Ειρήνη Παραδεισανού, Δύο ποιήματα

Να σώπαινες το αίμα

Έλατα ριζώνουν σε ραγισμένο νερό
η φλούδα τους απλώνει κύματα στο δέρμα

όρθια σε τρύπα που χάσκει
απλώνω σπασμένα κλαδιά τα χέρια μου
με πείσμα να τρυπήσουν τα τοιχώματα του πηγαδιού
που σκάφτει στο κρανίο μου
ο μπέτης σου

άθλιε στιχοπλόκε

έστω να σώπαινες το αίμα

***

άτιτλο

Αυτή η φλούδα που ξεκολλά στο κρανίο μου
στρέφεται γύρω απ’ τα μάτια και χάσκει
τριγύρω
παιδιά κρατημένα σφιχτά στο λαιμό μου
με τραβούν προς το χώμα.
Κι ένα δέντρο υψώνεται στο μέρος που παίζαν.
Τα κλαδιά του σαλεύουν στα χέρια μου
και
υπαγορεύουν
το τελευταίο ποίημα.

*Πηγή: http://wwwpareisakth.blogspot.com

Γεωργία Τρούλη, Συρρίκνωση

(Με αναγνώριση αποτυπώματος)

Ποίηση πάνω σε έναν πεζό της καθημερινότητας λόγο
Τα χέρια έξω από τα ρούχα να μακραίνουν τα μανίκια γίνονται
λωρίδες σεντόνι
Λινό και μετάξι. Όλα τα μέσα όργανα αφαιρούνται. Όλα τα μέσα
όργανα
Η ροή του αίματος αποκτά άλλο ρυθμό. Λευκό ερυθρό φαιοκίτρινο.
Ο ουρανός
με άσπρο σύννεφο. Στην μέση. Με άσπρο κενό που αιωρεί-τε
στην γωνία του
ορίζοντα. Μια αμυχή από τα πολύπλοκα της ανοχής
Η φυγάδευση έχει σημείο φυγής τον εαυτό. Στο εσωτερικό όργανο
μιας ψυχής
Που διαστέλλεται που διαστέλλεται που διαστέλλεται
Ήρθε και μου είπε με μάτια που δεν αντέχουν την αντανάκλαση
Πως η πόλη έχει δύο εισόδους η λίμνη ένα είδωλο και
Το λουλούδι Λειρήτια έναν Νάρκισσο
Και έναν τρόπο να μαραίνει τον έρωτα-Άρνηση
Η κλειδαρότρυπα μιας θύμησης έχει πολλαπλούς κλειδάριθμους
(1, 2 και άπειρο)
Κανείς δεν ενοχοποιεί την αποκάλυψη της συρρίκνωσης
Θα έρθει πάλι με όλη την αφαίρεση των σωθικών να παίξει την
υπόσταση
Με άλλο βάρος με άλλο γόνιμο με άλλο γήρας
Όλα τα σπίτια συμπυκνώνονται σε άλλες ανάγκες
Πώς μπορεί ένα τσόφλι να είναι τόσο ακέραιο και ο ο πυρήνας
Να διασπάται επ’ άπειρον; Ποίηση πάνω σε ένα
πεζό παράπηγμα έρωτα. Επάνω σε ένα ποιητικό παραπέτασμα.
Μέσα σε δύο γραμμές
Δεν θέλησα καθόλου η φωνή που έσυρα
-Μαζί με τα όργανα έτοιμα για μεταμόσχευση ονείρου-
Να με κατασπαράξει σαν Ηχώ αιώνια τιμωρημένη να φωνάζει
μόνη τον έρωτα
Η φυγάδευση έχει κοινό σημείο φυγής με την απομόνωση την
προσήλωση
την πηγή και τον έρωτα Φεύγει περίγραμμα Φεύγει περίγραμμα
Θα διαθέσω δυο τρία καχεκτικά πουλιά σαν αγγελία θανάτου
Φεύγει περίγραμμα
Φεύγει περίγραμμα
Ποίηση πάνω σε έναν πεζό θάνατο. Φτερούγισμα. Επιτύμβιος χορός
Ποίηση πάνω σε έναν πεζό της καθημερινότητας
Αδιαπέραστο Ασυγκράτητο και Ανυπότακτο
Τα τρία στερητικά ουδέτερα που φόβο δεν έχουν
Πέρα από την κουκουβάγια που στέκει τις νύχτες στο απέναντι
μπαλκόνι
Και σε εκείνο ο γνωστός ναυαγοσώστης
Που μια ώρα πριν αυτόχειρας
Που δυο μέρες πριν αγαπημένος
Που τρεις μέρες πριν διαρρήκτης
Που τέσσερις μέρες πριν θυρωρός
Που πέντε μέρες πριν φωτογράφος
Που έξι μέρες πριν ασύδωτος
Που εφτά μέρες πριν δημιουργός
Ένας τυχαίος διαβάτης στον κόσμο. Χωρίς σκιά να ακολουθεί
τον ήλιο την λίμνη. Να ερωτεύεται είδωλο χωρίς περίγραμμα
– Φεύγει περίγραμμα
Φεύγει – Πού θα ενσωματωθεί το σκούρο σημείο προοπτικής
ανάλογα με την θέση του ήλιου; Πού μπορεί να βουλιάζει το κενό
και να δημιουργεί και άλλο κενό καινό;
Ποιο λουλούδι Λειρήτια ακούει το καθρέφτισμα μιας σταγόνας νερού
σε νερό;
Φεύγει περίγραμμα. Σώθηκε η ανάγκη στο σπίτι
Η υπεκφυγή. Το εσωτερικό του οργάνου
Διασπάται ο πυρήνας και το τσόφλι ακέραιο
Με ραγάδες – ανάμεσα σε ηπείρους εφτά. Και κενό ανάμεσα
σε πάγους
Ποίηση πάνω σε πεζό παρακείμενο λόγο
Και ούτω καθεξής
Το σύμπαν συρρικνώνει την γη
Ή το αντίθετο

