οι μέρες του καλοκαιριού θα φύγουν και τα κορίτσια του θα χαθούν ο χειμώνας θα έρθει αγριεμένος πίσω στις μονότονες δουλειές και στα σπίτια τους θα θυμούνται ξένοιαστες ώρες
τα κορίτσια του καλοκαιριού δεν μας χαμογέλασαν ποτέ καθώς περπατούσαν ανέμελα έμενε εκείνη η πίκρα στα μάτια για τη μέρα που φεύγει
θλιμμένα με κρυμμένα όνειρα στα μαλλιά τα κορίτσια του καλοκαιριού χάνονται και ο χειμώνας θα έρθει αγριεμένος
Όταν δεν υπάρχουν λέξεις που να με περιγράφουν, σκαρφαλώνω με γυμνά πέλματα στα δέντρα και από εκεί πετάω πέτρες στους περαστικούς.
Όταν δεν υπάρχουν λέξεις που να με περιγράφουν, μετράω τα δάχτυλα των ποδιών και τους λέω πως έχω δρόμο μπροστά μου, μην πουν πως δεν ήξεραν.
Όταν δεν υπάρχουν λέξεις που να με περιγράφουν, πέρα από το νόμο του φύλου, ή τις τροπικότητες της ύπαρξης, κυκλοφορώ με πλαστή ταυτότητα, κάτι μεταξύ ωραίου, θύματος ή και των δύο μαζί.
*
Χάντρες
Ανέμελα κορίτσια και αγόρια την ώρα του μεσημεριού, στολίζονται με χάντρες όμοιες με τις καλές μέρες, για να ξεγελάσουν τα πουλιά.
Κι αυτά ξεγελιούνται.
Κι έπειτα με τις χάντρες, τάχα αυτόν τον σπουδαίο θησαυρό, -κλεμμένες προσδοκίες στα ράμφη τους- βιάζονται να ταΐσουν τους νεοσσούς.
Κάθε χάντρα μια ευτυχία, κάθε χάντρα ένας πνιγμός.
*
Η παπαρούνα
Του Δ.Β.
Έχουμε τους ανθρώπους κάπως στο μυαλό και τους αφήνουμε έτσι, όσο η μνήμη μας είναι υγιής. Όμως αυτοί αλλάζουν. Και την πρωτογενή καταγραφή μας, αυτή που πιστοποιεί την ύπαρξή τους στα τοιχώματα της καρδιάς, στο τέλος θα την πουν και νοθευμένη.
Η παπαρούνα ανθίζει και έτσι μένει.
*Από τη συλλογή “Στον τόπο που έχει φύγει από τον τόπο του”, Εκδόσεις Έναστρον, 2024.
Μοναξιά Έτσι φαντάζεσαι. Συχνά όμως δεν είναι. Ξαφνική πετριά στο νερό κύκλος και κύκλος έγκλειστον δείχνει την πληγή που τσάκισε την ηρεμία και τώρα αφηγείται: πρώτα η σιωπή∙ και τα λησμονημένα κόκκινα φύλλα στο χώμα κείτονται ή στον αέρα κοκόρια αποκεφαλισμένα ελάχιστα ελπίζουν. Άγνωστα τα ηχηρά παιχνίδια — σιωπή πεθαμένη. Ακροβολισμένα σκυλιά μοιράζονται το σκοτάδι. Ήσυχα κοιμάται το κοπάδι — ήσυχα; Και ποια ψυχή κρύβει το ποίμνιο; Κινδύνους μαχαίρια κραυγές∙ σαν όνειρο κακό σαν τον Νοέμβρη που θα ’ρθει απειλητικός με τις ομίχλες και τους κοκκινολαίμηδες και τα πουλιά σούστες ανα- πνοές ακόμα. Όσο θηλάζει η ερημιά τις χαμηλές φωνές τ’ ανείδωτα άνθη κάθε διαβάτη. Μονάχος και μοναχή όλη η ζωή μ’ ένα παράθυρο μονάχα, εκείνος μυστική γλώσσα προτού καν αρθρώσει την εικόνα, άρρωστο παιδί που λυπάται μόλις βραδιάσει — γυρίζει ο τροχός στο κενό στο τίποτε. Μα εάν τα κόκαλα περπατούνε ακόμα ρίξε ένα βλέμμα κι εδώ, δρόμος είναι κι ο θάνατος, δέντρο στον κάμπο που αντέχει, δες πώς τα βραπτσιάνια [*] τρίβονται στο χώμα εξοικειωμένα για τα ψηλά πετάγματα και για τα μαύρα κάτω. Εν τέλει φαντάσου τα αν μπορείς πέραν της υπεροψίας των αιώνων. Φιλικά πλησίασε η μοναξιά.
