Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Τρία ποιήματα

Αποαποικιοποίηση

Όταν δεν υπάρχουν λέξεις
που να με περιγράφουν,
σκαρφαλώνω με γυμνά πέλματα
στα δέντρα και από εκεί
πετάω πέτρες στους περαστικούς.

Όταν δεν υπάρχουν λέξεις
που να με περιγράφουν,
μετράω τα δάχτυλα των ποδιών
και τους λέω πως
έχω δρόμο μπροστά μου,
μην πουν πως δεν ήξεραν.

Όταν δεν υπάρχουν λέξεις
που να με περιγράφουν,
πέρα από το νόμο του φύλου,
ή τις τροπικότητες της ύπαρξης,
κυκλοφορώ με πλαστή ταυτότητα,
κάτι μεταξύ ωραίου,
θύματος
ή και των δύο μαζί.

*

Χάντρες

Ανέμελα κορίτσια και αγόρια
την ώρα του μεσημεριού,
στολίζονται με χάντρες
όμοιες με τις καλές μέρες,
για να ξεγελάσουν τα πουλιά.

Κι αυτά ξεγελιούνται.

Κι έπειτα με τις χάντρες,
τάχα αυτόν τον σπουδαίο θησαυρό,
-κλεμμένες προσδοκίες στα ράμφη τους-
βιάζονται να ταΐσουν τους νεοσσούς.

Κάθε χάντρα μια ευτυχία,
κάθε χάντρα ένας πνιγμός.

*

Η παπαρούνα

Του Δ.Β.

Έχουμε τους ανθρώπους κάπως στο μυαλό
και τους αφήνουμε έτσι, όσο η μνήμη μας είναι υγιής.
Όμως αυτοί αλλάζουν.
Και την πρωτογενή καταγραφή μας,
αυτή που πιστοποιεί την ύπαρξή τους
στα τοιχώματα της καρδιάς,
στο τέλος θα την πουν και νοθευμένη.

Η παπαρούνα ανθίζει και έτσι μένει.

*Από τη συλλογή “Στον τόπο που έχει φύγει από τον τόπο του”, Εκδόσεις Έναστρον, 2024.

Leave a comment