Wisława Szymborska, Δύο ποιήματα

ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ

Υπήρξε και χάθηκε.
Υπήρξε και γι’ αυτό χάθηκε.
Στην ίδια αναπότρεπτη τάξη
γιατί τέτοιος είναι ο κανόνας γι’ αυτό το προκαθορισμένο παιχνίδι.
Ένα τετριμμένο συμπέρασμα που δεν αξίζει τον κόπο να γραφτεί.
αν δεν ήταν ένα αναμφισβήτητο γεγονός,
για πάντοτε και πάντα,
για ολόκληρο τον κόσμο (1), όπως υπάρχει και θα υπάρχει,
ότι κάτι υπήρξε πραγματικά
ωσότου χάθηκε,
ακόμα ένα γεγονός
ότι σήμερα δοκίμασες μια μερίδα τηγανητές πατάτες.

*Στο πρωτότυπο: “Kosmos”.

*

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ

Ένα δυνατό μελτέμι
απογύμνωσε όλα τα δέντρα από φύλλα
στη χθεσινή νύχτα
εκτός από ένα φύλλο
που αφέθηκε
να λικνίζεται σόλο πάνω σ’ ένα γυμνωμένο κλαδί.

Μ’ αυτό το παράδειγμα
η βία καταδείχνει
ότι μάλιστα, βεβαίως –
αρέσκεται κατά καιρούς στο μικρό της αστείο.

*Από το βιβλίο “Βισουάβα Σιμπόρσκα – Εδώ, Ποιήματα 2005-2009 – Μια ανθολόγηση”, εκδ. Σοκόλη, β’ έκδοση, 2021.
**Μετάφραση: Βασίλης Καραβίτης.

Γιάννης Κοντός, Τέσσερα ποιήματα

ΣΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΚΕΡΙΟΥ

Η νύχτα έπεσε τόσο απότομα,
που δεν πρόλαβε να την αντιληφθεί
το μάτι μας…
Η νύχτα μπήκε μέσα μας, σβύνοντας
με το χέρι ό,τι μας ανήκει.
(Τόσα χρόνια αναζητήσεις και προσπάθειες),
Κι υπάρχει τόσο φως.
Παράπονο όχι. Αλλά απορία.
Μια τεράστια απορία που προσπαθούμε
να τη κρύψουμε μέσα στα χέρια μας.
-και δε μπορούμε να δούμε το πρόσωπό σου-
Το νιώθουμε όμως. Βρίσκεται γύρα μας.
Παντού. Γιομάτο αγωνία.

*Από την ενότητα “Παρένθεση στο χρόνο”

*

ΒΡΕΧΕΙ

Βρέχει…
Δέντρα, στρατιώτες, λάσπες, εμβατήρια.
Στείνουν ένα μνημείο για τη Σελήνη που ξεχάστηκε
μπρος σε δυό κλειστά μάτια.

-Μια αρβύλα συνθλίβει τη σύνθεση –
Πόσο αλλοιώθηκαν τα χαρακτηριστικά μας.
Οι ίσκιοι μας καρφωμένοι
μ’ ένα μωβ λουλούδι
στον τοίχο του Φλεβάρη.
Πόσο αλλάξαμε!
Βρέχει.

Κόρινθος,
Φλεβάρης ’68

*Από την ενότητα “Πεδίο ασκήσεων”.

*

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Σήμερα ειδα την παλιά μου αγάπη
να βάφει τα νύχια της κόκκινα.
Ανάψαμε τσιγάρο.
Καθήσαμε στο κρεββάτι κοντά στο παράθυρο.
Δεν είπαμε τίποτα.
Δεν μπορούσαμε να πούμε τίποτα.
Γιατί τα τύμπανα παίζανε ξέφρενα
στους δρόμους.
Γιατί οι καλύτεροι φίλοι, είναι
στην ξενητειά και στο στρατό.

Πώς να μιλήσεις όταν όλοι οι στρατοί
του κόσμου έχουν στραμένα τα όπλα τους
πάνω σου;

Αθήνα,
Καθαρή Δευτέρα ’70

*Από την ενότητα “Νυκτερινή βάρδια στα καλυκοποιεία των συνοικισμών”.

