Η πιο εκτεταμένη και πιο ολοκληρωμένη Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης στα Αγγλικά


Ένα έργο του Μανώλη Αλυγιζάκη σε μια κοινή έκδοση Libros Libertad και Ekstasis Editions

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΩΑΔΙΤΗΣ
ΜΕ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΣΤΟ https://libroslibertad.com

Ο Μανώλης Αλυγιζάκης είναι Ελληνοκαναδός ποιητής με σημαντικά επιτεύγματα στο ενεργητικό του. Εκτός από τη δημοσίευση των δικών του αρκετά δημοφιλών ποιητικών συλλογών, έχει, εδώ και χρόνια, αφιερωθεί στις υψηλής ποιότητας και λεπτεπίλεπτες μεταφράσεις έργων των σύγχρονων Ελλήνων ποιητών. Έτσι μας έχει προσφέρει σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες ποιητές, τους οποίους αλλιώς δεν θα μπορούσε να γνωρίζει το καναδικό και γενικά αγγλόφωνο κοινό, για το οποίο είμαστε όλοι ευγνώμονες. Τώρα, όμως, έρχεται με ένα πραγματικά τιτάνιο έργο, το οποί ανοίγει την πόρτα στο αγγλόφωνο αναγνωστικό κοινό στο έργο πολλών αξιοσέβαστων Ελλήνων ποιητές οι οποίοι, είναι όντως λυπηρό, είναι ουσιαστικά άγνωστοι έξω από τα όρια της χώρας τους. Το έργο αυτό φέρει τον τίτλο «Νεοέλληνες ποιητές: Μια Ανθολογία της Νέας Ελληνικής Ποίησης, 1750-2018» με βασικό σκελετό ποιήματα 60 σύγχρονων ποιητών από την Ελλάδα, τα γραπτά των οποίων, μπορούμε τώρα να καταλάβουμε ότι άξιζαν να ακουστούν σε ένα ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Οι επιδέξιες αλλά και εξειδικευμένες μεταφράσεις που συνθέτουν την Ανθολογία, συνοδεύονται από σύντομες αλλά κατατοπιστικές βιογραφίες των ποιητών που ανθολογούνται δίνοντάς τους μια θέση στον ποιητικό χάρτη για το αγγλόφωνο αναγνωστικλο κοινό, με έναν τρόπο που δεν έχει γίνει ποτέ πριν.

Κάναμε κάποιες ερωτήσεις στον Μανώλη Αλυγιζάκη και να τι απάντησε:

Γιατί μια Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης στα Αγγλικά; Τι σημαίνει αυτή η Ανθολογία για τον χώρο της παγκόσμιας ποίησης;
Δεν έχει υπάρξει ποτέ Ανθολογία της Νεοελληνικής Ποίησης στον Καναδά και αυτή η έκδοση έρχεται να καλύψει αυτό το κενό. Από την ημέρα που μετέφρασα το πρώτο ποίημα από τη μητρική μου γλώσσα στα αγγλικά πριν από δώδεκα χρόνια, έχω ονειρευτεί να εισάγω στο καναδικό αναγνωστικό κοινό (και το αγγλόφωνο κοινό γενικότερα) τον πλούτο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης μέσω μιας ανθολογίας επιλεγμένων και αντιπροσωπευτικών ελληνικών ποιημάτων από την περίοδο της Επτανησιακής Σχολής μέχρι σήμερα.

Δεδομένου του πολύ μεγάλου μεγέθους αυτού του τόμου, μπορείτε να μας πείτε πόσο καιρό πήρε όλη η διαδικασία επιλογής και μετάφρασης των ποιημάτων;
Ήταν μια μακρά διαδικασία τριών χρόνων, η οποία οδήγησε στον ογκοδέστατο αυτό τόμο των 815 σελίδων μιας όμορφης τέτοιας ποίησης και σίγουρα είναι είναι η πιο όμορφη ανταμοιβή που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Μετά από τα συνεχή τρία αυτά χρόνια αφοσίωσης στην Ανθολογία, είμαι τελικά σε θέση να παρουσιάσω αυτό που θεωρώ ως την καλύτερη και πιο πολύτιμη μεταφραστική μου εργασία μέχρι τώρα, καθώς και την πιο πολύτιμη συμβολή μου στην Καναδική λογοτεχνία και την παγκλοσμια λογοτεχνία γενικότερα. Το βιβλίο έχει μετατραπεί σε e-book επίσης και έτσι είναι διαθέσιμο και στους νεότερους αναγνώστες της ποίησης που προτιμούν αυτόν τον τρόπο ανάγνωσης.

Είχατε θεσει κάποια κριτήρια στην επιλογή των ποιητών και των γραπτών τους;

Προσπάθησα να καλύψω ένα διάστημα 250 χρόνων ποιητικής δημιουργίας με ποιητές που εκπροσωπούν κάθε εποχή της ελληνικής ποίησης. Υπήρξαν και μερικοί ποιητές τα έργα των οποίων θα ήθελα να περιλάβω στον τόμο αυτό, αλλά η απόσταση και η διαφορά ώρας μεταξύ της British Columbia και της Ελλάδας δημιούργησε δυσκολίες στην επικοινωνία και δεδομένου ότι μια ντουζίνα ποιήματα από καθέναν από 60 ποιητές ήταν ήδη ένα σημαντικό σώμα της εργασίας που έπρεπε να μεταφράσω, τράβηξα μια διαχωριστική γραμμή σε αυτό το υλικό που ήδη είχα.

Ποιο είναι το μήνυμα που δίνεται στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό μέσα από ένα τόσο τεράστιο έργο και αποτέλεσμα;
Το μήνυμα αυτού του βιβλίου είναι πολύ απλό. Κατ’ αρχάς, να τονίσει το γεγονός ότι η αφοσίωση και επιμονή ανταμείβει πάντα κάποιον με το ευχάριστο αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης και, δεύτερον, να υπενθυμίσει στους αναγνώστες της ποίησης σε όλο τον κόσμο ότι μια ποίηση όπως αυτή που ρέει στις σελίδες αυτές γεννήθηκε στην Ελλάδα και συνεχίζει να ευχαριστεί τον κόσμο με την ομορφιά της, ακόμη και σήμερα. Όλο αυτό κάνει τον μεταφραστή να υποκλίνεται μπροστά στην ανίκητη δημιουργικότητα του Ελληνικού Πνεύματος και εύχομαι ότι θα συνεχίσει να προσφέρει την ομορφιά της στο παγκόσμιο επ’ άπειρον.

