίχοι της Βαβυλώνας”

Τακτοποιώ στο χέρι το τσιγάρο
ερημιά λόγω βροχής
κάποιοι φαίνονται στεγνοί
και πρόθυμοι
κανένα απεριτίφ
κεφάλια στα παράθυρα
κάτι γίνεται στα σύννεφα
είμαι ευχάριστα μουντός πάνω
στο δρόμο που γυαλίζει
και θυμίζει κατάστρωμα
μια άνοιξη ερχόμενη με ιταλικό
αεράκι
τα δέντρα κοιμούνται τόσο ήσυχα
γράφω
απ’ το ξημέρωμα τόσο αργά
που οι λέξεις ολοκληρώνονται σαν
πίνακες.
Αναπνέω όπως η Τζαζ
υπόνομοι θησαυρίζουν
γυαλιστερές ανταύγειες
λέγαμε πολλά
λέμε περισσότερα
πλήρης ασυμφωνία
βροχή
φωτόνια
αμοίραστη ιδιωτική
καπνόσφαιρα

*“Οι Κρεμαστοί Στίχοι της Βαβυλώνας”, εκδόσεις Μελάνι, 2007. Παρμένο από εδώ: https://cignialo.gr/giannis-leivadas/?fbclid=IwAR1BosKvwU8YFs1Pph2e54g1pyTHRGvodx5Rv-HHP8GhbrMxlO6kpyK8OwI

Χρήστος Κολτσίδας, Ποιήματα για την καρδιά του Σαμουράι

Βρέχεται η καρδιά του Σαμουράι

Πέφτει βροχή.

Βρέχεται ο κόσμος
βρέχονται τα ρούχα του Σαμουράι
βρέχεται το δέρμα του
βρέχεται η καρδιά του
βρέχεται κι ο νους του.

Αλλά για την καρδιά του τον νοιάζει πιο πολύ.

***

Κραυγή

Για να τρομάξει τους εχθρούς του
ο Σαμουράι βγάζει μια κραυγή.

Αλλά απ’ την κραυγή
τρομάζει κι ο εαυτός του.

***

Μαχόμενος ή μόνος

Με πολλούς εχθρούς μάχεται ταυτόχρονα
ο Σαμουράι.
Χορός ο πόλεμος
στην επιφάνεια του χάους.

Αλλά το χάος
-που είναι μια ύπουλη ρουφήχτρα-
τον ρούφηξε
και τελικά τον ξέβρασε
σε μια κρυστάλλινη ερημιά.

Και τώρα νιώθει μόνος
φυσικά.

*Δημοσιεύτηκαν στο “Τεφλόν”, Νο 23, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2020 (σελ. 82).

Erich Muhsam, Τέσσερα ποιήματα

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΠΙΝΟΥΝ*

Τα μάτια μου πίνουν τα βλέμματά σου
Η ψυχή μου ξέρει τα αισθήματά σου.
Ω, λες και η βαριά νύχτα θα μπορούσε να μας εκφράσει
Με επίμονο συνένοχο ένα αστέρι.

Τα χέρια μου ψάχνουν τον πόθο σου
Και τα χείλη μου φιλούν τη λαχτάρα σου
Μισείς τη φυγή της νύχτας που ουρλιάζει;
Βλέπεις το μάτι του Φεγγαριού που στάζει αίμα;

Σφίξου επάνω μου -έτσι θα είμαστε ενωμένοι
Η μοίρα σου θα ταυτιστεί με τη δική μου.
Εσύ -εμείς οι δύο μόνοι- και ο κόσμος τώρα πια μακρινός…
Κοίτα, υπάρχει επίσης το αστέρι, το αστέρι.

*Meine Augen Trinken, 1904.

***

ΚΑΘΕ ΝΥΧΤΑ*

Κάθε νύχτα σηκώνομαι
πίσω μου ένα μέλλον
που δεν φαίνεται πια,
που νοερά
έχει ήδη συμβεί

Νέες εικόνες γεννιούνται,
κόσμοι περιστρέφονται
γύρω από άξονες που αλλάζουν: γεννιούνται
πεθαίνουν, αγαπούν, δημιουργούν.