*Από τη συλλογή “Πριν εισέλθετε βεβαιωθείτε”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2013. Το σχέδιο της ανάρτησης είναι της ποιήτριας.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Τρία ποιήματα

Στη σκιά

Στέκεσαι στη σκιά
κάτω απ’ τα δέντρα.
Μένεις εκεί,
δεν το τολμάς
να δεις κατάματα τον ήλιο.
Δεν κινδυνεύεις,
είσαι πάντα ασφαλής.
Μια ζωή
μένεις μονάχος
στη σκιά σου.

***

Σαχζάτ Λουκμάν

Σαχζάτ Λουκμάν.
Χέρια οπλισμένα
χτυπάνε χέρια ορφανά,
χέρια κυνηγημένα,
που δεν σηκώθηκαν ψηλά,
δεν παραδόθηκαν.
Βγήκαν μαχαίρια
κι ένα νήμα ζωής
έκοψαν στα δύο.
Σαχζάτ Λουκμάν.
Έχει όνομα κι επίθετο
η θλίψη.

***

Σύνθημα

Παράξενο το σύνθημα στο τοίχο.
Ώρες να το εξηγήσεις προσπαθείς.
Διαβάζεις πονηρά
πίσω απ΄ τις λέξεις
Άδικος κόπος,
νόημα κανένα.
Πάψε το διάβασμα, λοιπόν,
δεν ωφελεί.
Άσε τον τοίχο.
Άκου το σύνθημα στους δρόμους.

*Από τη συλλογή “Ζηλεύω τα βράχια”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Φλεβάρης 2018.