*Ο Μανώλης Αλυγιζάκης είναι Καναδός ποιητής και συγγραφέας, που κατάγεται από την Κρήτη. Πρόσφατα διορίστηκε επίτιμος εκπαιδευτικός και συνεργάτης της Διεθνούς Ακαδημίας Τεχνών και του απονεμήθηκε μεταπτυχιακό δίπλωμα (Μάστερ) στη Λογοτεχνία. Μετανάστευσε στο Βανκούβερ το 1973, όπου εργάστηκε ως εργάτης σε σιδηρουργία, εργάτης σιδηροδρόμων, οδηγός ταξί και χρηματιστής. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Simon Fraser. Άρθρα, ποιήματα και διηγήματά του στα ελληνικά και αγγλικά έχουν εμφανιστεί σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες στον Καναδά, τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Σουηδία, την Ουγγαρία, τη Σλοβακία, τη Ρουμανία, την Αυστραλία, την Ιορδανία, τη Σερβία και την Ελλάδα. Η ποίησή του έχει μεταφραστεί στα ισπανικά, ρουμανικά, σουηδικά, γερμανικά, ουγγρικά, ουκρανικά, γαλλικά, πορτογαλικά, αραβικά, τουρκικά, σερβικά, ρωσικά, ιταλικά, κινέζικα, ιαπωνικά, και έχει δημοσιευθεί σε μορφή βιβλίου ή σε περιοδικά σε διάφορες χώρες. Σήμερα ζει στο White Rock, όπου περνά το χρόνο του γράφοντας, ταξιδεύοντας και διευθύνοντας τις Libros Libertad, μια ανορθόδοξη και ανεξάρτητη εκδοτική εταιρεία που ίδρυσε το 2006 για να εκδίδει λογοτεχνικά βιβλία. Η μετάφρασή του George Seferis: Collected Poems ήταν υποψήφια για το Ελληνικό Εθνικό Λογοτεχνικό Βραβεία, τη μεγαλύτερη λογοτεχνική αναγνώριση στην Ελλάδα. Τον Σεπτέμβριο του 2017 τιμήθηκε με το Πρώτο Βραβείο Ποίησης του Διεθνιυς Φεστιβάλ Ποιησης Mihai Eminescu στην Κραϊόβα της Ρουμανίας.

Juan Gelman, Προς τον Νότο

σ’ αγαπώ/κυρία/σαν τον νότο/
κάποιο πρωί ανεβαίνει από τα στήθη σου/
τα στήθη σου αγγίζω και αγγίζω κάποιο πρωί του νότου/
κάποιο πρωί σαν δύο αρώματα/

απ’ το άρωμα του ενός γεννιέται το άλλο/
ή μάλλον τα στήθη σου σαν δύο χαρές/
απ’ τη μια χαρά γυρίζουν οι νεκροί σύντροφοι στον νότο/
τη σκληρή τους επιβάλλουν διαύγεια/

από την άλλη γυρίζουν στον νότο/ζωντανοί με/
τη χαρά που ανεβαίνει από σένα/
το πρωί που δίνεις σαν γλυκιές ψυχούλες πετώντας/
εμψυχώνοντας τον αέρα μ’ εσένα/

σ’ αγαπώ γιατί είσαι το σπίτι μου κι οι σύντροφοι μπορούν να ρθούνε/
κρατούν στον ώμο τους τον ουρανό του νότου/
ανοίγουν τα χέρια τους να ελευθερώσουν τον νότο/
από τη μια μεριά τούς πέφτει η οργή/απ’ την άλλη/

σκαρφαλώνουν τα παιδιά τους/ανοίγουν το παράθυρο/
να μπούνε μέσα τ’ άλογα του κόσμου/
το φλογισμένο άλογο του νότου/
το άλογο της τέρψης σου και της απόλαυσής σου/

η ζέση σου/γυναίκα που υπάρχεις/
για να υπάρχει κάπου ο έρωτας/
λάμπουν οι σύντροφοι στα παράθυρα του νότου/
νότος που λάμπει σαν και την καρδιά σου/

γυρνάει σαν τους πλανήτες/σαν τους συντρόφους/
εσύ ανεβαίνεις όλο ανεβαίνεις/υψώνεσαι/
όταν υψώνεις τα χέρια σου στον ουρανό/
του δίνεις υγεία ή φως σαν την κοιλιά σου/

η κοιλιά σου γράφει γράμματα στον ήλιο/
στους τοίχους του ίσκιου γράφει/
γράφει φια κάποιον βγαλμένον απ’ τα κόκκαλα/
γράφει τη λέξη ελευθερία/

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

**Από εδώ: http://alonakitispoiisis.blogspot.com/2018/09/blog-post_63.html

Fernando Pessoa, Από τον “Φύλακα των κοπαδιών”

XIIV

Ξυπνάω απότομα τη νύχτα,
και το ρολόι μου καταλαμβάνει τη νύχτα ολόκληρη.
Δεν αισθάνομαι τη Φύση εκεί έξω.
Η κάμαρή μου είναι ένα πράγμα σκοτεινό με τοίχους ακαθόριστα λευκούς
εκεί έξω υπάρχει ησυχία σαν να μην υπήρχε τίποτα.
Μόνο το ρολόι συνεχίζει το θόρυβό του.
Κι αυτό το πραγματάκι με γρανάζια που βρίσκεται πάνω στο τραπέζι μου
σκεπάζει την ύπαρξη της γης και τ’ ουρανού…
Χάνομαι σχεδόν σαν σκέφτομαι τι σημαίνει,
αλλά σταματάω και νιώθω να χαμογελώ στη νύχτα με τη γωνία των χειλιών
γιατί το μόνο πράγμα που το ρολόι μου συμβολίζει ή σημαίνει
γεμίζοντας με το μικρό του ανάστημα την πελώρια νύχτα
είναι η περίεργη αίσθηση ότι γεμίζει την πελώρια νύχτα
κι αυτή η αίσθηση είναι περίεργη γιατί το ρολόι μου δεν γεμίζει τη νύχτα
με το μικρό ανάστημά του.

XLV

Μια σειρά δέντρα πέρα μακριά, στην πλαγιά του λόφου.
Αλλά τι είναι μια σειρά δέντρα; Μόνο τα δέντρα υπάρχουν.
Η σειρά και ο πληθυντικός δέντρα δεν είναι πράγματα, είναι ονόματα.