*

ΗΡΩΟ

Στον Χρήστο Σ.

Κάθησε κάτω απ’ το άγαλμα
και σκεφτότανε – δηλαδή τίποτε
συγκεκριμένο – αλλά σκεφτότανε.
Καθώς περνούσαν οι ώρες
άρχισε το σώμα του να αποκτά
το χρώμα και τη σκληράδα
του μπρούτζου.
Τα χαράματα τέσσερεις οδοκαθαριστές
μόλις τον είδαν, σάστισαν και βάλθηκαν
να φωνάζουν: Θαύμα. Θαύμα…
Και γύριζαν όλη την πόλη
κηρύχνοντας αυτό που είδαν.

Με το σούρουπο είχε σκεπαστεί
ολόκληρος από στεφάνια!

Αθήνα,
Σεπτεμβρης ’70

*Από την ενότητα “Περιμετρική”.

**Όλα τα ποιήματα περιλαμβάνονται στη συλλογή “Περιμετρική”, που τυπώθηκε ιδιωτικά τον Νοέμβρη του 1970 στην Αθήνα. Διατηρείται η ορθογραφία αλλά όχι το πολυτονικό σύστημα.

Bob Dylan, Lily, Rosemary and the Jack of Hearts / Η Λίλυ, η Ροσμαρή και ο Βαλές της Κούπας

The festival was over, the boys were all plannin’ for a fall
The cabaret was quiet except for the drillin’ in the wall
The curfew had been lifted and the gamblin’ wheel shut down
Anyone with any sense had already left town
He was standin’ in the doorway lookin’ like the Jack of Hearts

He moved across the mirrored room, “Set it up for everyone,” he said
Then everyone commenced to do what they were doin’ before he turned their heads
Then he walked up to a stranger and he asked him with a grin
“Could you kindly tell me, friend, what time the show begins?”
Then he moved into the corner, face down like the Jack of Hearts

Backstage the girls were playin’ five-card stud by the stairs
Lily had two queens, she was hopin’ for a third to match her pair
Outside the streets were fillin’ up, the window was open wide
A gentle breeze was blowin’, you could feel it from inside
Lily called another bet and drew up the Jack of Hearts

Big Jim was no one’s fool, he owned the town’s only diamond mine
He made his usual entrance lookin’ so dandy and so fine
With his bodyguards and silver cane and every hair in place
He took whatever he wanted to and he laid it all to waste
But his bodyguards and silver cane were no match for the Jack of Hearts

Rosemary combed her hair and took a carriage into town
She slipped in through the side door lookin’ like a queen without a crown
She fluttered her false eyelashes and whispered in his ear
“Sorry, darlin’, that I’m late,” but he didn’t seem to hear
He was starin’ into space over at the Jack of Hearts

“I know I’ve seen that face before,” Big Jim was thinkin’ to himself
“Maybe down in Mexico or a picture up on somebody’s shelf”
But then the crowd began to stamp their feet and the houselights did dim
And in the darkness of the room there was only Jim and him
Starin’ at the butterfly who just drew the Jack of Hearts

Lily was a princess, she was fair-skinned and precious as a child
She did whatever she had to do, she had that certain flash every time she smiled
She’d come away from a broken home, had lots of strange affairs
With men in every walk of life which took her everywhere
But she’d never met anyone quite like the Jack of Hearts

The hangin’ judge came in unnoticed and was being wined and dined
The drillin’ in the wall kept up but no one seemed to pay it any mind
It was known all around that Lily had Jim’s ring
And nothing would ever come between Lily and the king
No, nothin’ ever would except maybe the Jack of Hearts

Rosemary started drinkin’ hard and seein’ her reflection in the knife
She was tired of the attention, tired of playin’ the role of Big Jim’s wife
She had done a lot of bad things, even once tried suicide
Was lookin’ to do just one good deed before she died
She was gazin’ to the future, riding on the Jack of Hearts

Lily washed her face, took her dress off and buried it away
“Has your luck run out?” she laughed at him, “Well, I guess you must
have known it would someday
Be careful not to touch the wall, there’s a brand-new coat of paint
I’m glad to see you’re still alive, you’re lookin’ like a saint”
Down the hallway footsteps were comin’ for the Jack of Hearts

