Giorgio Caproni, Φύλλα

Φύλλα
Πόσοι έχουν φύγει…
Πόσοι.
Τι απομένει…
Ούτε καν
η πνοή.
Ούτε καν
της πίκρας η αμυχή ή
της παρουσίας η κεντιά.
Όλοι
έχουν φύγει δίχως
ν’ αφήσουν ίχνος.
Όπως
δεν αφήνει ίχνος ο άνεμος
στο μάρμαρο καθώς περνά.
Όπως
δεν αφήνει πατημασιά
στο πεζοδρόμιο η σκιά.
Όλοι
άφαντοι σ’ έναν κονιορτό
ανάκατο από μάτια.
Ένα θρόισμα
άναρθρων φωνών, σαν
φύλλα κόντρα στην ανασαιμιά
πίσω απ’ τα τζάμια.
Φύλλα
που μόνο η καρδιά μπορεί να δει
κι ο νους δεν δίνει πίστη.

*Aπό τη συλλογή «Ο ελεύθερος σκοπευτής». Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Νικόλαος Κάλας (1907-1988), Πάνω σε κόκκινα 

Πάνω σε κόκκινα τριαντάφυλλα πέφτει η βροχή
κι οι σταγόνες είναι μεγάλες – πέφτουν συχνά
Για να σώσω τα λουλούδια βγάζω τα πέταλα
τα τοποθετώ με πολλή φροντίδα στις τσέπες μου
και με το ‘να μου χέρι σφίγγω δυνατά τ’ αγκαθωτά
κοτσάνια
με το άλλο θωπεύω τ’ αγκάθια γιατί σχίζου το δέρμα.
Το χέρι καλά πληγωμένο σου τείνω.
Δεν το κοιτάς προφασίζεσαι πως βρίσκεσαι μακριά.
Αποσύρω το χέρι.
Το κρύβω στην τσέπη,
όξω παντού είναι λάσπη
κι ο κόσμος γελάει θωρώντας τα μαδημένα κοτσάνια.
Δεν ξέρει πως πάνω στα πέταλα τώρα στάζει αίμα.
Ω, ό,τι κι αν κάνω γίνεται λάσπη.

*Από τη συλλογή “Οδός Νικήτα Ράντου”, εκδ. Ίκαρος 1977.

Μαρία Αγγελοπούλου, Δ – η μάνα – παραγωγούς [κυνηγούς] – Βαλτιμόρια

ξεκοκάλιζε κρέας ίνα-ίνα το χώριζε τ΄ ανακάτευε ύστερα
με πλιγούρι να βράσει αντάμα
έπειτα οκλαδόν με το κουτάλι μια μπουκιά εσύ και μια εσύ λίγο
πιο δίπλα κι άλλη -και μετά τι έγινε;- α ναι ο δράκος δυο μέτρα
τα φτερά εξείχαν της ουράς κλειστά άμα τ’ άνοιγε δέκα
γκρι μέτρα η δεξιά κι ακόμη δέκα η άλλη
ο Ντάριον σήκωσε το χέρι
φως από το στόμα του
[-…-…-…-]
πιάνει κουζινομάχαιρο χρτατς χρουτς -δόλια- πήρε δέρμα φλέβες
αρτηρίες ένα τένοντα ξανά χρατς το κποκαλο το ξέσκισε
χειμάρριασε το αίμα
χτύπος κι αναβλυσιά

*Από τη συλλογή “ΖΑΡΥΑ”, εκδ. Ποιητικά/Γκοβόστης, 2019.

Γιώργος Δάγλας, Τρία ποιήματα

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ

Πρέπει να φύγουμε
Είναι αργά
ν’ αγαπήσουμε
πίσω από κλειστές πόρτες.
Σε λίγο φεύγει το τελευταίο πλοίο
η θάλασσα φουρτουνιάζει μέσα μας.
Παντού μια έξοδος κινδύνου
παντού ουρλιάζει ο άνεμος.
Πρέπει να προχωρήσουμε.
Είναι αργά να γυρίσουμε πίσω.

*

Ο ΘΙΑΣΟΣ

Με έναν άλλο θίασο θα φύγω
σε πόλεις πιο μεγάλες
σε καφενεία με πολλά φώτα
και καλοντυμένες κυρίες.
Με κλασσικό ρεπερτόριο
κι έναν ωραίο ατζέντη
που θα με φέρνει με το αμάξι
και θα μου ανοίγει την πόρτα.
Ένας άλλος άνεμος
πιο ζεστός
θα με μαστιγώνει
μια λάβα πιο καυτή
θα με σκεπάσει.