Καημένες ανθρώπινες ψυχές, που βάζετε τα πάντα σε τάξη,
που χαράζετε γραμμές από το ένα πράγμα στο άλλο,
που βάζετε πινακίδες με ονόματα στα δέντρα τα απολύτως αληθινά
και σχεδιάζετε παράλληλους και μεσημβρινούς
πάνω στην ίδια την αθώα γη την τόσο καταπράσινη και ανθισμένη!

*Από την ενότητα “Ο φύλακας των κοπαδιών” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο”, εκδόσεις Gutenberg, 2014.

**Μετάφραση: Μαρία Παπαδήμα.

Ανδρέας Ελ Σαέρ, Τρία ποιήματα

Στιγμή

Σε χρόνο που δεν ορίζει κανένα ρολόι
οι καταγραφές του μαρτυρίου ξεδιπλώνονται
στις άπειρες σελίδες της προσμονής:
γράφουν την μοίρα μας σκάρτη όπως εκείνη του Λούκιου
και τον σκοπό των ελάτων στος κορυφές του Κόρακα
σκαλιστές ιδιοτροπίες περίτεχνες με θύτες και θύματα.
Σαν τύραννοι θαυμάζουν τους παλιάτσους
που διασκεδάζουν τον Μαγικό Αυλό
μα μένουν αλώβητοι μέχρι να αυτοκτονήσουν.

***

Αχινός

Περιφέρεσαι σε δανεικά όνειρα, προσπαθείς
να συντονίσεις τις διαδρομές που σε κρατάνε ζωντανό:
αυτή που σε σπρώχνει μπρος και την άλλη,
που κρέμονται με μίσος οι αναμνήσεις πάνω σου,
μια που στάθηκες στην άκρη της
και δέκα χιλιάδες που τράβηξες προς τη δουλειά σου,
μια που συνάντησες τυχαία
και άπειρες που ξεχνάς το όνομά σου.
Κινήσεις σε χρόνο αδιάκριτο
και ένα βλέμμα που φυλακίζει,
σημεία φυγής και προβολές καθημερινότητας.
Όλα τα “πρέπει” σε ένα κάρο γεμάτο μπαρούτι, στην ερημιά.
κάθε μορφή που στριγγλίζει σα σφαγμένο γουρούνι
σε πετάει από δω κι από κει
όπως οι αέρηδες τα άνθη του γιασεμιού,
σε ρημάζει.
Δυο πιόνια σκάκι και μια χαμένη αγάπη,
αντικείμενα στο τραπέζι ωχ! να βρουν τη θέση τους,
το φυλαχτό που μου χάρισες εκείνο το ξημέρωμα –
δώσ’ του ρε, ζόρισέ τον, θα στα πει,
ρίξ’ του ανάμεσα στα μπούτια ρε μαλάκα με τη βέργα
που σου έκανα δώρο πέρυσι.
Ρίξ’ του!

***

Η κηδεία του Πολυνείκη

Τα μακροσκελή λογοτεχνικά ευαγγέλια με τα αδιέξοδά τους.
Οι προδομένες μας ζωές και τα λόγια που έχασαν το χρώμα τους.
Οι τυχοδιώκτες με τις μαρμάρινες επιγραφές και τα Decadence ακούσματα.
Οι καφέδες στην Rue de Seine και οι αστοί μέσα μας.
Οι καλοί τρόποι κατά τρόπο απείθαρχο συνηγορούν.
Οι στοίβες βιβλίων γεμάτες από μουχλιασμένα νοήματα εντός πεδίου.
Οι μαριονέτες με το βλέμμα στο κενό κουνούν το δάχτυλο
και οι νεκροί πολιτεύονται.

*Από τη συλλογή “Επιγραφές στην άσφαλτο”, έκδοση Παλινωδίαι, 2018.

Χρήστος Μαρτίνης, «Το ξένο φως», εκδ. Υποκείμενο, 2017

Κώστας Τσιαχρής*

Ανάμεσα στις αρχετυπικές διαθέσεις όσον αφορά στη σύλληψη και έκφραση του ποιητικού βιώματος κατά τη μεταπολεμική περίοδο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεσπόζουσα θέση καταλαμβάνει εκείνη του πάσχοντος ποιητικού υποκειμένου. Αφετηρία και κατάληξη της συγγραφικής πράξης γίνεται συχνά ο μικρόκοσμος , το εσωτερικό μαρτύριο, η παραίτηση και η παράδοση στις ακυβέρνητες πολιτείες των ενστίκτων, η καύση βαθιά εγχαραγμένων εικόνων, για να παραχθεί ο αρμονικά ασύμμετρος και παρεκκλίνων λόγος. Αυτό σε κάποιες περιπτώσεις καταλήγει σε ένα είδος αυτοπαγίδευσης. Ο ποιητής κοιτάζοντας προς τα έσω χάνει τον προσανατολισμό του, μπλέκεται στα δίχτυα που ο ίδιος στρώνει, για να μπορέσει να θηρεύσει την εκλεκτή συγκίνηση , κι ενώ γυρεύει πέρδικες και φασιανούς, απομένει τελικά στο χέρι με τις σκιές από μερικά μόνο φτερά. Σαν αδέξιος κυνηγός. Σε άλλες περιπτώσεις καταφέρνει να μετριάσει την εγωκεντρική τοποθέτηση της γραφής του, καθώς αφήνει το περιθώριο στον αναγνώστη να αισθανθεί ότι το βίωμα τον αφορά κι ότι απʼ τις λέξεις του ανασύρεται μια διάθεση με καθολικό χαρακτήρα. Κι εκεί ακριβώς σπάζει ο κύκλος της αδιέξοδης ερμητικότητας κι απελευθερώνεται ενέργεια προς όλα τα μήκη και τα πλάτη του ποιητικού σύμπαντος, πράγμα που ασφαλώς είναι και το ζητούμενο στη συγγραφική πράξη. Μόνο σε τέτοιες στιγμές εκρήξεων και ταλαντώσεων γεννιέται ανθεκτικός στη φθορά των αναγνώσεων λόγος.
Η εσωτερικότητα, η πάσχουσα συνείδηση που ανακουφίζεται μέσω της εξωτερίκευσης των παθών στο μελάνι, η εστίαση της ιδέας στην προσωπική οδύνη, η πρωτοπρόσωπη απόδοση της ευαισθησίας, ο βιωματικός χρωματισμός του λόγου, η συρραφή στιγμιοτύπων από το βαθύτερο «είναι» , η συνύπαρξη υπερβατικών και ρεαλιστικών στοιχείων είναι παρόντα και στο παρθενικό έργο του Χρήστου Μαρτίνη «Το ξένο φως».