The backstage manager was pacing all around by his chair
“There’s something funny going on,” he said, “I can just feel it in the air”
He went to get the hangin’ judge, but the hangin’ judge was drunk
As the leading actor hurried by in the costume of a monk
There was no actor anywhere better than the Jack of Hearts

Lily’s arms were locked around the man that she dearly loved to touch
She forgot all about the man she couldn’t stand who hounded her so much
“I’ve missed you so,” she said to him, and he felt she was sincere
But just beyond the door he felt jealousy and fear
Just another night in the life of the Jack of Hearts

No one knew the circumstance but they say that it happened pretty quick
The door to the dressing room burst open and a cold revolver clicked
And Big Jim was standin’ there, ya couldn’t say surprised
Rosemary right beside him, steady in her eyes
She was with Big Jim but she was leanin’ to the Jack of Hearts

Two doors down the boys finally made it through the wall
And cleaned out the bank safe, it’s said that they got off with quite a haul
In the darkness by the riverbed they waited on the ground
For one more member who had business back in town
But they couldn’t go no further without the Jack of Hearts

The next day was hangin’ day, the sky was overcast and black
Big Jim lay covered up, killed by a penknife in the back
And Rosemary on the gallows, she didn’t even blink
The hangin’ judge was sober, he hadn’t had a drink
The only person on the scene missin’ was the Jack of Hearts

The cabaret was empty now, a sign said, “Closed for repair”
Lily had already taken all of the dye out of her hair
She was thinkin’ ’bout her father, who she very rarely saw
Thinkin’ ’bout Rosemary and thinkin’ about the law
But most of all she was thinkin’ ’bout the Jack of Hearts

Η Λίλυ, η Ροσμαρή και ο Βαλές της Κούπας

Το φεστιβάλ τελείωσε, και τα παιδιά
σχεδιάζουν τη ληστεία
Το καμπαρέ ήταν ήσυχο
εκτός από ένα τρύπημα στον τοίχο
Αν και είχε αρθεί η απαγόρευση κυκλοφορίας
η ρόδα της ρουλέτας ακόμα δεν γύριζε
Όποιος είχε στοιχειώδη λογική
άφησε πίσω του την πόλη
Αυτός στέκονταν στην πόρτα
κοιτάζοντας σαν νάταν
ο Βαλές της Κούπας

Περπάτησε στην αίθουσα με τους καθρέπτες,
”Έτοιμοι για το σχέδιο” είπε σ’ όλους
Τότε όλοι τους άρχισαν να κάνουν ότι έκαναν
πριν να γυρίσουν τα κεφάλια τους
Τότε αυτός πήγε σ’ ένα ξένο
και τον ρώτησε μ’ ένα χαμόγελο
”Μπορείς σε παρακαλώ να μου πεις, φίλε,
τι ώρα αρχίζει η παράσταση;”
Μετά στάθηκε στη γωνία,
με το πρόσωπο σκυμμένο, σαν
τον Βαλέ της Κούπας

Στα παρασκήνια πλάι στις σκάλες
τα κορίτσια παίζουν το πόκερ με τα πέντε χαρτιά
Η Λίλυ κρατούσε δυο Βασιλισσες
και έλπιζε για μια τρίτη για να τις ταιριάξει
Έξω οι δρόμοι γέμισαν από κόσμο
και τα παράθυρα ήταν ορθάνοιχτα
Μια ελαφριά αύρα φυσούσε,
την ένιωθες μες στην αίθουσα
Η Λίλυ ζήτησε κι άλλο χαρτί και τράβηξε
τον Βαλέ της Κούπας

Ο μεγάλος Τζιμ δεν ήταν καθόλου βλάκας,
του ανήκε το αδαμαντωρυχείο της πόλης
Έκανε τη συνήθη του είσοδο τόσο φίνα και έξοχα
Παίρνει ό.τι γουστάρει
και τ’ αφήνει μετά όταν ήταν άχρηστο
Αλλά οι σωματοφύλακές του
και τ’ ασημένιο του μπαστούνι
δεν πιάνουν χαρτωσιά μπρος
στον Βαλέ της Κούπας