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Ποιήματα

Τα σκοτάδια μου

Αναπολώ τα σκοτάδια μου
Τις μέρες της μοναχικής μου περιδιάβασης
σε ακυρωμένους έρωτες
τις μέρες που έβγαινε από μέσα μου
αρρωστιάρικη και αδύναμη φωνούλα
κι η αγωνία πάλευε με τους φόβους μου
και το σκοινί έτριζε κάτω απ’ τα πόδια μου
και συ “αγρόν ηγόραζες” και άλλα τέτοια.
Και τις κομμένες μου ανάσες
και τους πανικούς μου
και τα ασάλευτα βράδια μου
τότε τα περιφρόνησες.
Τώρα τα ερμηνεύεις.
Αγαπώ τα σκοτάδια μου.
Και κείνα μ’ αγαπάνε.

***

Πού να χωρέσω τόσο πόνο;
Εσύ λίγο από τον πόνο μου δεν καταδέχτηκες!

***

Εγκατέλειψα αφρόντιστη την ψυχή μου
να αναζητάει τα όνειρα του παιδιού,
τη θαλπωρή του έρωτα

***

Αναζητούσα τα κομμάτια μου,
μα εκείνα ταξίδευαν στο πολύχρωμο του κόσμου.

*Από τη συλλογή “Πληγές”, εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2011.

Ορίστηκα και ζούσα | Ηλίας Κουρκούτας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

All-focus

ανάμεσα στον ουρανό και το ηφαίστειο
τον δαίμονα αέρα, το κόκκινο βαθύ
ανθρώπινο ποτάμι
διχασμένος σε δυο καιρούς
και καταιγίδες
ανάμεσα σε παγωμένα μέλη,
μόρια αγάπης
και κύτταρα της θλίψης,
την Κόρινθο και την Κολχίδα
τη Μήδεια και τη Γλαύκη

δυο ηπείρους
και ορίζοντες
δυο μοίρες και πολέμους
ανάμεσα σε μια πατρίδα
και ολέθριες ζωές
Ιάσονας, Ηρακλής,
και δον Κιχώτης
ίσως όλα μαζί και χωριστά
όπως τα βράδια στη θερινή Μεσόγειο
όταν η κοιμισμένη νύχτα
απλώνει ένα σεντόνι στη γη
εισχωρεί στο σώμα και στον ύπνο
σαν υπερφυσική μητέρα

[εικόνα: Γιώργης Σαράτσης]

View original post

Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες

Σχεδία στις όχθες τού Hudson
Ή Κανένα μπλουζ για το Νιούαρκ

Δε σταματάς να πίνεις και
Δε σταματάς να μιλάς
Θυμίζεις χείμαρρο ορμητικό από λέξεις
Που μοιάζουν
Σα να θέλουν να με παρασύρουν
Στον αφρισμένο θυμό τους
Να με ξεβράσουν σε πιο ξένα νερά
Καθώς ξετυλίγεις τής ζωής σου το συναξάρι
Εκεί κάτω
Στα μέρη όπου οι άνθρωποι
Ζουν στη γαλήνη μιας επαγγελίας
Χορεύοντας και τραγουδώντας•
Και ύστερα για τη μάνα σου
Που στα δεκάξι σε βαρέθηκε
Και τον πατέρα σου που πέθανε
Μεθυσμένος σε ένα υπόγειο
Ώσπου να σμίξουν λες οι τύψεις τους
Κάποιο βράδυ Σαββάτου
Ή πρωινό βροχερής Κυριακής•
Δε σταματάς να μου μιλάς
Κι εγώ να σκέφτομαι
Μια νύχτα σε αυτό το άθλιο στέκι
Όπου μεθοκοπούν όλοι μαζί άγγελοι και δαίμονες
Πώς ξέπεσες σε τούτη την κοσμόπολη
Μικρή νεράιδα στο φως τού μισού φεγγαριού
Κι εκείνα τα πρώτα λόγια σου
Που τα θυμάμαι να κυλούν
Και τ’ αποστήθισα νεράκι
Την ώρα που χάιδευες
Πάνω στο στήθος τα μαλλιά σου
Και συ να ρωτιέσαι φωναχτά
Καθρέφτη – καθρεφτάκι σου
Αν όλα αυτά που συγκρατώ και γράφω
Δεν είναι άλλο
Από σημειώσεις για ένα παραμύθι
Λόγια από το τραγούδι που έταξα να σου πω
Όταν δε θά ‘μαι εδώ
Αλλά θα σ’ αφουγκράζομαι ακόμη
Νέκταρ θεών και βάλσαμο που στάζεις
Πλάι σε βλοσυρούς θαμώνες που φωνάζουν
Λίγο πριν γίνουν σκνίπα
Κι ανεβούν τρικλίζοντας
Πάνω στα βρώμικα κίτρινα πορθμεία
Τού μεγάλου ποταμού
Πριν περάσουν απέναντι
Για να μη γυρίσουν ποτέ
Στο παρελθόν και στο μέλλον
Μ’ ένα νόμισμα να λάμπει ανάμεσα στα δόντια τους
Σα σμάρι από θυμωμένα μελίσσια
Όμοια νεκροί στις όχθες τής Αχερουσίας.