`Από τις πρώτες λέξεις δίνεται το σύνθημα : ακολουθεί πνιγμός και όσοι έχουν το σθένος να επιπλεύσουν ευπρόσδεκτοι ( καλό μου ναυάγιο πάλι βαπτίσου στο χάλκινο φως). Έπειτα σε άλλα δεκαοκτώ αριθμημένα, πλην άτιτλα, ποιήματα και σε άλλα δύο τιτλοφορημένα, ξεδιπλώνεται το γεωλογικό ανάγλυφο μιας ευάλωτης ψυχοσύνθεσης που με έντεχνες δονήσεις προσπαθεί να κάνει το δικό της υπέδαφος μήτρα καθολικών εμπειριών. Μέσα σε αυτό το υπέδαφος ο προσωπικός πόνος στερεοποιείται, γίνεται ορυκτό που εξορύσσεται όχι μόνο με την καρδιά αλλά και με το μυαλό, και κόβεται στο τέλος σε μικρά πετράδια με το σχήμα ποιημάτων.
Στο ίδιο υπέδαφος ανιχνεύονται καταβολές από προγενέστερα εκφραστικά σχήματα και τάσεις του νεοελληνικού και όχι μόνο, ποιητικού λόγου: οι παραλογές (στο τελευταίο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Του καταραμένου»), τα τραγούδια των κοντραμπατζήδων (όσο κι αν το προσπάθησα ρούκουνα να σου μοιάσω/ φλώρος εγώ μάγκας εσύ κι έτσι πηγαίνω πάσο), η στιχουργία των ιθαγενών της Αμερικής (κάθομαι δίπλα στον σωριασμένο ήλιο/ και προσπαθώ να θυμηθώ/ ένα τραγούδι /κανένα τραγούδι δεν είναι δικό μου/ είμαι άρρωστος), η αρχαία ελληνική επιγραμματοποιία (αν σας ρωτήσουν/ να πείτε κάτι τραγικό /πως τράκαρε καβάλα σε μια μηχανή/ στην άγρια κόντρα με το χρόνο/ ή πως τον έσφαξαν σʼ ένα κωλόμπαρο της εθνικής οδού/κάποια θλιμμένη πέμπτη/ να βρείτε κάτι πειστικό/ μην πείτε απλώς πως πέθανα/ μην πείτε την αλήθεια: Ας προσεχτεί εδώ ότι οι στίχοι μοιάζουν με μία επιτύμβια παράκληση την οποία απευθύνει ο νεκρός προς τους διαβάτες που επισκέπτονται τον τάφο του), η καρυωτακική ειρωνεία (αιτήθηκα πρωτόκολλο κοινό για το κορμί μου οι υπεύθυνοι αρνήθηκαν λόγω νομολογίας μου τόνισαν κύριε το σύστημα δεν το υποστηρίζει τις εγκυκλίους μου έδειξαν αποφάσεις χίλια εκατό του έβδομου κάθετος δύο χιλιάδες εικοσιπέντε είκοσι του ενενήντα πέντε), η θεατρική υφή της τραγικής ποίησης (το ποίημα «Ελένη» θα συνιστούσε κάλλιστα έναν χειμαρρώδη μονόλογο σε μια υποτιθέμενη τραγωδία) απαντούν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στα σπλάχνα της ποίησης του Μαρτίνη.
`
Ο ποιητής βεβαίως φέρνει στα μέτρα της δικής του ποιητικής όλες αυτές τις καταβολές, αφήνοντάς τες να λειτουργούν δυναμικά και να επιδρούν στο βαθμό που δε νοθεύεται η καλλιτεχνική αυτονομία του. Άλλοτε πάλι τις εμβολιάζει με μοντέρνους τρόπους έκφρασης, ώστε η τελική εντύπωση να τις εκτοπίζει στο παρασκήνιο. Στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, για παράδειγμα, «Του καταραμένου» η θεματική και στιχουργική πλοκή που παραπέμπουν στο είδος των παραλογών, κρύβονται επιδέξια κάτω από το σχήμα μιας μοντέρνας ποιητικής αφήγησης και μόνο με μία αναπροσαρμογή του τρόπου ανάγνωσης των στίχων ακούγεται καθαρά ο δεκαπεντασύλλαβος ρυθμός.

`
Χαρακτηριστικό, επίσης, είναι ότι η όποια αίσθηση συντριβής αποπνέουν οι στίχοι επενδύεται με κύριο υλικό τον ήλιο, η συχνή παρουσία του οποίου λειτουργεί ως αντίβαρο που δεν επιτρέπει σε όλη αυτή τη σκοτεινή διάθεση να γίνει ένας κουραστικός πεσιμισμός. Υπάρχει πάντα ένα χαλινάρι που συγκρατεί την υπερβολή και φέρνει το συναίσθημα αντιμέτωπο με το μυαλό. Στο κέντρο δε της συλλογής ενεργοποιείται σοφά το μοτίβο της θεραπευτικής επενέργειας της ποίησης με ένα ποίημα που αποτίνει φόρο τιμής στα «ιαματικά» τραγούδια (medicine songs) των Ινδιάνων. Ο πάσχων ποιητής, κατά το πρότυπο του καβαφικού Ιάσονος Κλεάνδρου αλλά με μία διαφορετική υφολογική προσέγγιση, εναποθέτει την ελπίδα της σωτηρίας του στα χέρια της ποίησης, παρόλο που, όπως γράφει και ο Καρούζος, τα ποιήματά του καταλήγουν να είναι «ενθύμια φρίκης». Έτσι, το ρημαγμένο σώμα και το ναυάγιο ταυτίζονται(τρίζει το σώμα σαν σάπια καρίνα), ο ήλιος γίνεται κάτι σα συσίφειο βάρος (ένα βράχο-τον ήλιο- κουβαλώ στις πλάτες μου), η αγωνία να αποτυπωθεί στη γραφή η εμπειρία προτού εκφυλιστεί υπονομεύεται από την τελική συνειδητοποίηση της αδυναμίας  (να γράψουμε/πριν μας τελειώσει η εποχή….όμως/ πώς να κρατήσεις βράχο με τα χέρια σου/πώς να δεθεί ο χείμαρρος με το σκοινί) και αλλού στήνεται ένα αινιγματικό σκηνικό αναμονής που θυμίζει φιλμ νουάρ (τις επόμενες μέρες θα λάβεις από μένα μια σακούλα/θα την αδειάσεις στο τραπέζι της κουζίνας/θα χυθούν οι σπασμένες ακτίνες του ήλιου). Πιο κάτω, ο ποιητής διαμαρτύρεται για τον τυπολατρικό ξεπεσμό της ανθρώπινης ποιότητας(σφράγισαν τις ανάσες μου με στρογγυλή σφραγίδα και με αρχειοθέτησαν ως πράξη τελική), δημιουργεί μια καρικατούρα φυλακής όπου τα δεσμά και ο δεσμοφύλακας απομυθοποιούνται (βγήκα να αγοράσω συρματόπλεγμα/ μα δεν περίσσευε καθόλου/ για φυλακές δίναν βελόνες και κλωστές/ κι ένα παιδί κρατούσε τα κλειδιά) ,αντιμετωπίζει τους στίχους ως επικάλυψη νοσηρών στιγμών (και αν τους στίχους αφαιρέσεις με νυστέρι /θα μείνει-επιτέλους- να βρωμίζει τον αέρα/ το κουφάρι από το άγιο καλοκαίρι), αγωνιά για την τύχη μιας αναπάντητης ικεσίας (ίσως δεν πρόσεξαν την κλήση την κραυγή/ ίσως να μη μετέφεραν σωστά την ικεσία) και αναγραμματίζει την κατάληξη του μύθου της Ελένης, βάζοντας στο στόμα ενός σύγχρονου Μενελάου έναν περιπαθή αναθεματισμό (ανάθεμα την ώρα σου που γύρισες/ φύγε ξανά και μάζεψε ό,τι μπορείς πριν το φευγιό σου). «Ενθύμια φρίκης» λοιπόν αυτά τα ποιήματα του Χρήστου Μαρτίνη. Πλην όμως τα τιθασεύει ο λόγος και τα αναβαπτίζει σε μαρτυρικές καταθέσεις ενός υποσυνείδητου σε αναμονή για αποκαλύψεις.