Η Ροσμαρή χτένισε τα μαλλιά της
και πήρε μια άμαξα για την πόλη
Γλίστρησε απ’ την πλαϊνή πόρτα
σαν μια Βασίλισσα χωρίς την κορώνα της
Φτερούγησε τις ψεύτικες βλεφαρίδες της
και ψιθύρισε στο αυτί του
”Συγγνώμη αγάπη μου, που καθυστέρησα”,
αλλά αυτός δεν φάνηκε να την ακούει
Κοιτούσε μακριά στην απόσταση
που τον χωρίζει από
τον Βαλέ της Κούπας

”Ξέρω ότι είδα αυτό το πρόσωπο πριν”,
ο μεγάλος Τζιμ σκεφτόταν
”Ίσως κάτω στο Μεξικό ή σε μια φωτογραφία
σ’ ένα ράφι κάποιου”
Αλλά μετά το πλήθος
άρχισε να χτυπά τα πόδια του
και τα φώτα χαμήλωσαν πολύ
Και μες στο σκοτάδι της αίθουσας
βρίσκονταν μόνο ο Τζιμ κι αυτός
Κοιτώντας την πεταλούδα που ζωγράφισε
ο Βαλές της Κούπας

Η Λίλυ ήταν μια πριγκίπισσα,
είχε ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα
ανεκτίμητη σαν του παιδιού
Έκανε ότι έπρεπε να κάνει,
είχε μια ιδιαίτερη λάμψη όταν χαμογελούσε
Ήρθε από μακριά από ένα διαλυμένο σπιτικό,
είχε πολλές παράξενες σχέσεις
Με άνδρες από όλα τα μονοπάτια της ζωής
όπου την οδηγούν τα βήματά της
Αλλά ποτέ στη ζωή της
δεν συνάντησε κανένα σαν
τον Βαλέ της Κούπας

Ο δικαστής της κρεμάλας μπήκε
χωρίς κανείς να προσέχει
και γευμάτισε και ήπιε κρασί
Το τρύπημα στον τοίχο συνέχισε
αλλά κανείς δεν έδινε σημασία
Όλοι τους γνώριζαν ότι η Λίλυ
φορά το δαχτυλίδι του μεγάλου Τζιμ
Και τίποτα στον κόσμο δεν μπορεί να μπει
ανάμεσα σ’ αυτήν και στον βασιλιά
Όχι τίποτα ποτέ εκτός ίσως από
τον Βαλέ της Κούπας

Η Ροσμαρή άρχισε να πίνει πολύ
κι είδε την αντανάκλασή της στο μαχαίρι
Είχε κουραστεί να την προσέχουν, είχε κουραστεί
να παίζει το ρόλο της γυναίκας του μεγάλου Τζιμ
Είχε κάνει στη ζωή της πολλά κακά πράγματα,
μια φορά προσπάθησε ακόμα και ν’ αυτοκτονήσει
Ήθελε να κάνει ένα καλό πράγμα πριν πεθάνει
Ατένιζε το μέλλον, να καλπάζει
στον Βαλέ της Κούπας

Η Λίλυ έπλυνε το πρόσωπό της,
έβγαλε το φόρεμά της και το έκρυψε
”Σ’ άφησε η τύχη σου” του γέλασε,
”Καλά, φαντάζομαι έπρεπε να το γνώριζες
ότι θα γινόταν κι αυτό κάποια μέρα
Πρόσεχε μην αγγίξεις τον τοίχο,
έχει βαφτεί πρόσφατα
Χαίρομαι που είσαι ακόμα ζωντανός,
μοιάζεις σαν άγιος”
Κάτω στο διάδρομο ακούστηκαν
βήματα που έρχονταν για
τον Βαλέ της Κούπας

Ο διευθυντής στα παρασκήνια βημάτιζε
γύρω από την καρέκλα του
”Κάτι πάει στραβά” είπε,
”Μπορώ να το αισθανθώ στον αέρα”
Πήγε να βρει τον δικαστή της κρεμάλας,
αλλά ο δικαστής είχε μεθύσει
Και καθώς ο πρωταγωνιστής βιαζόταν
φορώντας το φόρεμα καλόγερου
Δεν υπάρχει πουθενά
καλύτερος ηθοποιός από
τον Βαλέ της Κούπας