*

Ο ΒΥΘΟΣ

Ν’ ακούω
τις παλιές αγαπημένες φωνές
τα τραγούδια των πουλιών
στην παλιά αυλή.
Ν’ ακούω τη μνήμη
να έρχεται και να φεύγει
μ’ ένα ανυπόμονο βογγητό.
Ν’ ακούω τη θάλασσα
να τη βλέπω να έρχεται και να φεύγει.
Τη βουή του βυθού,
τα χέρια γαντζωμένα στα βράχια.
Ν΄ ακούω εκείνη την ίδια ιστορία
γι’ αυτούς που δεν γύρισαν ποτέ πίσω.

*Από τη συλλογή “Ταριχευτές πουλιών”, εκδ. κύμα, 2020.

Στέφανος Μπεκατώρος (1947-2006), Πέντε ποιήματα

ΚΟΣΜΟΓΡΑΦΙΑ

Είμαστε όλοι κόσμοι κλειστοί
μικρές περίκλειστες καμπύλες
αποκλεισμένες στην αδιαφάνεια
της σιωπής.

*

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Τα δέντρα
χέρια υψωμένα
τρέμουν

τα νεύρα
τα κλαριά κρατούν
δε σκύβουν

Κάτω
σωριάστηκαν τα φύλλα
οι φλέβες—

κόκκινα φύλλα
ματωμένα
και πεθαίνουν.

*

Ο ΠΥΡΕΤΟΣ

Έχω ένα πυρετό
που δεν είναι δικός μου
βάζω το θερμόμετρο
προσέχω τον αριθμό
σπάζω το θερμόμετρο.
Ο πυρετός μου δεν είναι αυτός.
Ό,τι μιλώ με λέξεις
δεν είναι δικό μου—
δικός μου ο άλλος πυρετός
εκείνος
που οι λέξεις και μετρήσουν.

*

ΤΟΠΙΟ ΜΕ ΟΜΠΡΕΛΑ

Ο κύριος αυτός που σκουντουφλά
πάνω στο φως και τώρα
τον βλέπουμε—
σέρνει απ’ το μπράτσο
τη μαυροντυμένη γυναίκα του

ή μιαν ομπρέλα.

*

Η ΛΕΞΗ

Ήταν μια λέξη μόνο
πάνω στο χαρτί.
Ένα λευκό χαρτί.
Κάποιος ήθελε να τυλίξει κάτι.
Το βρήκε πρόχειρο, το πήρε.
Σε λίγο η λέξη μύριζε άσχημα.

Τώρα εκείνος που έγραψε τη λέξη
κλαίει. Έτσι, όπως εμείς
κλαίμε κάποιον δικό μας
που πέθανε.

*Από το βιβλίο “Πατριδογνωσία – Επιλογή 1969-1981”, εκδ. Θεωρία/Λογοτεχνία, Αθήνα 1982.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Φρατέρκουλα [1] του Ατλαντικού

Γράφω ποιήματα που σημαίνουν λίγα Φαρενάιτ
Ελάχιστα κατανοητά στο χαρτί σαν φρατέρκουλα
Οι λεύγες πετάνε μίλια από γλάρους χαμηλά
Πάπιες ισορροπούν στο κύμα ακροβάτες
Ένα χέρι με τραβά από το πόδι στο κρύο Γιακούτσκ [2]
Βυθίζομαι κι επανέρχομαι ζωντανός στους -83.9° F
Γράφω ποιήματα και στο μελάνι χύνονται στιγμές
Φτερά από σφαγμένα γλαροπούλια απεύχομαι
Τι να σημαίνει άραγε η θάλασσα για τους βράχους;
Αν, όχι ένα μαρτύριο επανάληψης ή συνήθειας;
Γράφω ποιήματα κάτω απ’ την άμμο υπονοούμενα
Μ’ ένα κλάμα έρχεται και τα καλύπτει θάρρη η θάλασσα
Με ημισφαίρια που συμβολίζουν το βόρειο σέλας
Χαροκαμένα στήθη του αρκτικού κύκλου κοπιάστε
Γίνονται έτσι αντηχείο﮲ τα ποιήματα της σπηλιάς κοχλάζουν
Μια φαφούτα βοή στα χέρια, Πίσω απ’ τον ορίζοντα του
Ψύχους ξεπροβάλλει -επιτέλους- ο ήλιος θερμαστής…

[1] Αλλόκοτα θαλασσοπούλια.
[2] Η Yakutsk είναι η πιο κρύα πολιτεία του κόσμου με το θερμόμετρο να αγγίζει τη θερμοκρασία των -83.9° F (or -64.4°C).