Aberalaw, του Cronin “Citadel” οχτάωρες της καμινίας βάρδιες, κόγχες βαθουλωμένες, άδειες καινούργιος Τμηματάρχης ο Blondel
Η “Παρασκευή” του Βλάσση αδειανή, και το “Μπαούλο” στοιβαχτό, “χελώνες” φωτοπλημμυρισμένες οι Καβο-Κολώνες μα η κάθε μπούκα μια ιστορία σκοτεινή.
Ο Παύλος, ο Ματιάς κι ο Marriat, μιλώντας και καπνίζοντας ολοένα, καλαφατίζουνε του Sea Girl την καρένα, αυτοί που μαστορεύουν τη φτυαριά.
Της φτώχειας ο αγιάτρευτος καημός, πώς λιώνει τις ψυχές σ’ αυτό τον Άδη! (Διακόσια μέτρα κάτω απ’ το πηγάδι) Αχ, και να ‘ρχότανε στην μπούκα ο λυτρωμό!…
Γονατιστός απόψε στ’ όνομά σου για σένα Λαύρειο, δέομαι σιγαλά: ομίχλη την ψυχή μου απαλά τυλίγει, και την ΦΤΩΧΕΙΑ – τ΄ όνομά σου!
(1943)
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Οροπέδιο”, τεύχος 4, Χειμώνας 2007-2008.
Who advises me to quit she never loved. Who tells me it’s not worth it dont know what i feel right now.. Maybe it ain’t even no more desire , affection , passion , tenderness is it just love or.. despair. It’s as if the fates had already been decided and I, unknowingly, still dreaming. It’s the terrible truth that’s knocking on my door and me: stupid Pretending not to hear. Then take me death in the season of falling leaves but let it be true death of the soul and not just pain. The pain hurts so bad death makes you forget… and erases joys and sorrows and sweep you away: beautiful idealized astro.
Σε όποια δεν αγάπησα ποτέ
Όποια με συμβουλεύει να παραιτηθώ δεν αγάπησε ποτέ. Όποια μου λέει ότι δεν αξίζει τον κόπο Δεν ξέρω τι αισθάνομαι αυτή τη στιγμή… Ίσως να μην υπάρχει πια επιθυμία, στοργή, πάθος, τρυφερότητα Είναι απλά αγάπη ή… απελπισία. Είναι σαν να έχει ήδη αποφασιστεί η μοίρα… και εγώ, εν αγνοία μου, ακόμα ονειρεύομαι. Είναι η τρομερή αλήθεια που μου χτυπάει την πόρτα και εγώ: ηλίθια Προσποιούμενη ότι δεν ακούω. Τότε πάρε με θάνατε την εποχή που πέφτουν τα φύλλα αλλά ας είναι αληθινός ο θάνατος της ψυχής και όχι μόνο πόνος. Ο πόνος πονάει τόσο πολύ ο θάνατος σε κάνει να ξεχνάς… και σβήνει τις χαρές και τις λύπες και σε παρασύρει μακριά: όμορφο εξιδανικευμένο άστρο.
Μέχρι τη νύχτα είχαμε μπουκώσει με ήλιο και ανάστροφες ήμασταν το γιατρικό για τον ιό του θανάτου ξυπνούσαμε και τραβούσαμε για το μπακάλικο τηγανίζαμε αυγά με μπέικον δέναμε τον χρόνο σε κόμπους μικρούτσικους ώστε στο τέλος, όταν όλα λύθηκαν, νσ τον έχουμε πιο πολύ, να τον χαρούμε όπως ο παπάς το αγόρι το δάσος, την αρχή της βροχής ήμασταν θηλαστικά πιστά στο ένστικτό μας σαν μοναδικό κανόνα θεσπίσαμε την ορθογραφία ξεχνώντας πως δεν υπάρχουνε τελείες στην αγάπη, μόνο σειρές από κόμματα με αγκώνες μαύρους από τον μόλυβδο ακούγαμε τα πράγματα που υπάρχουν ήδη να αποκαλύπτουν τα ονόματα τους και τα πράγματα που θα έρθουν να τρέμουν κάτω απ’το νότιο δέρμα: οι ζωντανοί ήτανε κρύοι και απόμακροι, τα αυγά τσιρτσίριζαν, οι εφημερίδε θρόιζαν οι πεθαμένοι ήταν κοντά
Από τη συλλογή “Ο συλλέκτης των Κυριακών”, εκδόσεις, Θράκα, 2024. Μετάφραση: Νικόλας Κουτσοδόντης.