Τα χέρια της Λίλυ αγκάλιασαν σφιχτά τον άνδρα
που τόσο πολύ αγαπούσε
να αγκαλιάζει το σώμα του
Ξέχασε όλους τους άνδρες που δεν τους άντεχε
και που την στοίχειωναν τόσο
”Σε πεθύμησα πολύ” του είπε,
και αισθάνθηκε ότι του ‘λεγε την αλήθεια
Αλλά έξω απ’ την πόρτα
αυτός μύρισε τη ζήλια και το φόβο
Ήταν ακόμα μια νύχτα στη ζωή
του Βαλέ της Κούπας

Κανείς δεν έμαθε πως έγιναν τα πράγματα
άλλα λένε ότι όλα έγιναν πολύ γρήγορα
Η πόρτα που οδηγούσε στα καμαρίνια έσκασε
και ένα κρύο κλικ ενός ρεβόλβερ ακούστηκε
Και ο μεγάλος Τζιμ στεκόταν εκεί,
δεν μπορουσε να πεις ότι είχε εκπλαγεί
Η Ροσμαρή πλάι του, με σταθερό βλέμμα
Ήταν από τη μεριά του μεγάλου Τζιμ
αλλά έγερνε προς τη μεριά
του Βαλέ της Κούπας

Δυο πόρτες παρακάτω τα παιδιά τελικά
κατόρθωσαν να ανοίξουν τον τοίχο
Και καθάρισαν το χρηματοκιβώτιο της τράπεζας,
ειπώθηκε ότι ήταν καλή ψαριά
Στο σκοτάδι της όχθης του ποταμιού
περίμεναν καθισμένοι στη γη
Ακόμα έναν δικό τους της συμμορίας
που είχε δουλειές πίσω στην πόλη
Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσαν
να πάνε πουθενά χωρίς
τον Βαλέ της Κούπας

Την άλλη μέρα ήταν η μέρα της κρεμάλας,
ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος και μαύρος
Ο μεγάλος Τζιμ ήταν σκεπασμένος,153
μαχαιρωμένος από ένα σουγιά στην πλάτη του
Και η Ροσμαρή στο ικρίωμα,
ούτε καν τρεμοπαίζουν τα μάτια της
Ο δικαστής της κρεμάλας ήταν νηφάλιος,
δεν είχε πιει τίποτα
Ο μόνος που έλειπε από το σκηνικό ήταν
ο Βαλές της Κούπας

Το καμπαρέ ήταν άδειο τώρα, μια ταμπέλα
έγραφε ”Κλειστόν λόγω ανακαίνισης”
Η Λίλυ είχε ήδη ξεβάψει τα μαλλιά της
Σκεφτόταν τον πατέρα της, που σπάνια τον έβλεπε
Σκεφτόταν την Ροσμαρή και το νόμο
Αλλά πιο πολύ από όλους κι όλα σκεφτόταν
τον Βαλέ της Κούπας

*Μετάφραση: Μίλτος Αρβανιτάκης.

Έλενα Πολυγένη, Τρία ποιήματα

ΑΝΑΓΛΥΦΗ

Ήταν άγαλμα. Σε ένα γιάλινο πλέγμα ένιωθε χέρια γνώριμα να ταράσσουν τους σφυγμούς της. Ήταν άγαλμα και γυρνούσε κοντά τους, σε ένα άκαμπτο σπίτι, ο πατέρας, η μητέρα και κάποιος άντρας νέος, αδελφός μάλλον. Γερός και σωματώδης, με ευκίνητα χέρια. Όταν του σέρβιρε το μεσημεριανό, εκείνος συνήθιζε να σφίγγει τα δάχτυλά της πάνω στο πιάτο. Ακουγόταν το κρακ κρακ των μικρών οστών που περιβάλλονταν από ζωντανό δέρμα. Εύθραυστο δέρμα προσελάνης κι αυτό ραγισμένο. Κάτω από το στρωμένο τραπέζι η φωνή της ανάσαινε, παγιδευμένη στους μίσχους των λουλουδιών. Ο πόνος πίεζε τις χορδές του εγκεφάλου κι εκελίνες πάλλονταν μες στην ησυχία. Στάλες-στάλες οι σκιές, στόλιζαν τους τοίχους.