Τα περασμένα ξεσκίζονται
Ουρλιάζοντας στροβιλίζοντας
ο κόσμος γκρεμίζεται
μέσα στον λάκκο. Φωνάζει η ζωή!

*Jeden Abend, 1909.

***

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΟΔΟΙΠΟΡΟΣ*

Είμαι ένας οδοιπόρος χωρίς προορισμό
που βλέπει τη φωτιά και δεν ξέρει πού καίει
και τον κόσμο διατρέχει προς παράξενους ήλιους.

Ένας ονειροπόλος δεν είναι παρά ένα απατηλό αμυδρό φως,
που στις ακτίνες του ήλιου ψάχνει το χρυσό ,
που του διαφεύγει από την αφύπνιση την οποία εποφθαλμιά.

Είμαι ένα αστέρι που φωτίζει τον θεό του,
που ρίχνει τη λάμψη του σε σκοτεινούς ήλιους
και πέφτει μια μέρα μέσα στη χλωμή αιωνιότητα.

Είμαι το νερό που τρέχει και δεν εκβάλλει,
που σκορπίζει τις γκρίζες σκόνες,
που φιλά και τρέχει -και απολαμβάνει τον πόνο και τη χαρα.

Υπάρχει κάποιος που να ξέρει να δώσει ένα όνομα στην ύπαρξή μου,
χωρίζοντας τον κόσμο μου από το όνειρό του,
Είμαι ένας οδοιπόρος χωρίς προορισμό.

*Ich bin ein Pilger, 1904.

***

ΟΤΑΝ ΣΠΑΖΩ ΤΗΝ ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ*

Όταν σπάζω την παγωμένη επιφάνεια
που αντηχεί από τα βήματα στο κρύσταλλο
κι όταν ο άνεμος σκορπίζοντας ρίγη
ουρλιάζει και γελά στις απόμακρες κορυφές,

τότε νιώθω τη θέρμη των αισθημάτων σου,
ξέρω ότι τα όνειρά σου ακολουθούν το βήμα μου
και κάθε φάντασμα γύρω μου σιωπώντας
ή καγχάζοντας χτυπά ανίσχυρο τη χαρά μου

κι ακόμη κι αν ο διάβολος ο ίδιος μου ρίχνει
με τον άνεμο της νύχτας το δηλητήριό του
μέσα από ένα μπουκάλι οπάλιου φεγγαριού,
αμέσως εσύ θα φανείς ως σύντροφος και φίλη,
και μπροστά στον έρωτα θα εξαφανιστεί
κάθε τρόμος.

*Wenn ich den frosterstarrten Boden treten, 1914.

**Περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Erich Muhsam – Από το καμπαρέ στα οδοφράγματα”, Εκδόσεις Ελευθεριακή Κουλτούρα, Αθήνα Δεκέμβρης 2006. Γενική επιμέλεια έκδοσης: “Lubbener strasse 22, SO 36”.

Λεωνίδας Γαλάζης, Ο Τεύκρος Ανθίας στις Κεντρικές Φυλακές (Λευκωσία, 1932)

Η Λευκωσία κοιμάται νωρίς (θέλοντας και μη)
όμως εσύ δεν λες να κλείσεις μάτι στο κελί σου.
Προπάντων δεν μπορείς ν’ αντέξεις
την απαγόρευση χαρτιού και μουλυβιού
(εξόχως επικίνδυνων οργάνων).

Αν είχες ένα μολύβι
θα το βύθιζες στο αίμα της καρδιάς σου
(κι αυτό θα ήταν επικίνδυνο).
Αν είχες ένα λευκό φύλλο χαρτιούυ
θα’ γραφες ύμνους στην ανταρσία των άστρων
θα κατασκεύαζες μια βάρκα ν’ αρμενίσουν οι στίχοι σου
στο σύμπαν σπίτι της οργής.
Κι αυτό θα ήταν άκρως επικίνδυνο
για την περίκλειστή σου Λευκωσία
που κοιμάται νωρίς (θέλοντας και μη).