***

Όνειρο στο Everglades

Πάνε πολλά χρόνια
Όταν εκείνη η ξωθιά από το Μπαλισάνον
Παίρνοντας ύφος πυθίας
Καπνίζοντας το ένα τσιγάρο
Πίσω από το άλλο
Διάβαζε τις λοξές γραμμές στο χέρι μου•
Κάτι θυμάμαι από τα λόγια της
Που θύμιζαν γλώσσα των ξωτικών στα άλση
Ή ψίθυρο στις φυλλωσιές
Ίσως “Αθαΐρ Αρ Νεάμχ” με μισόλογα•
Μιλούσε για ξενύχτια και ποτά
Γυναίκες πάνω στο μεθύσι και λυκόφιλους
Προπόσεις και γελαστικά συμπόσια
Σε στέκια σκοτεινά
Αλλά είχα σε άλλο τόπο το μυαλό μου ο νήπιος
Στον τρόπο που δίπλωνε
Και ξεδίπλωνε τα πόδια της μπροστά μου
Ή άγγιζε τάχα το στήθος της η Τύχη
Θεά κι αυτή θεότρελη που φέρνει
Τη λίγη ευδαιμονία στους πιστούς της•
Είπε πολλά παράδοξα η καλή νεράιδα
Που έλαβαν σάρκα πριν χαθούν
Στο πέρασμα τού χρόνου•Ωστόσο
Μοιάζει να λάθεψε η ματιά της
Γιατί πέρασε μισή η ζωή μου
Και βρίσκω συχνά το μίσος στο κατώφλι να σκυλιάζει
Και τη γαλήνη πουθενά•
Μάλλον γι’αυτό από τότε δεν την ξαναείδα
Παρά μόνο στα όνειρά μου την ακούω
Να τραγουδά γλυκά στην άκρη τού νερού
Αγάπες που είδε και με ονείρεψε
Για να με κάνει επιτέλους να χαμογελάσω.

*Η φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκε από εδώ: http://epikrateiatoumidenos.blogspot.com

UNUSUAL WORK !!!!!!!!!!!!!!!!!! No.25 !!!!!!!!!!!!!!!!!

You are invited to the magazine launch of

UNUSUAL WORK

!!!!!!!!!!!!!!!!!! No.25 !!!!!!!!!!!!!!!!!

on Thursday the 15th November

7pm onwards at our new venue

the TERMINUS HOTEL

492 Queens Parade North Fitzroy

inside, towards the toilets, and upstairs

commonly known as the Clifton Hill interchange

just before the Northcote Bridge — near Clifton Hill Station

plenty of buses + trams go thru there also

eg the 86 Tram, and the bus to LaTrobe Uni etc

ENTRY: $10 + FREE COPY of magazine

(SUBSCRIBERS FREE ENTRY)

PERFORMANCES BY

Loren Steinberg, Gemma White,

Richard Hold + his fabulous GUITARWRITER

Linda/y Judge, Henry Briffa

Peter Murphy, Patrick Boyle, TT.O.