*

ΠΟΛΕΜΟΣ

Η τσάντα της ήταν γεμάτη πέτρες – κι όμως εκείνη την κουβαλούσε. Αν την άφηνε θα ερχόταν το τέλος, η κινητική της δύναμη θα μηδενιζόταν και όλοι θα γελούσαν εις βάρος της. Ο δρόμος ήταν στρωμένος χαλίκια και σκόνταφτε πάνω τους, το βάρος στους ώμους της κλυδωνιζόταν. Αν έπεφτε, μια βροχή από αστέρια θα την σκέπαζε και ήξερε ποιος τα ‘χε αφήσει να κρέμονται εκεί πάνω, αυτός ο εχθρός, που τάχα ήθελε το καλό της. Σα να μην ήξερε ότι στην πραγματικότητα ήταν οβίδες έτοιμες να εκραγούν. Σα να μην ήξερε ότι κάθε φορά που πέφτει ένα αστέρι, κάπου συμβαίνει μια έκρηξη.

*

ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΑ

Βρίσκεται μέσα στο χέρι του, φυλακισμένη. Περιπλανιέται στις κρύες γραμμές, χάνεται στις εσοχές των δακτύλων. Κανείς εκεί δε μιλάει ποτέ και το έδαφος είναι τραχύ και ανώμαλο, κι όταν ξεκινά ποτέ δε φτάνει στον προορισμό της. Εκείνος περηφανεύεται για τ΄ απροσδόκητα, ενώ η σκόνη τη γλιστρά και πέφτει απαλά, σαν χρυσαφένια βροχή, στα παπούτσια του.

*Από τη συλλογή “Ανάγλυφη”, εκδ. Ρώμη, 2021.

Ποιητές και ποιήτριες από τη Ρωσία και την Ουκρανία, Ο θανατος ερχόταν προς το μέρος μου πετώντας – Ανθολογία

Γιεβγκένι Νικίτιν

Δεν μπορώ καν να θυμηθώ
τι ένιωθα πριν τον πόλεμο,
τι σκεφτόμουν.
Μόνο απομεινάρια μνήμης.
Σαν να ήμουν σε κάποιου είδους
λήθαργο.
Δεν ξυπνήσαμε όλοι.

Τελ Αβίβ

*

Αλιόνα Μακσάκοβα

Στην Ιρίνα Τσουντνόβα

Αυτές οι λέξεις γραμμένες σε στήλη
Ήταν στήριγμα του κόσμου μου
Ασταθής στοά
Λεκτικών Καρυάτιδων
Διαχρονικά ζητήματα
Διπλώθηκε ο κόσμος σε πάπυρο
Πέφτει
Πέφτει
Πέφτει
Κι εμείς μαζί με όλους
Σε ρώτησα
— Θα μπορέσουμε να γράψουμε μετά το Άουσβιτς;
— Κατά τη διάρκεια

Χάρκοβο

Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου
Επιμέλεια: Άννα Μανούκα
Σελιδοποίηση: Χρήστος Μανούκας
Σχεδιασμός – εικονογράφηση εξωφύλλου: Μάρω Κατσίκα
Έκδοση: Ακυβέρνητες Πολιτείες