Το άτιτλο έργο τρύπωσε στο μυαλό μου με τον τίτλο /Αμαζόνα/
* Δεν περνά η μπογιά μου πια· χαριεντίζομαι με το πρόσωπο του καθρέφτη γερνώντας γράφω έναν εντεκασύλλαβο στη θαμπάδα και τον σβήνω στο λεπτό
* Η πρώτη του μηνός έρχεται πάνω στο πλαστικό τραπεζομάντιλο της αυλής· κάποιος χάραξε το μηδέν άλλος τον ήλιο δεν έχω λόγο να ευχηθώ κάτι καλύτερο
* Η ράχη του βιβλίου σπάει και αυτό σημαίνει πώς οι Μυρμιδόνες τρύπωσαν σε ένα ποίημα του Πάουντ
* Λε λε λευτεριά Λευτεριά στην Παλαιστίνη ανάμεσα σού τραγουδώ
* Στον αφιλόξενο αβλέμονα πατώ τα πόδια μου γαντζώνομαι στα βράχια ανεβαίνω στο πιο ψηλό σημείο και ρίχνω τις στάχτες μου στη θάλασσα
* Γερμένος πάνω από τα γραπτά του ο Μονταίν· δεν θα γράψω τίποτε θετικό για το μύθο σας κι αυτό σημαίνει οπωσδήποτε ότι δεν κοιμάμαι τις νύχτες· ο χρόνος μιας ζωής περισσεύει με τις αιχμηρές λέξεις
* Αντί για μένα ψηλάφησε τούτο το μήλο είπε η Εύα και δες πώς το σκουλήκι σέρνεται κάτω από τη σάρκα του· κι εκείνος το δάγκωσε για να το σκοτώσει
Απαγορεύεται το προσεύχεσθαι, το πταρνίζεσθαι Το πτύειν, το εγκωμιάζειν, το γονυπετείν Το λατρεύειν, το ωρύεσθαι, το αποχρέμπτεσθαι. Εντός αυτού του περιβόλου απαγορεύεται το υπνώττειν Το εμβολιάζειν, το ομιλείν, το αφορίζειν Το εναρμονίζειν, το δραπετεύειν, το συλλαμβάνειν. Αυστηρώς απαγορεύεται το τρέχειν Απαγορεύεται το κάπνισμα και το γαμήσι ` *
*
ΠΛΗΘΩΡΙΣΜΟΣ
Η άνοδος του ψωμιού δημιουργεί νέα άνοδο του ψωμιού Η άνοδος των ενοικίων Αμέσως προκαλεί το διπλασιασμό των ενοικίων Η άνοδος των ενδυμάτων Οδηγεί σε νέα άνοδο των ενδυμάτων. Αδυσώπητα Στριφογυρίζουμε σ’ έναν φαύλο κύκλο. Μες στο κλουβί έχεις τροφή. Λίγη, ωστόσο έχεις. Έξω απ΄αυτό έχεις μονάχα απέραντη ελευθερία.
Ο άνθρωπος έσκυψε πάνω απ’ την κιθάρα του, Σαν κάποιου είδους κλαδευτής. Η μέρα ήταν πράσινη. Είπαν, «Έχεις μια κιθάρα μπλε. Δεν παίζεις τα πράγματα όπως είναι.» Ο άντρας αποκρίθηκε, «Τα πράγματα όπως είναι Αλλάζουν με κιθάρα μπλε.» Και τότε είπαν, «Παίξε όμως, πρέπει, Έναν σκοπό πέρα από μας, κι όμως εμάς, Πάνω στη μπλε κιθάρα έναν σκοπό Των πραγμάτων όπως είναι, τίποτε διαφορετικό.»
ΙΙ
Δε μπορώ να στρογγυλέψω τον κόσμο ακριβώς, Αν και τον μπαλώνω όπως μπορώ. Τραγουδώ ένα κεφάλι ήρωα, μάτι μεγάλο, Και γενειοφόρο μπρούντζο, όχι όμως έναν άνθρωπο, Αν και τον μπαλώνω όπως μπορώ Και μέσα απ’ αυτόν φτάνω σχεδόν στον άνθρωπο. Αν όταν στον άνθρωπο σχεδόν κάνεις καντάδα Διαφεύγει το πώς είναι τα πράγματα πραγματικά Πείτε πως είναι η σερενάτα Κάποιου που παίζει μπλε κιθάρα.
THE MAN WITH THE BLUE GUITAR
I
The man bent over his guitar, A shearsman of sorts. The day was green. They said, “You have a blue guitar, You do not play things as they are.” The man replied, “Things as they are Are changed upon the blue guitar.” And they said then, “But play, you must, A tune beyond us, yet ourselves, A tune upon the blue guitar Of things exactly as they are.”
II
I cannot bring a world quite round, Although I patch it as I can. I sing a hero’s head, large eye And bearded bronze, but not a man, Although I patch him as I can And reach through him almost to man. If to serenade almost to man Is to miss, by that, things as they are, Say it is the serenade Of a man that plays a blue guitar.