Ρω Νικολάου, Μήπως γεννηθεί

Το έργο της ανάρτησης αποδίδεται στην Angela (Artangilina), αλλά κάπου αναφέρεται και ως έργο της Nina Tsereteli

Ξαπλώνω κι ευθύς σηκώνομαι
μήπως γεννηθεί και δεν προλάβω
πίνω τον καφέ με την ψυχή στο στόμα
μπαινοβγαίνω στα δωμάτια
κι αφουγκράζομαι
μήπως γεννηθεί και δεν προλάβω
τρέχω έξω, στρίβω στο πρώτο στενό,
στο δεύτερο, μπαίνω σ’ ένα μαγαζί,
στο άλλο, μπαίνω όπου είναι ανοιχτά,
σ’ εστιατόρια, σ’ εκκλησίες, σε μουσεία,
σε πάρκα κι όπου είναι κλειστά
χτυπώ δυνατά, κάποιος με σπρώχνει,
σκοτεινιάζει, ένα φως ανάβει,
ένα παραθυρόφυλλο ανοίγει,
“φύγε, φύγε” μου φωνάζουν
ξαπλώνω σε παγκάκια, σε πέτρες, στο χώμα
με το ένα μάτι ανοιχτό
μήπως γεννηθεί και δεν προλάβω
μήπως γεννηθεί και κανένας δεν το δει
κατεβαίνω σε υπονόμους, σε πηγάδια
σε εγκαταλειμμένες σήραγγες

με μάτια κατακόκκινα απ’ την αγρύπνια
καταγδαρμένη από την αγωνία
και το ψύχος του ανθρώπου
με παίρνει ο ανίκητος ύπνος

άπειροι δρόμοι ξανοίγονται
μέσα στην ατέρμονη σπείρα του
σε κάποιον από αυτούς θα το προλάβω.

*Από τη συλλογή “Σαλός μαγνήτης”, εκδόσεις Φαρφουλάς, 2022.

Γιάννης Ε. Μανιάτης, Ποιήματα

ΟΝΕΙΡΑ

“Θέλω ν’ ανέβω … ν΄ανέβω.”
και γελούσε
κι άστραφταν οι τοίχοι
και τα μάγουλά της σαν κεράσια
και τα χείλη του έσταζαν αγωνία.

“Θέλω κι εσύ να το θέλεις … να συμπληρώνεις”
και γελούσε
κ ήταν η τρέλα στο τιμόνι
και
εκείνος συμπλήρωνε άμμο
με τα δάκτυλά της
και
έφεγγε πάνω στην θάλασσα.

*

ΣΥΝΩΝΥΜΑ

Ασημένια σημαδούρα
τυφλώνει τους γλάρους.
Άσε να σε παρασύρω.

Μυρμήγκι χορεύει
από βάρος ψίχουλο.
Ξάπλωσε κοντά μου.

*

σκέφτομαι πόσο σε θέλω
ενώ σήραγγα θλίψης
διάφανη λάμπει
ενώ ακατανόητα εμπρός
απλώνεται δικός μου
ατελείωτος καθρέπτης
θηλυκός

*

είσαι νεκρή
Χαλιά ανεμίζουν
κοιμάσαι

Φως ταξιδεύει
Είναι σεντόνια
Στις οπτασίες

Ο ύπνος

Παιδεύει
Μαγεύει
Προδίδει

*Από τη συλλογή “Τα σόκιν για τον δαίμονα”, το Κουτοί μη Τόποι, 2023.

Βερονίκη Δαλακούρα, [II]

Στα δάση των βουνών, α, πόσο χαίρομαι
κάτι απέμενε, απ’ τα τόσα, που δεν γνώρισα.
Να χάνεις δίχως να είναι έρωτας
μα απομεινάρι ύπνου τριγωνικό!
Α, πόσο χαίρομαι, λέω, αγαπημένη κόλαση
που να μάθω έχω ακόμη!

(Μονάχα μια φορά δεν χάραξε
μονάχα μια φορά σου ζήτησα και δεν απάντησες
κρυμμένο σε βουνά δασών.
Άλλο τόσο χαμηλόφωνο δεν πρόκειται να υπάρξει που
το ψιθύρισμα στο φως του δρόμου να γίνει
φανός αντίθετης αγάπης.)