Για να την ξεσηκώνεις νύχτα
Γιατί πάλι ν’ ανάβουν φωτιες
γιατί να πέφτουν πέτρες βροχή
στα τείχη που λησμόνησαν
τις εξάρσεις των παλμογράφων
στους δρόμους που άδειασαν
σαν αρτηρίες νεκρών διαδηλωτων.

*Από τη συλλογή “Στρώσεις του ανέφικτου”, Εκδόσεις Φαρφουλάς.

Πελαγία Φυτοπούλου, Δύο ποιήματα

ΤΙΣ ΚΥΡΙΑΚΕΣ

Οι γείτονές μου, αχ
οι γείτονές μου
τις Κυριακές τρώνε κεράσια
οι γείτονες τρώνε
τις Κυριακές τρώνε και
πηγαίνουν στην εκκλησία
πηγαίνουν και τρώνε
και κρατούν πέτρες
τρώνε και κρατούν
και τι ωραία τρώνε
τις πέτρες
κρατούν
κεράσια τρώνε
αχ, οι γείτονές μου
με ις πέτρες τις Κυριακές
μοιάζουν Κυριακές μοιάζουν
Άνθρωπποι
τις Κυριακές
κρατούν πέτρες
Αλήθεια, γιατί δεν τις ρίχνετε;
Φοβάστε μήπως με πετύχουν
στο σαπισμένο δόντι
και βγουν από κει μέσα
άνθρωποι;
Άνθρωποι δικοί σας;

***

Ο ΣΚΥΛΟΣ ΤΟΥ ΠΑΒΛΟΦ

κύριε Παβλόφ σήμερα
σκότωσα τον σκύλο σας
γιατί δεν έκανε αυτά
που είπατε ότι θα κάνει
κάνατε λάθος κύριε Παβλόφ
να βάλετε σκύλους στο πείραμά σας
ανθρώπους έπρεπε να βάλετε
τα καταφέρνουν καλύτερα στην ταπείνωση

*Από τη συλλογή “το δόντι που δακρύζει”, εκδόσεις Ενύπνιο, 2019.

Δάφνη Χρονοπούλου, Δύο ποιήματα

ΔΩΜΑΤΙΟ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ

Νωρίς δύει η σελήνη
και μέσα στη γαλήνη
γαυγίζουν τα σκυλιά.

Αυτή η νέα σελήνη
τίποτε δεν αφήνει
μονάχα τα φιλιά.

Κάτω απ’ το γαλαξία
δεν έχει πια αξία
ό,τι είχε παλιά.

Το μόνο που έχει μείνει
από κάθε νέα σελήνη
είναι εκείνα τα φιλιά.

Κι εκείνα όλα τα λόγια
όταν χωρίς ρολόγια
ξυπνούσαμε αγκαλιά.

***

ΜΥΘΟΣ

Σαν τον αμφίχειρα που έχασε τα δυό του χέρια,
Σα βασιλόπουλο που πέθανε σ’ ένα κελλί,
σαν τον τραγουδιστή που έχασε τη φωνή του,
σαν το στρατιώτη που το φίλο του εκτελεί,
φτωχό τον άφησαν τα καλοκαίρια
Που με γιαλί, μαλλί και γκόμενα τρελλή
έφερνε εμπόρευμα απ’ την ανατολή.
Σαν καταφύγιο που έπεσε η σκεπή του,
Σαν το ποτάμι που του στέρεψε η πηγή,
Σα στρατηγός που έγινε προδότης,
Σα ναυτικός που σε πισίνα έχει πνιγεί,
μόνος του τώρα για εχθρούς ψάχνει στους δρόμους
ποτέ δε δίνει τόπο στην οργή
κι άλογο σιδερένιο δίχως κράνος οδηγεί,
Τα βράδια που γυρνάει στα μπαρ μιλούν οι πότες
γι’ αυτόν, όπως παιδιά έφτιαχναν παραμύθια με ιππότες.
Και τα όνειρα που έγιναν η καταστροφή του
γίνονται οι άναμνήσεις που είναι τώρα μύθος και τροφή του.