*Από εδώ: http://www.poiein.gr/2018/08/26/nthooio-ianossico-oi-iyii-ouo-aeauoaeo-odhieassiaii-anuoae-i-ethooao-ooeantho/

Σοφία Κουφού, Δύο ποιήματα

Η ψυχή και το δοχείο

Όταν αυτό δεν αντέχει πια
εκείνη το αφήνει
σε μια στιγμή μέσα.
Όταν αυτή κάνει να φύγει
αυτό διαλύεται.
Ανισότιμη σχέση θα ‘λεγες.
Στην πραγματικότητα
πρόκειται για έξωση λόγω κατακρύμνισης.

***

Αφιέρωση

Πόσους ρόλους
να υποδυθείς
με μόνο θεατή
ένα κάτοπτρο;
Κι εκείνος
με απαιτήσεις παράφρονες.
Για μια εκδραμάτιση
τεχνικά άρτια
μα ολότελα μονότονη.
Αρνήσου το ρόλο.
Έτσι θα αγγίξεις την αρτιότητα.
Κι αν είναι και μονότονη
δεν πειράζει.

*Από τη συλλογή “Έβδομη μεγάλη”, 2018.

Χρήστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

Εγκαρδιότητα

όποιος σου πήρε την εγκαρδιότητα
στάθηκε στο δρόμο σου αφώτιστος

στηρίχτηκε στο πλάι σου ευχαριστημένος
κι έφυγε μια καλοκαιρινή βραδιά
αποχαιρετώντας σε βαριεστημένα

αυτός, να ξέρεις, δεν θα ξανάλθει
ούτε με τις θύελλες ούτε και τώρα που σου γράφω

δεν χρειάζεται να τον θυμάσαι επιμόνως
τον άνθρωπο που ήταν στον κήπο σου αγέρωχο ρόδο,
και ξέχασε να πάρει μαζί του τ’ αγκάθια

δεν θα ξανάλθει αυτός που έχει μείνει

Ο άνθρωπος που σ’ έβαλε ν’ ανεμίσεις
ήταν για σένα ζωή και θάνατος

Τα όνειρα που ζωντάνεψαν άφησαν πίσω τους
μεγάλη νύχτα
Στο πλάι σου τα ερπετά και κάτω η ψυχή σου

Στο ‘πα, δεν στο ξαναλέω,
μην γυρεύεις να σωθείς

Μάρτιος 1996

***

Αυτό

Αυτό που λαμποκόπησε και ύστερα χλευάστηκε
που ‘γινε της μνήμης κουρνιαχτός, του άστρου μου σημάδι

Αυτό, που ειπώνεται σιγά μα δίχως σημασία
π’ εστέρεψε μια νυχτιά που ήλθαν οι βοριάδες
σκεπάστηκε μ’ έναν λυγμό κι εσείστηκε στο τέλος

Αυτό, που είχε όνομα, προσφώνηση δεν είχε
καλημερίζει στα στενά, δακρύζει στα σκοτάδια
πιάνει τη γάτα να κοιτά, τον σκύλο εφιλάει
και στα ψηλά πατώματα τον ουρανό ξεχνάει

Δεν έφθασ’ ακόμη ο καιρός
να τιναχτούμε ολόρθοι

Μάρτιος 1996

Ευτυχία Παναγιώτου, Η ετυμηγορία του ύπνου

Ο συριγμός μακρόσυρτος, θα τον ακούς,
από το φάρυγγα του διαδρόμου.
Μια παιδική φωνή ψηλώνει, σβήνει στο φα·
τρομώδη δάχτυλα τη σαβανώνουν.
Θ’ ακούς και ψιθυρίσματα, υγρά κι αλλόκοτα,
τις νευρικές σελίδες που γυρνούν,
τον παφλασμό των λερωμένων
υφασμάτων.

Κι αν κυματίζεις σε μάγων ραψωδίες,
στου ιδρωμένου σεντονιού τις κούρσες,
πάλι άσωστος βρέθηκες· ο τόπος σ’ εμποδίζει,
και σε κυκλώνουν
ξένα αίματα· αρχαία παλτά
οι συγγενείς, λες και σε ξέρουν.
Στέκουν με χέρια καθαρά
πλάι στο μικρό σου φέρετρο.

Τρελαίνονται οι σειρήνες, κάνει η σφραγίδα σάλτο στο χαρτί,
η επιταγή αλλάζει χέρια
κι ένα κίτρινο γάντι ορθώνεται, δείχνει δεξιά.
Κοιτάζοντας τον Εγγαστρίμυθο
κάτι σκαμμένα πρόσωπα
τις σόλες σέρνουν
προς τη χαράδρα.

Ονόματα σκληρά ηχούν,
και τα κιτάπια,
με σύντομες – των άβουλων – κραυγές,
σφαλίζουν.