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.culturebook.gr/grafeion-poihsews/epta-syn-ena-poihmata/7-1-2022-culture-book-1-june.html?fbclid=IwAR2y0r1uYVb8A8Ml4XZ7GoGynMYYpTfXtrEoVraJW_RMLqn8cDFXdOzQVuo

Pat Parker, Μασάζ

Για την Μάργκαρετ

Τις μέρες που ακολούθησαν τη μαστεκτομή μου
το σώμα μου ήταν καλυμμένο με επιδέσμους
βουνά από ταινίες έκρυβαν το μέρος
όπου ήταν το στήθος μου,
στοιβαγμένες τόσο ψηλά
λες το στήθος μου ήταν ακόμα εκεί.

Το σώμα μου μουδιασμένο
άκαμπτο σαν το σώμα της μάνας μου
στο φέρετρό της
και θρήνησα
θρήνησα για το χαμένο πάθος
και μούδιασα το μυαλό μου

Κανείς δεν είχε δει το σώμα μου
πέρα από τη σχέση μου και τον γιατρό μου.
Προστάτεψα με ρόμπες τους φίλους μου,
με πετσέτες τους συναθλητές μου

προστάτεψα τον εαυτό μου
δεν θέλω βλέμματα τρόμου
οίκτου
απέχθειας
Το μούδιασμα ας παραμείνει.

Είχα ένα ραντεβού για μασάζ
και έφερα τον μουδιασμένο μου εαυτό
μετέτρεψα το σώμα μου σε ζυμάρι
για τα χέρια σου να πλάθεις και να μαλακώνεις
να διώχνεις την ένταση
μακριά
μακριά
μακριά

Σαν το ωραίο ζυμάρι φουσκώνω
το σώμα μου χαλαρό και πιο απαλό
τεντώνεται
παθιασμένο
και θέλω να τραγουδήσω
Ξυπνώ ξανά
θέλω να σε φιλήσω
αντ’ αυτού λέω ευχαριστώ
και πάω σπίτι μου

*Από το βιβλίο “Πατ Πάρκερ – Αγάπη Δικαιοσύνη Ελευθερία – Επιλογή ποιημάτων”, εκδ. Βακχικόν, Απρίλιος 2021.


**Μετάφραση: Νίκη Κωνσταντοπούλου.

Μαρία Γερογιάννη, Πέντε ποιήματα

ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ

Άει,
Θάλασσά μου
Πρασίνισε η γαλήνη σου
Άφρισε το κορμί σου
Δεν σ’ άντεξαν τα βράχια σου

*

ΑΝ ΣΕ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΩ

Από το μελάνι της γραφής σου
ή
το πενάκι που σκιτσάρεις
τις αξημέρωτες νύχτες σου
Από το μνήμα της μνήμης σου
που ευλαβικά ακουμπάς
Από το λουλούδι που φύτεψες
σε έναν απόμερο κήπο
Από το βραχάκι της θάλασσας
που διάλεξες, το κύμα
να δροσίζει τις ερήμους σου

Θα σε έχω γνωρίσει

*

ΠΑΡΑΠΟΝΙΑΡΙΚΟ

Άχ! παραπονιάρικο μικρό μου
Έγινες η πιο σκληρή βασίλισσα του κάμπου
Έβγαλαν φτερά και τ΄ άνθη

Σού ‘φυγαν

*

ΑΝΑΠΑΛΙΝ

Κουράστηκαν τα στήθη
Χόρτασες, ζωή
γάλα πικρό γάλα γλυκό.

*

Μεγάλο
Ανήλιαγο παιδί μου
Πόσο ψωμί ακόμα σου χρωστούν!

*

ΑΝΕΜΟΣ ΠΑΡΑΚΑΛΕΤΟΣ

Όταν ο ήλιος η βροχή
στάζουν χυμούς
Δέντρο γεύσεις
είμαστε.
Άνεμος παρακαλετός,
στην προσευχή.

Ολόγυμνο.
Ολόγυρα,
κορίτσια
αγόρια
στήνουν χορό.

*Από τη συλλογή “Οι κούκλες σου δεν είχαν ψυχή”, εκδ. Περισπωμένη, 2021.

Πελαγία Φυτοπούλου, από το “μάθημα γεωγραφίας”

είναι που όταν είσαι κοντά
κάποιος ανοίγει τα παράθυρα
στο σπίτι μας
και συ κάνεις πως πέφτεις
κ εγώ γελάω, γελάω
σαν τρελή γελάω
γελάω η τρελή
κι όταν είμαι τρελή
ξαφνικά όλοι είναι άνθρωποι

*

-Θέλω να σε δω γυμνή
-Κοίτα απ’ τη χαραμάδα
-Σε βλέπω μισή
-Καλύτερα μισή παρά ολόκληρη
-Μισή δε σε θυμάμαι
-Να με δεις ζήτησες, όχι να με θυμάσαι