———————

small magazines

— the life blood of a great literature

MAKE AN EFFORT

Αλέξης Γεωργαντάς, e n v o y e r  t r è s  h a u t

ενοποιημένα πεδία

ανοίγουν

τα έλατα των στίχων τους

στο σεντόνι της

φαντασίας

στο άπλωμα

τ’ ουρανού

συνέχεια να

βρέχεις

συνέχεια να με θέλεις
ουρανός

δεν χρησιμοποιούν τα μάτια
στο τίναγμα των φτερών                    
έχουν αλλάξει την όψη τους                                                                                                                       
οι βουνοκορφές αποκαλύπτουν                                                                                                               
το κρυμμένο σύμπαν

όταν                                                                                                                       
φτάνω στα πέλματα των ήχων σου                                                                                                       
ακούω την ύψιστη αγάπη                                                                                                                                                             Ανοίγω και                                                                                                                                    ηλιόφωτα κάστρα ξεπροβάλλουν

εσύ με κάνεις/                                                                                                                                                                                                                                                                ουρανός                                                                                         

3.11.2018     

*Ο Αλέξης Γεωργαντάς έχει κάνει σπουδές  στην εικονογράφηση, σκιτσογραφία και γραφιστική. Παρακολούθησε σεμινάρια κίνησης, λόγου και έκφρασης στο θέατρο των αλλαγών. Είναι κάτοχος 2ου βαθμού ρέικι. Γνωρίζει την τέχνη του Thai μασάζ. Αγαπά την απλότητα και πιστεύει σε αυτό που δεν μπορούν να δουν τα μάτια.  Γράφει και ζωγραφίζει.   Ποίηση, παραμύθια και αφηγήσεις  του, υπάρχουν  σε  διαδικτυακά περιοδικά στην ελληνική και Ισπανική γλώσσα.  Ετοιμάζει την πρώτη του ποιητική συλλογή. Κατάγεται από την Αργεντινή. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Δήμος Χλωπτσιούδης, Η υπερρεαλιστική εικονοπλασία της Στέλλας Δούμου

Σύμφωνα με τον Μπρετόν 1 ο σουρεαλισμός δεν είναι μορφή της ποίησης. Είναι μια κραυγή του πνεύματος που ξαναγυρίζει στον εαυτό του με την απεγνωσμένη απόφαση να σπάσει τις αλυσίδες του. Και στην ανάγκη με υλικά σφυριά. Κι όπως είδαμε παλαιότερα 2 στη μεταμοντέρνα ποίηση, και δη στην «ποίηση της αγανάκτησης» 3, ο σουρεαλιστικός στίχος μετατρέπεται σε ένα όπλο αντιτασσόμενο στη δεσποτεία του ορθού λόγου και την -προπαγανδιστική- εργαλειοποίησή του στη σύγχρονη κοινωνία, ενάντια στην αριθμοποίηση και τη συνθηματολογία.

Σήμερα πια λειτουργεί ως αντίδοτο στην απολυτότητα του σκληρού ρεαλισμού, αντιδρά στην κυριαρχία του ρασιοναλισμού μέσα από την συναισθηματική αποδόμηση της λογικής. Με την εικονοπλαστική και δημιουργική του γλώσσα ταξιδεύει τον αναγνώστη με οδηγό το συναίσθημα∙ εκθέτει τη λογική σε νέες προκλήσεις αξιοποιώντας τη συνειρμική διάσταση της γλώσσας χωρίς να περιφρονεί τα μέσα που της προσφέρει ο σουρεαλισμός με στόχο να εκφράσει την ενδόμυχη αλήθεια του ποιητή. 4 Μέσα από τον “παραλογισμό” και την “εξωτερίκευση του μέσα” του αναδεικνύει την ουσία των συναισθημάτων και του ψυχισμού.