Άλλο δεν σφάδασε η νύχτα.
Τα ρούχα του φονιά θα ‘χουν πλυθεί.
Τόσο νερό κελάρυσε στις ίνες τους.
Τα γρανάζια έβηξαν και σώπασαν
ενώ ο αέρας, τακτικός και με τις φούριες του,
σηκώθηκε να σφουγγαρίσει.

Ησυχία.

Μόνο μια θηλιά μέσα μου
ταλαντεύεται σφυρίζοντας.

Και το πτώμα σου
– που σαλτάρισε, είπανε.

Γύρισε ξανά πλευρό.

“Από τη συλλογή “Χορευτές”.

NOTES OF A WET AUGUST

vequinox's avatarManolis

765 Nopos Avgoustos - cover

ΚΡΥΣΤΑΛΛΟ

Στεκόμουν στη βεράντα

τον απέραντο ορίζοντα

και το γαλάζιο τ’ ουρανού κοιτούσα

κι έπαιρνα μέσα μου

την ευωδία του γιασεμιού

παρατηρούσα το χορό

του σύνεφου στ’ αγέρα το τραγούδι

κι αφού η αιωνειότη δεν φαινόταν

ήρθες εσύ

και το φως γίνηκε πιο λαμπρό

κι ο ήλιος φάνηκε

πίσω απ’ του σύνεφου το κάλος

κι ήσουν εσύ η αιωνειότη

που εμφανίστηκε

κι έσεσες στην παλάμη μου

κρυστάλινο εκμαγείο

CRYSTAL

I stood on the terrace

gazing the immense horizon

and the light-blue of the sky

I took inside

the jasmine’s fragrance

noticing the dance

of the cloud in the wind

and when eternity couldn’t be

you came

and the light got brighter

the sun appeared

among the cloud dance

and you were my eternity

that presented itself

falling in my palm

a newly cut diamond

NOTES OF A WET AUGUST, Libros Libertad, winter, 2018

http://www.libroslibertad.com

View original post

Βασίλης Βασιλειάδης, Ποίημα για την Ημέρα κατά του Φασισμού – Ρατσισμού

………………
ακολουθώ τά μονοπάτια
τού Dur
τού Altdorfer\
τού Granach
τού αρχηγού των Blaue Reiter τού Wassily Kandinsky
καί μέ όδηγούν στήν Αποκάλυψη τού Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου
εκεί βόρειοκεντρικά της Εύρώπης στή χώρα τού Ρήνου
τήν αδιόρθωτη
όπου δέν είχαν προλάβει νά σκουριάσουν οί κάννες
καί τά παράσημα τών σαρκοβόρων ηρώων ακόμη αίμόσταζαν
ή φτώχεια καί ή ανεργία σ΄ένα μεγάλο βαθμό φτιαγμένες από τήν Wall street
πού θυμήθηκε νά ζητήσει πίσω τά δανεικά σέ λάθος στιγμή
ξέρασαν άνεστραμμένους ηγήτορες
πού διαυγέστατη ή συνείδηση τού κοσμάκη,
αυτού τού ελεεινού αυτόχειρα,
τούς χειροκροτούσε,
κάτι νευροπαθείς αυστριακούς αυνανιστές
κατ επάγγελμα τσοχλάνια ,χαφιέδες , μαστρωποί και πλαστογράφοι
πού συχναζαν οί αρουραίοι στούς τεκέδες τού Βισμαρκ
εκεί στή Βαιμάρη στήν όδό Δημοκρατίας
ή γειτονιά τελούσε υπό τήν προστασία λαδωμένων μπάτσων καί διεφθαρμένων εισαγγελέων,
η Χαλυβουργία και οί Τράπέζες παληές πουτάνες χεσμένες στο χρήμα
συνέναισαν ευθύφωνα
καί μέ υπόκλιση παραμέρισαν νά άνεβάσει το τσούρμο από τά ρεμάλια τήν υστερία τους
στόν θρόνο
σάν αυλητές καί μπάτλερ ορίστηκαν νά ύπηρετούν τήν εγκληματικότητα τους μπρούμυτα
οί λιγούρικες φάρες τών φόν
από ντάν παπανταμ φερέγγυοι και γνωστοί γλύφτες της κωλοτρυπίδας
οί πορφυρογέννητοι.
Η δυστυχία τών Ανθρώπων ό κάθε εκκλησιαστικός Θέός
πού σάν γνήσιος ανελέητος

14

δέν σέβεται όσιο άνθρώπινο καί ίερό ζωής
καταντημένος από τούς επίγειους διαχειριστές του σέ ξεφτιλισμένο ρουφιάνο τής εξουσίας
ιεροποίησε καί ευλόγησε τά εκτοπλάσματα και τίς ξιφολόγχες τους
σέ τελετουργία φαντασμαγορική τού έκκλησιαστικού άθλήματος
μέ τόν Χριστό τού Βατικανού αρχιερέα χρυσοστόλιστο
μέ συνλειτουργούς ένστολους εκπροσώπους τού ύπερβατικού
μέ όλους τούς τίτλους τής γελοίας ύπερθετικής άγιότητας
άλλοτριωμένους σέ μακαριότατους καί σεβασμιότατους διαχειριστές τού μύθου του
πού ξέχασαν ότι τό ιερό δέν μπορεί νά είναι πανηγυρικό
μέ δεξιό ψάλτη τήν Νομιμότητα
μέ διακοσαριά εξαπτέρυγα καί καντηλανάφτες
ανάμεσα τους διακρίνω τόν έβραίο Μαξ Νόρνταου νά κρατά τήν φανφάρα Εκφυλισμός,
τόν Τρόστ,
τόν αρχιτέκτονα Παουλ Νάουμπουργκ νά σχεδιάζει τήν Τέχνη καί Φυλή,
τόν αισθητικό Αλφρεντ Ρόζενμπεργκ,
τήν κουφάλα τόν κόμη Μπαουντισιν διευθυντή τού Μουσείου τής Volkswagen στό Εσσεν
τόν Ούντο Βέντελ,
τόν Καρλ Λαιμπολντ
τόν Αντολφ Βισελ
τόν Ζέπ Χίλτς
τόν Φριτς Κλίμς
τόν Ρούντολφ Μπέλινγκ,
τόν Τόρακ
τόν Αρνό Μπρέκερ
τούς εκατόν είκοσι Ατάλαντους
νά υψώνουν τήν διαμαρτυρία γιά τόν παραγκωνισμό τους από τήν ξενόφερτη μοντέρνα Τέχνη
κι άλλα ξεφτίδια κι ανέραστους πολλούς,
στόν πανηγυρικό τής τελετής κάποια από αυτές τίς σεσημασμένες γελοιότητες
ευχαρίστησε τήν Wall street γιά τό κράχ της,
τούς βουλευτές γιά τήν ψήφιση τού γονατισμένου Συντάγματος τής Βαιμάρης
έθεσε ερήμην του τόν Φρίντριχ Εμπερτ υπό τήν αβρόφρωνα προστασία τού ίμπέριουμ
γιά τό λάθος του νά πνίξει στό αίμα τόν ξεσηκωμό τών Σπαρτακιστών
ρίχνοντας στά πόδια τής δολοφονίας νικημένους
τήν Ρόζα Λούξεμπουργκ καί τόν Κάρλ Λίμπκνεχτ
καί στόν έπίλογο του τό φρικιό διεγερμένο έξέφρασε τήν χαρά του γιά τόν θάνατο
τού Γκουσταβ Στρέζεμαν,