*

ήσυχος
σίγουρος
άγια περιπέτεια η χεριά του
με καλεί
άγια, άγια
να παραδοθώ στο πένθος του
να μάθω να τ’ αγαπώ
μα εγώ δεν ξέρω
ν’ αγαπώ
του έδωσα την κιθάρα μου
και
άγια, άγια
περιμένω την εισβολή
ήσυχη
σίγουρη
σχεδόν Αγία
όπως μια πόρνη του μεσοπολέμου
που μαθαίνει σε στρατιώτη μουσική

Ντο Ρε Μι

*

κι άφησε μέσα της
το σύμφωνο
που δεν μπορούσε να προφέρει μικρός

*

το μουνί μου είναι φιλόξενο
προσοχή βέβαια
με αρέσει να με χύνουν
στα μπούτια
έτσι όπως τρέχει το σπέρμα
κόβει σαν παιδικό σπαθί
αχ, ο μικρός μου φυγάς
με ανάβει στο ανθρωποκυνηγητό

*

Κρεμάστε τη βρωμιάρα,
αρνήθηκε να δώσει το μουνί της στο έθνος

*

Είναι τόσο αυθάδης
που προκαλεί κάθε έγκλημα πολιτισμού.
Σχεδόν μ’ ερεθίζει το κάθαρμα.
Είναι το πορτοκάλι ολόκληρο.
Είναι εκείνος
που η πουτάνα έχει γιο.
Κάντε χώρο! Όταν θα γονατίσει
θέλω να βλέπει και τη σκόνη.
Στην ντουλάπα μου έχει αρχαία κουζινικά,
φτιάξτε μια οικογένεια και χτενίστε του
τα μαλλιά.
Το κάθαρμα! Με ταΐζει στο στόμα!

*

ω έρωτα τσόγλανε
βυζαίνω το βιος σου

*“μάθημα γεωγραφίας”, εκδ. Ενύπνιο, 2021.

Ευτυχία Παναγιώτου, Δύο ποιήματα

Ο ΡΗΤΟΡΑΣ

Ήσουν ωραίος σαν πνιγμένος Έλληνας.
Το γέλιο σου ως το λαρύγγι, ανέβαινε.
Ήταν πως θα σε σφίξει στην καρδιά
Σαν μέγκενη ή σαν κρασί.

Μα εσύ τσουγκρίζεις το ποτήρι σου,
Χορός τα χώρατά σου, κι αγορεύεις.
Λες, ο ιδρώτας του προσώπου μου,
κι οργώνεις το ψαρό μουστάκι σου.

Ήσουν ωραίος’ σαν πληγωμένο σπαρτό.
Στα μάτια σου δυο ζώα αλάφιαζαν,
τομάρια, κι όλο γάβγιζαν
την οικουμένη.

Ήσουν αγέρωχος μόνο στο ποίημα.
Στιχάκι αοιδών όπου μας πλάνεψαν.
Όταν μας σφύραες απ’ το βουνό,
ήταν για να βουτάς στην τρύπια τσέπη

την παλάμη,

να πιάνεις τον παράδεισο.
Φλογέρα που σε πρόδωσε
-και δεν συγχώρεσες.

Τσιγαριλίκια, αέρα στρίβεις

για να κλωθογυρίζουν
κι οι μύγες του χωριού.

*

ΖΕΪΜΠΕΚΙΚΟ ΤΟΥ ΚΑΤΩ ΚΟΣΜΟΥ

[Στης σημαίας τον πάτο ένας άντρας.
Σκυφτός και σκεφτικός, φουμάρει.
Σηκώνει το κεφάλι-σε κοιτάζει-σκύβει πάλι, και φουμάρει.]

Μάρμαρο, στίχο μελετώ
και το κορμί μου ολο πάει
με τον νέο
ρυθμό να κάμψει.
Ολόστροφος
την ομορφιά ορίζω’ θα ‘χει χαλάσει
το αντηχείο του μυαλού.

Στην άσπρη φρεναπάτη των κινδυνευτών,
τα σίδερα της ηλικίας μου φρένιασαν,
θα πάρω μιαν ανηφόρα, θα πάρω μονοπάτια,
Και ποιος γαμήλιος χορός.
Δοσοληψία αφηνιάζει
-δουλεμπορία των Ουρανών-
Ποιο χαλινάρι.
Στα γόνατά της πέφτοντας,
να βρω τα σκαλοπάτια που πάν’ στη Λευτεριά,
γλίστρισα σε ναρκοπέδιο αισθήματος.

Τραγούδι ολάνοιχτο, βορά παθών.

Άκου πώς σκάβουν
τα μέσα [Αντιγόνη]

Κι αυτή η ανηφοριά
ας ήταν
του χρόνου η παγωνιά.

Μια πιρουέτα.

*Από τη συλλογή “Χορευτές”, εκδ. Κέδρος, 2014.