Στον δρόμο αυτόν κινείται και η τρίτη ποιητική συλλογή της Στέλλας Δούμου «χρονορυχείο» (Θράκα, 2017). Η στιχουργική της διακρίνεται από έντονο υπερρεαλιστικό στοιχείο∙ η συνειρμική κίνηση και ο πληθωρικός χαρακτήρας της εικαστικής της έχουν ρίζες στον σουρεαλισμό. Πλήθος μεταφορών με συνυποδηλωτικές εικόνες ξεπηδούν από τον στίχο της με χειμαρρώδη ορμή.
Με επίκεντρο την πρωτοενική εστίαση, η δημιουργός σκάβει στο ορυχείο του χρόνου και μιλάει για τον έρωτα, τη φθορά και τον θάνατο. Η δυνατή εικονοποιία της, όπως ξεδιπλώνεται μέσα από την ανοικείωση που γεννούν ονοματικά ή ρηματικά σύνολα, ξαφνιάζουν το κοινό. Διατηρούν όμως λειτουργικό ρόλο, καθώς ενισχύουν αισθητικά και συναισθηματικά το ποιητικό κάδρο, δημιουργώντας πρισματικές συνθέσεις. Με ύφος αφηγηματικό συμπλέκει το βίωμα με τη μυθοπλασία μέσα σε ένα πολύ πολυκεντρικό περιεχόμενο, αξιοποιώντας την υπερρεαλιστική μεταγλώσσα και δημιουργώντας όμορφες εικόνες.

Στην πυκνή γραφή της φανερή είναι η επιδίωξη μιας στοχαστικής κλιμάκωσης, που ενίοτε έρχεται σε βάρος της συναισθηματικής κλιμάκωσης ελλείψει κάποιας δραματικής κορύφωσης. Τούτο, ωστόσο, καλύπτεται από τους χαμηλούς τόνους που ισορροπούν άρτια με το σουρεαλιστικό ύφος.

Σημειώσεις:
1. Αντρέ Μπρετόν, Το Μανιφέστο του Υπερρεαλισμού, 1924.
2. βλ. και Δήμος Χλωπτσιούδης, Οι υπερρεαλιστικές επιρροές στην ποίηση της αγανάκτησης, vakxikon, τεύχ. 33.
3. βλ. Δήμος Χλωπτσιούδη, Η ποίηση της αγανάκτησης, τοβιβλίο (03/01/2015).
4. Ανδρέας Εμπειρίκος, Περί σουρεαλισμού 1935, εισαγ.-επιμ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Άγρα, Αθήνα 2009.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://www.thraca.gr/2018/08/blog-post_16.html?m=1

Δεν πρέπει να φοβηθούμε την ώρα που κανείς δεν θα μας αγαπά

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Από όταν κάποτε το γάβγισμα ήταν η μοναδική προσημείωση
μιας νύχτας που ποτέ δεν θα επιστρέψει τώρα
επιφέρει τον ίδιο πόνο με εκείνο το ανενδοίαστα δολοφονικό συνονθύλευμα
που παρά την όποια εύνοια σου τύχει συνεχίζεις να αποκαλείς επιβίωση.
Η κατάλληλη ευκαιρία για να κλείσει το μεσημέρι τις μπαλκονόπορτες
και να θυσιαστεί για μια ακόμη φορά στο απαράμιλλο μιας χιλιοειπωμένης έκφρασης.
Όσο αδυνατείς να εξιχνιάσεις κάποιον
από τους χιλιάδες τρόπους που και μόλις σήμερα έχεις πεθάνει
θα συνεχίζεις να συμπεριφέρεσαι σαν τον τελευταίο
ζωντανό άνθρωπο που ξέρεις.
Η δυστυχία του να αναπνέεις με πληρωμένα διόδια.
Η κατάρα του να αγαπιέσαι από όσους ποτέ δεν θα γνωρίσεις.
Η προσευχή που αρχίζει και τελειώνει με την λέξη θεός.
Η ανατριχίλα μιας αποστραγγισμένης ελπίδας που
τολμά ακόμη να γυρίζει στο άκουσμα ενός ηλεκτρικού ακόρντου
κι εκείνης της φωνής που ποτέ σου δεν επέτρεψες
να αποπληρώσει μια στιγμή
από ότι συσσωρεύτηκε στην κόλαση που εξευγενίζουμε…

View original post 158 more words