15

μετά τράβηξε ό συρφετός τής ανθρωποφαγίας γιά τήν δεξίωση κεκλεισμένων τών θηρών
στήν Reichstag πού τήν είχαν μετατρέψει γιά τήν περίσταση σέ μπουρδέλο
έγινε χαμός σέ αυτό τό πάρτυ τών λούμπεν
στά θεωρεία τών επισήμων τής NAZI and Co
όλοι οί τζογαδόροι τού κέρδους παρόντες
λιώμα στήν ικανοποίηση από τήν φιέστα ή στυγνή τους διάνοια
προσκεκλημένοι τών μιασμάτων
ό πρόεδρος τού εκδοτικού κολοσσού Bertelsmann ό Heinrich Mohn
είχε εκδόσει ό παρακεντές όλη τή προπαγανδιστική τους φρενοβλάβεια
κουνούσε θριαμβευτικά τό αντίτυπο τής τελευταίας έκδοσης
Αποστείρωση καί Ευθανασία.Συμβολή στήν εφαρμοσμένη Χριστιανική Ηθική”
στά τυπογραφεία του εκεί στή Λιθουανία καί τή Λετονία
δούλευαν νυχθημερόν μέ κόστος μηδέν
σκλάβοι Εβραίοι φερμένοι από τά στρατόπεδα συγκέντρωσης.
εκεί καί ό Hugo Boss ό ράφτης
αυτοθαυμάζεται γιά τήν κομψότητα τών στολών τών Ες-Ες
καί τής ναζιστικής νεολαίας
πού τίς έραβαν εκατόν σαράντα εβραίοι υπάνθρωποι
επιδέξιοι τεχνίτες τής ψιλοβελονιάς,
αλλά καί ή IBM είχε τήν τιμητική της στά θεωρεία
αφού ή μεγαλοφυία της στήν τεχνολογία
εφοδίαζε μέ αυτόματα συστήματα τά στρατόπεδα θανάτου
καί άλλα γρανάζια σπουδαίας χρηστικότητας
πού εντόπιζαν τούς βρωμερούς εβραίους στήν επικράτεια,
καταμεσίς τής επίσημης χρηματοδότησης τής Ουνίας
ή μεγάλη G Farben
μέ τίς δύο θυγατέρες της τήν Bayern καί τήν Agfa
καταστόλιστη μέ τή δόξα τού μεγάλου χορηγού τών δολοφόνων
δέν είναι παίξε-γέλασε αυτή ή δωρεά
ογδόντα ένα εκατομμύρια μάρκα καί χιλιάδες τόνοι πετρελαίου
γιά τίς ταχυκίνητες ερπύστριες τού χασάπη
πού λυώναν μέ μανία τίς αθώες τίς ζωές
ουρλιάζοντας χάιλ,
ευνοημένη από τήν αληταρχία
γιατί διευκόλυνε τούς χειρονάκτες τής μαύρης πανούκλας νά παράγουν εύκολα καί γρήγορα
θάνατο μαζικό στούς θαλάμους αερίων μέ τό Zyklon-B

16

κρατούσε εργοστάσια δίπλα στήν κόλαση τού Αουσβιτς
καταγραμμένοι τριακόσιες εβδομήντα χιλιάδες
δούλοι εβραίοι καί άλλοι
πού εξοντώθηκαν μέσα σέ αυτά,
δίπλα της ή κορούλα της ή Bayern
ό εκνευρισμός της εξιστορεί τό πώς καί τό γιατί
στό τελευταίο της φαρμακευτικό πείραμα
πέθανε όλη ή παρτίδα τών εξακοσίων εβραίικων υποκειμένων
πού είχε παραγγείλει από τό Άουσβιτς
καί πλήρωσε μετά από παζάρι σκληρό εκατόν εβδομήντα μάρκα τό κεφάλι,
χαιρέκακα ομολογεί πώς παρήγγειλε νέα παρτίδα υπανθρώπων,
δέν μπορώ νά κάνω κι αλλοιώς,μουρμουρίζει ή γκρίνια της
αφού τά πειράματα πρέπει νά συνεχιστούν,
στήν παρέα καί ή ομογάλακτη BMW
αυτός ό πρώιμος φανατικός τού ναζισμού ό Guenther Quant
μέλος τής κομματικής τσακαλαρίας τών λούμπεν ισχυρό,
ή λαιμαργία του του οσμιζόμενη αίμα καί κέρδη τρανταχτά
γρύλλιζε σάν τό πεινασμένο σκυλί πού τού παίρνουν τό κόκκαλο,
εξέχων οπλοπάροχος τής δολοφονικής μανίας
πού μέ τά φυσίγγια,τά μυδράλια καί τούς όλμους του
μόστραρε σαρωτική
καί λοιμική καθώς ήταν
δέν άφηνε τίποτα άπαρτο καί ζωντανό στόν κόσμο,
πενήντα χιλιάδες σκλάβοι εβραίοι,ρομά,ομοφυλόφιλοι,μπολσεβίκοι
καί αιχμάλωτοι πολέμου
φρόντιζαν γιά τήν αδιάκοπη παραγωγή τού ατσαλιού καί τής φωτιάς
καί όσους από τούς δούλους τούς παρατούσε ή δύναμη καταμεσίς τής βάρδειας
εκεί στό εργοστάσιο τού Ανόβερου,
τούς έσερνε άρον άρον ή υστερία τού Guenther Quant
θεωρώντας τους ένοχους ώς αρνητές τού δόγματος Arbeit macht frei
σέ χώρους ειδικούς γιά εκτελέσεις
καί ξεμοναχιασμένοι καθώς ήταν
ανεμπόδιστος τούς αποτελείωνε μαζικά καί μέ διαδικασίες συνοπτικές,
ή AUDI ναζιστόπληκτη
καμάρωνε σάν πουλάδα πλουμιστή
χαχάνιζε μέ τούς προσκεκλημένους ή έμμισθη παλλακίδα τής υστερίας