*Από τη συλλογή “Ευφροσύνη: Ποιήματα για μικρά παιδιά”, εκδόσεις Κουκκίδα 2024

Μάρκος Τραϊτοράκης, Καλώς τους ανεξάρτητους 

Στο νοσοκομείο Παπαγεωργίου
κάθομαι στις πολυθρόνες με τον ήλιο
ανάμεσα σε καλαμπούρια γριών και κουρασμένους νοσηλευτές.
Στον διάδρομο τα σπασμένα παιδιά∙ μας ενώνει η νιότη.
Το φως απλώνει χρώματα καθώς νυχτώνει
στα παράθυρα και τους τοίχους και πάνω μας.
Στον θάλαμο η μέρα έκλεισε με πόνους
4 άτομα επί x θαλάμους.
Επίλογος.
Ο Ν.Β είναι φακελάκιας επιστήμονας
φακελάκιας οικογενειάρχης
φακελάκιας χριστιανός.
Κατέβηκε υποψήφιος στις δημοτικές κι έγραψε για κάτι οράματα …
για εντιμότητα, ειλικρίνεια, γι’ αξίες που σήμερα σπανίζουν
για τη διάθεση του να προσφέρει στην κοινωνία κτλ…
Κότσαρε και φωτογραφία με κοστούμι και γραβάτα
και δεν ξέχασε τ’ ανθρώπινο χαμόγελο.

*Από τη συλλογή “Τριάντα στιγμιότυπα”, ΑΩ Εκδόσεις, 2024.

Γιώργος Κοζίας, Η ωραία άμπελος

Μπαίνει στὸ ἀμπέλι, κλέβει μιὰ ρώγα,
τὴν ἔβαλε στὸ στόμα της κι ἔπεσε νεκρή!
Τὴν ἔκλαψαν, τὴν ξάπλωσαν σὲ κάσα σκαλιστή,
τὴν κλείδωσαν, πέταξαν τὰ ἐννιὰ κλειδιά, τὴν ξέχασαν.

Φτάνει ὁ τρυγητής, τρυγάει, βρίσκει τὰ κλειδιά.
Βλέπει τὴν κάσα, ξεκλειδώνει ἐννιὰ φορές,
μέσα ἡ πεθαμένη κόρη πεντάμορφη
μὲ ἀνοιχτὰ τὰ χείλη ὑγρά, ζουμερά.
Τὸ πρόσωπό της ἔλαμπε
κι εἶχε σημαδάκι στὸν λαιμὸ στολίδι.

Σκύβει ὁ λεβέντης φιλάει τρεῖς
τὴν τέταρτη πετιέται τοῦ σταφυλιοῦ ἡ ρώγα!
Ἔπαιξε τὰ βλέφαρα ἡ Ὡραία Ἄμπελος
ζωντάνεψε, τοῦ μίλησε:

«Νόστιμα ροζακιά, ἀσίκη, φρέσκα ροζακιά,
σταφύλια τῆς Ἀγάπης τὰ φιλιά».

*Από την ποιητική συλλογή 41ος Παράλληλος, Στιγμή, 2012.

Χρήστος Κολτσίδας, εφτά άτιτλα

σε είδα να ανεβαίνεις στο φως
με δύο δυνατά πόδια
και το ένα απαλό γόνατο

μετά δεν υπήρχες

*

και δύο και τρεις
τσαλαπάτησες το σκοτάδι

*

τραγούδησες
σε νησιά, που δεν είδα

και μια φορά δίπλα μου

*

έχεις δύο φωνές που αγιάζουν
και μια πάντα κρυμμένη

*

έτσι που αγαπάς τα φωνήεντα
μου θυμίζεις βουνά

*

τόσο πολύ έσκαψες με το δάχτυλο
που έφτασες στο πλευρό μου

*

τώρα η επιθυμία θα έχει το δικό της μικροκλίμα

με βαμβάκια, κεράσια και φτέρες

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Τεφλόν”, τεύχος 31, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2024.

Σαμσών Ρακάς, Αμπερλουδαχαμίν – ένα εγχειρίδιο μοναξιάς

………………………

κι από την τόση νοσταλγία
χωρίς να το πολυκαταλάβω
σύντομα έμοιαζα με ένα νυχτοφύλακα
κατάκοπο
στον τρόπο της ισόβιας λιακάδας

μα δεν παραπονιόμουν
κι ας πρόδωσα τα πόδια μου για να σε περιμένω

μπήκα στην απομόνωση αγαπημένο μου υποκείμενο
μονολογούσα λογοκρινόμουν μονολογούσα
μέχρι που γέννησα εαυτούς
να ‘χω και γω συμπότες

τον Παύλο
την Αφροδίτη
τη Βερενίκη
το Λουκά
το Σταμάτη
τον κυρ Αλέξανδρο
τον Ιάσονα
τη Θάλλω
το Σαβάζιο

σας λέω τους σπουδαιότερους τώρα
και βάζω τον έναν εαυτό κάτω από τον άλλον
όχι από κάποια διάθεση νεωτερισμού
Αλλά για να μοιάζουν πειστικά
με μια ντάνα από πλαστικά ποτήρια