Ιωάννης Αναστασίου (1968-2022), Ο βασιλιάς

Στο ίδιο δωμάτιο που κατασκευάζαμε τις ηλιαχτίδες
με την μικρή Ελένη και τρίβαμε τις μύτες μας σαν Εσκιμώοι
έμελλε να χριστώ ο παράφρων βασιλιάς.
Διοικούσα τα έντομα του κήπου μου με άκρατη ευγένεια.
Ήμουν θαρραλέος στον πόλεμο με τις πεταλούδες
κι ένα μικρό γατί το παρασημοφόρησα
για τις υπηρεσίες του στην μεγαλειότητά μου.
Εκεί με βρήκαν ελέω Θεού οι νοσοκόμοι τον κατάδικο.
Και έκτισα ποινή σε ξένη χώρα έξι έτη.
Έπειτα το πήρα απόφαση.
Στους ανθρώπους δεν πρέπει να λες όλη την αλήθεια.
Έγινα πάλι βασιλιάς αλλά τώρα διοικούσα στα κρυφά.
Τον υπόλοιπο καιρό διάβαζα εφημερίδα
και μιλούσα για γήπεδο. Πήγαινα κινηματογράφο.
Παρασημοφόρησα πάλι το γατί
αλλά η τελετή ήταν ολωσδιόλου μυστική.
Και ο πόλεμος με τις πεταλούδες γινόταν υπόγεια.
Μου πήρε τρία χρόνια να καταλάβω
πως δεν είμαι βασιλιάς.
Σταμάτησα να διαβάζω εφημερίδα
και να πηγαίνω κινηματογράφο.
Έκανα μεγάλες βόλτες στην εξοχή
κι από όπου περνούσα με δείχναν: ο τρελός!
Όταν ήρθαν οι νοσοκόμοι τους μίλησα λογικά,
τους είπα για τον καιρό
και τον μεγάλο αγώνα της Κυριακής.
Έτσι γλίτωσα τις φασαρίες.
Πέρασα τρία χρόνια κάνοντας βόλτες στην εξοχή.
Τον τέταρτο πέθανα.
Κι ήρθαν όλα τα έντομα στην κηδεία μου συντετριμμένα
κι οι πεταλούδες ακόμη κάναν ειρήνη.
Το γατί νιαούριζε σπαρακτικά όλη την νύχτα.
Κι οι άλλοι είπαν: Έφυγε όπως του άξιζε. Ένας τρελός!
Και μόνο εγώ ήξερα πως έφυγα σα βασιλιάς.

Από τη συλλογή «Ο βασιλιάς», εκδ. Οσελότος, Φεβρουάριος 2022.

Γιώργος Φαλελάκης, Η απόκρημνη όψη του ονείρου

Ώρες βουβές ώρες μοναξιάς
Λίγη στοργή πολύς πόνος
Επεκτείνει περιοχές ελευθερίας μέσα του
Τελειώνει το τσιγάρο στοχαστικά
Είναι το τελευταίο του.
Άρπαξε τη σιωπή του να ξεφυλλίζει τον άνεμο
Η Κατερίνα τυλίγει πάγο στο συναίσθημα
Οι φίλοι της ταξιδεύουν στις ταράτσες
των γκρίζων κτιρίων
Σήκωσε την πνοή του στο μέρος του παράθυρου
Είπε «έχε γεια» στην πρώτη ηλιαχτίδα
Ξημέρωνε…

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://poiimata.com/2022/06/28/apokrimni-opsi-falelakis/

Αργυρώ Ψώρα-Θεοδωράτου, Η ψυχή μου

Κι όταν το βράδυ γυρίζει κατάκοπη σπίτι
αδειάζει γρήγορα τα μάτια της
απ’ όλα τα κίτρινα φώτα και τα σκοτάδια
που συνάντησε στο δρόμο της.
Απλώνει προσεκτικά
στο σκοινί της πίσω αυλής να στεγνώσουν
τα αμίλητα λόγια που όλη μέρα κολλούσε
με το σάλιο πάνω στη γλώσσα της
μην ξεφύγουν απότομα
κι έτσι καλοακονισμένα και κοφτερά
βρουν κατάστηθα
τις δυνάμει αυτόχειρες σκέψεις
ως ανήθικοι αυτουργοί
ενός προαναγγελθέντος πιθανού θανάτου.
Μα όσο κι αν η συνήθεια
γίνεται δεύτερη φύση,
δεύτερη και φτηνή στην ουσία της,
πόσο μπορεί και η επανάληψη
να αντέξει το ακλόνητο άλλοθι
Και κάπου εκεί γεννιέται η επανάσταση!


*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Σείστρο” – Συν-φωνία φίλων της ποίησης στη Χίο, τεύχος 1, Άνοιξη 2020.

Langston Hughes, Τρία ποιήματα

ΟΝΕΙΡΟΥ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ

Τα χέρια μου ν’ ανοίξω διάπλατα
μέσα στο φέγγος του ήλιου
και να χορεύω και να στροβιλίζομαι
ώσπου να σβήσει η άσπρη μέρα.
Μες στη δροσιά του δειλινού
κάτω από δέντρο να ξεκουραστώ ψηλόκορμο
ενώ η νυχτα θά ‘ρχεται απαλά,
μαύρη καθώς εμένα,
αυτό ‘ναι τ’ όνειρό μου!