*Από τη συλλογή “Η ΠΟΡΤΑ ΤΗΣ ΛΗΝΩΣ”, Kastellakia Records, Μύκονος.

Χ. Π. Σοφίας, Τρία ποιήματα

ΔΙΔΥΜΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Γεννήθηκα χωρὶς ἥλιο
Μὲ δέρμα ἀπὸ ὀνείρων ἐξοχὴ
Ἦταν νὰ διαμελιστῶ μέσα σὲ ἐξόριστες λέξεις
Μιὰ νύχτα μὲ δίδυμο φεγγάρι
Σὲ ἕνα δωμάτιο πληγωμένο ἀπὸ ἕνα εἴδωλο
καθρέπτη
Νὰ περάσω σὲ φόβους χρωμάτων
Δίχως τὸ οὐδέτερο ἴχνος τῆς ἀκρογιαλιᾶς
Ἀπ’ τὴν κοιλιά μου τὸ ἔμβρυο
Νὰ διαλέξει μόνο του τὸν πόνο τοῦ σχήματος
Μὲ ἀπούσα τὴ φωνὴ τοῦ χώματος
Στὴ φωνή μου ἡ ὑπομονὴ τῆς πέτρας
Νὰ μὴ χρειάζεται τὸ παζάρι τῶν αἰσθημάτων
Μόνο ὁ ἐραστής μου νὰ διακρίνει
τὴν αὐταπάτη τῆς φωτογραφίας
Γιὰ νὰ μπορέσει μεθυσμένος νὰ νηστέψει
τὸν ἔρωτα ὄχι τὴν ἀγάπη

ΒΡΟΧΙΝΟ

βρόχινο νερὸ σὲ μεταλλικὸ κῆπο

σάρκες πουλιῶν δίχως φτερὰ

τρέχουν νὰ κρυφτοῦν οἱ ταξιδιῶτες

ποὺ δὲν πρόλαβαν τὸν καρδιογράφο τῆς ἄνοιξης
ἡ μνήμη ἡ ὄμβρια ἔπαψε νὰ γελᾶ
τὸ γαλάζιο σὲ ἀπομόνωση γίνεται μάρτυρας
κοινόχρηστοι οἱ πόθοι ψάχνουν γιὰ δελφίνια
ἡ ἁπλότητα χάρτινη μούσκεψε τὸ ποίημα

οἱ φλέβες της ἔδωσαν στὶς λέξεις ζωή

ΑΚΡΟΓΙΑΛΙ

σὲ παιδικὰ μάτια
χρωματισμοὶ ποὺ γελοῦν
στοῦ θέρους τὴ ρημαγμένη γῆ

τὰ πουλιὰ τοῦ πόνου
σὲ ὡραίους μαστοὺς τσιμπολογοῦν

τὸ ἀκρογιάλι τεράστιο

τῶν ἱερῶν ὁ βυθὸς τροπικὸς
παρηγορεῖ τοὺς ἐραστὲς
πρὶν χαθοῦν στοῦ ἔρωτα τὴ λήθη

οἱ ψίθυροι τῶν αἰώνων
σὲ ὧρες κρυφὲς ἐξομολογοῦνται

ἔτσι σιωπηλὰ ὅλα προσεύχονται

*Από τη συλλογή “έαρ ραμφίζει”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2020.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Επικεφαλίδα

Φώτο: Gourgouris

(στον πιο αγαπημένο ποιητή)

έρχεται το τέλος
στο ανήσυχο πνεύμα μου
σαν κόκκινος ποταμός της Βίβλου
και κυλάει
ανάμεσα στα στήθη της άλλοτε αγλαόκαρπης Δήμητρας

κι όμως
απ’ όλους
ο πιο σπουδαίος ποιητής
ανοίγει το στόμα του
να πιει το γάλα των πτωματοφάγων

αιώνια καταραμένος
δε διαβάζει πια τίποτε
παρά γράφει διαρκώς
ένα προφητικό αλμανάκ ματαιότητας
που μόνο εγώ κρέμασα στον τοίχο μου
να θυμάμαι
πως έζησα κάποτε τις μέρες μου
στίχο στίχο
περιμένοντας το θάνατο