που λες αγαπημένο υποκείμενο
όλα τα πρωινά καβγάδιζαν οι εαυτοί
παραφερόνουσαν παίζανε μπουνιές
αυτή η λεπτοκαμωμένη Βερενίκη κι αν είχε υποφέρει με δαύτους
σάκο του μποξ την είχαν κάνει
όμως σαν έπεφτε η νύχτα
η κολεκτίβα του εαυτού μου φίλιωνε
τσούγκριζε τη Θεία Κοινωνία κι ύστερα
όλοι μαζί τη λειτουργούσανε την ψαλμωδία
τώρα θα ‘ρθεί, τώρα θα ‘ρθεί
σταυρώσανε την προσμονή

κι η προσμονή μου πλήθαινε αγαπημένο υποκείμενο
η προδοσία άπλωνε με τόσους εαυτούς
κοπάδιαζε ο πόνος

*Από τη συλλογή “αμπερλουδαχαμίν”, Εκδόσεις Υποκείμενο, 2016.
**Το απόσπασμα είναι συνέχεια αυτού του δημοσιεύματος: https://tokoskino.me/2018/05/21/σαμσών-ρακάς-αμπερλουδαχαμίν-ένα-εγχ/

Σαλώμη, εμπιστοσύνη

Άμα ρίξω το βάρος πίσω, θα με πιάσεις;
Νιώθω τη γη κάτω από τα πόδια μου ελαφριά
Και το κορμί μου λυγίζει
Γίνεται μικρό
Ευαίσθητο
Όπως κι η ψυχή μου

Άμα λύσω τη ζώνη, θα με κρατήσεις;
Τα δάκρυά μου λούζουν το μάγουλό σου
Κόβεται η αναπνοή μου
Ο αέρας λιγοστεύει
Μα εσύ είσαι ακόμα εδώ

Άμα κλείσω τα μάτια, θα με καθοδηγήσεις;
Σα διάφανο χαρτί με βλέπεις απ’ όλες τις πλευρές
Αναμένω την επόμενη λέξη σου
Μα πια σε ξέρω, εσύ;

Άμα ανοίξω το στόμα, θα με ακούσεις;
Κλείνω πόρτες ανάμεσά μας από φόβο
Όμως δε μου λιγοστεύει αγάπη
Κι απ’ όσα κομμάτια μου σου δίνω,
Θα μείνει τίποτα για εμένα στο τέλος;

Άμα ζητήσω πολλά, θα είναι λιγοστά
Άμα κρατηθώ κι άλλο, θα τρελαθώ
Άμα δεν προσπαθήσω, θα το μετανιώσω
Γιατί όχι, λοιπόν;

*Το ποίημα και φωτογραφίοα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://losinnuendos.com/2024/08/30/εμπιστοσύνη-της-σαλώμης/#like-7485

Νάνος Βαλαωρίτης, Η Μπαλάντα του Ξενιτεμένου

Βαρέθηκα τις φωνές των Σειρήνων
Με παρακολουθούνε άγρυπνα μάτια
Νύχτα μέρα με στοιχειώνουν οι Οδυσσείς
Με τα ψευδολογήματά τους
Με καρπαζώνουν οι αναμνήσεις
Σαν ρούχα που κρέμονται από σκοινί
Βαρέθηκα το Νέο Κόσμο κι ο Παλιός
Δεν μου ’δωσε σκοινί ν’ απλώσω τα αισθήματά μου.
Τα αισθήματά μου είναι βρεγμένα ακόμη
Απ’ το βροχερό ετούτο χειμώνα
Θέλω να πάω κάπου μα δεν ξέρω πού
Αφού δεν είμαι ούτε στη δύση ούτε
Στην ανατολή. Μπροστά μου ο ήλιος
Ανατέλλει και πίσω ο ήλιος βασιλεύει.
Πώς κατάντησα εδώ πέρα χοίρος
Στης Κίρκης το νησί; Πώς κατέληξα
Να γίνω Ελπήνορας και κολαζίστας
Που πέφτοντας έσπασε το κρανίο του
Απ’ τη σοφίτα του σπιτιού του;
Με τον Ερμή για γραφομηχανή
Γράφω να σκορπίσω μαύρες σκέψεις
Έρχεσαι εδώ να δρέψεις
Τους καρπούς του Ελδοράδο
Και σου μένει ο χρόνος ρέστος
Δυτικά του Κολοράντο.
Είμαι ένας μετατοπισμένος
Στα πλάτη της άλλης ηπείρου
Κάνω βόλτες πάνω κάτω
Πέντε επί δεκάξι μέτρα
Και περιμένω γράμματα
Για να διασχίσω τα γεράματα.
Έχω μια μικρή σκυλίτσα
Που την ονομάζω Λίτσα
Που χαίρεται όταν με βλέπει
Να ετοιμάζω μια βαλίτσα
Για να πάω στο Κολοράντο
Να διαβάσω ποιήματα
Με τον ποιητή Κορράντο.
Αχ κύριε κύριε Κωσταντίνε
Που όλο πίνε πίνε
Και σου ’ρθε ο ουρανός σφοντύλι
Σου άναψα ένα καντήλι
Στην καρδιά μου.

6.5.1983