Τα χέρια μου ν’ ανοίξω διάπλατα
κατάντικρυ στον ήλιο,
και να χορεύω και να στροβιλίζομαι,
ώσπου να σβήσει η μέρα η γρήγορη.
Μες στο χλωμό το βράδυ να ξεκουραστώ…
ένα λιγνό δέντρο ψηλόκοπρμο…
η νύχτα νά ‘ρχεται απαλά,
μαύρη καθώς εμένα.

*

ΠΟΡΦΥΡΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Της τραγωδίας τα τύμπανα για με χτυπήστε,
της τραγωδίας τα τύμπανα και του θανάτου.
Κι ας πει ο χορός τραγούδι ανταριασμένο,
για να πνίξει τον ρόγχο της στερνής πνοής μου.

Της τραγωδίας τα τύμπανα για με χτυπήστε,
τα λαμπερά βιολιά απαλά κι αργά ας θροΐσουν.
Αλλά έναν ήχο ηλιόχαρο σαλπίστε
να πάει μαζί του
στο σκοτάδι
όπου πηγαίνω.

*

ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΝΕΑΡΟΥ ΑΦΡΙΚΑΝΟΥ

Όλα τα ταμ-ταμ της ζούγκλας
χτυπούν μέσα στο αίμα μου.
Όλα τ΄άγρια και φλογερά φεγγάρια
της Αφρικής
λάμπουν μέσα στα βάθη
της ψυχής μου.
Φοβούμαι αυτόν τον πολιτισμό,
τον τόσο σκληρό,
τον τόσο δυνατό,
τον τόσο κρύο.

*Τα ποιήματα προέρχονται από την Ανθολογία “Νέγροι ποιητές”, εκδ. Πρόσπερος, Αθήνα 1982.
**Μετάφραση: Δημήτρης Σταύρου (1889-1973).

Ion Vinea, Velut Somnia

Στη φωτογραφία, από αριστερά, Tristan Tzara, M.H. Maxy, Ion Vinea (Ιωάννης Ευγένιος Γιοβαννάκης) και Jacques Costin

Ακούω τη γη, τα δέντρα, τα βράχια,
τον καμπυλωτό δρόμο μέσα στην σιωπή
μέσα στη βουή που αναβλύζει απ’ τις πηγές,
κάτω από τις όχθες χωρίς το βήμα των αστεριών.

Ακούστε τον άνεμο, τα τριζόνια, τη μοναξιά
μέχρι τον ερχομό της αυγής με τη δροσιά το χάραμα,
η νύχτα μια σκιά, η μέρα ένα φάντασμα
χωρίς κατανόηση αστράφτουν στη συνέχεια.

Από την αιώνια πρόσοψη εισέρχεται ο τόπος και ο χρόνος,
μάρτυρες – ποίων; Μεταξύ άλλων και κανενός,
ποιό το όνομα μου πέρα από μένα,
τί μέτωπο να υψώσω στα μάτια του κόσμου;

Ο ήχος, η ακτίνα, η ταραχή και τ’ όνειρο
καθώς σπέρνω το όραμα μέσα μου
με το βλέμμα στην ροή των υδάτων του παρελθόντος
με το βήμα στον βυθό των τάφων.

Περνώ τα δάχτυλά μου πάνω, από το σαν μάσκα περίγραμμά μου
ρωτώ την μοίρα όπως οι τυφλοί μπροστά στο κενό,
σκληρή σιωπή οι απώλειες και οι μνήμες, –
στην στέψη των σιγοκαίνε οι λέξεις.

*Ο Ion Vinea (1895-1964) ήταν ο ελληνικής καταγωγής Iωάννης Ευγένιος Γιοβαννάκης,μέγιστος υπερρεαλιστής ποιητής, συμμαθητής και στενός φίλος του Tristan Tzara.

**Απόδοση από την Ρουμανική: Δημήτρης Κανελλόπουλος.