17

δέν έλεγε όχι στή δολοφόνα οπλουργία
είκοσι χιλιάδες ριγωτούς σκλάβους είχε πάρει πεσκέσι από τό καθεστώς
οί περισσότεροι γάλλοι κρατούμενοι
εξακόσιους ογδόντα οκτώ από τούς αλυσωμένους,
τούς πιό ωχρούς,
τούς έστειλε ασυζητητί γιά σφάξιμο στό Φόλσενμπούργκ.
παραδίπλα τό γερμανικό υποκατάστημα τής Kodak
θανατοδίαιτη καί έμπειρη στό κέρδος ή αμερικάνα
μέ δούλους στή δούλεψη της προμήθευε μέ σκανδάλες,πυροκροτητές
κι άλλα ελατήρια
τίς μεραρχίες τού εγκληματία,
αυτές τίς νεοπλασίες γεννημένες από τήν μήτρα τής τάξης τών άψωλων ρεμαλιών
πού φιγουράριζαν περήφανες μέ βήμα χήνας οί λαίλαπες θανατικού καί αίματος,
δέν μπορούσε νά λείπει από τήν φιέστα ή DAIMLER-BENZ ή αριστοκράτισα,
αφού οί εξήντατρείς χιλιάδες εξακόσιοι δέκα σκλάβοι εβραίοι
φρόντιζαν στά εργοστάσια της τά αυτοκίνητα τών Ες-Ες
καί κατασκεύαζαν εξαρτήματα γιά τόν στρατό καί τό ναυτικό τής λαίλαπας,
σέ κατάσταση οργασμική από τά κέρδη της ή DEUTSCHE BANK
μόλις είχε αγοράσει μισοτιμής τέσσερεις χιλιάδες τετρακόσια σαράντα έξι κιλά χρυσού
από τήν Reichsbank,
άλλα σέ πλάκες καί επτακόσια σαράντα τέσσερα κιλά από αυτά
σέ δόντια καί τιμαφλή
πού είχε συγκεντρώσει μέ επιμέλεια ένα ελλεινό τσογλάνι Ες-Ες ό Bruno Melmer
ό στοματορύχος τών εβραίων στά στρατόπεδα τής τελικής λύσης,
μέ τέτοια κερδοφορία,δέν είναι νά αναρωτιέται κανείς,γιατί δάνεισε πρόθυμα στήν παράνοια,
τόν καλλίτερο πελάτη της ,νά χτίσει τό Άουσβιτς,
νά καί ή κραταιά CHASE BANK
μέ τό σημερινό όνομα JP MORGAN CHASE
αμερικάνα κι αυτή από τό σόι τού JP Rockefeller
επικύρωνε ή παρουσία της τήν στενή της φιλία μέ τήν αιμοσταγή πορνογραφία,
από τά πρώτα κιόλας γενέθλια τής δολοφονικής ρεμαλοσύνης
πολύ πρίν αρχιδοπιάσουν οί αρουραίοι τής μπυραρίας
κι ανέβουν τά σκαλιά τής Reichstag χάρι στίς ανεκτικότητες καί ελευθερίες τής δημοκρατίας
οί δημόσια δηλωμένοι εχθροί της,
τούς έστελνε κάτι δωράκια χρηματοδοτήσεις
γιά νά βακχεύεται ή λαγνεία τής ταλαντούχας επιστημοσύνης τών ναζιστών

18

μέ τήν ολοαίματη ευζονική,
κι αργότερα από τό 1936 μέχρι τό 1941
μέ τήν αγωνία της έκδηλη μήπως ή εκκόλαψη τού φιδιού σταματήσει
καί δέν μπορέσει τό έμβρυο εξ αιτίας βαρειάς αναιμίας οικονομικής νά σπάσει τό αυγό
διαμεσολάβησε μέ τό αζημίωτο
-τσέπωσε ένα εκατομμύριο δολλάρια καί κάτι ψιλά μεσιτικά ή κουφάλα-
γιά μία γερή γιά τήν εποχή της μετάγγιση αίματος στά σπλάχνα τού έμβρυου,
είκοσι εκατομμύρια δολλάρια δάνειο από τίς αμερικάνικες τράπεζες,
αλλά ούτε πού διανοήθηκε νά σταματήσει σέ αυτά,
τσακάλι τής κερδοφορίας μέ διασυνδέσεις δυνατές
μετά τόν προπηλακισμό τής ανθρώπινης ύπαρξης από τόν αγριεμένο εγκληματία
τή Νύχτα τών Κρυστάλλων,
εκείνο τό παρανάλωμα
πού έστησε ό Γκέμπελς ό προπαγανδιστής
χέρι-χέρι μέ τήν συνειδητή αφωνία τού καταντημένου γερμανικού λαού
-είναι αλήθεια πώς σέ συνθήκες ιστορικές
όλόκληροι λαοί μπορεί νά μεταλλαχτούν σέ όχλους αποκτηνωμένων πλασμάτων –
λίγες ώρες μόνο παραφροσύνης έφτασαν
γιά νά καούν χίλια σπίτια
επτάμιση χιλιάδες βιοποριστικά καταστήματα καταστράφηκαν
καί τριάντα χιλιάδες εβραίοι μέ τό περιβραχιόνιο τού υπανθρώπου
στάλθηκαν γιά καύση μαζική στά στρατόπεδα θανάτου,
δέσμευσε λοιπόν χωρίς καμμία τύψη ή CHASE BANK
όλη τήν αποταμίευση τών εβραίων τής Γαλλίας,
πού παραπλανημένοι από ελπίδα αδιέξοδη πίστευαν πώς θά τούς σώσει από τόν θάνατο
ό ήρωας τού πρώτου μεγάλου πόλεμου ό δοσίλογος τώρα Πετέν,
καί τή δώρισε στόν κανακάρη της τόν Μινώταυρο
γιά νά κρατηθεί ακμαίο τό καταχθόνιο τερατόμορφο
μέ τροφή πολύτιμη μάρκας γαλλικής JUIF
ώστε νά μπορεί νά βγάζει τό άχτι του γονατίζοντας μέχρι θανάτου τούς JUDEN τού κόσμου
σχίζοντας στά δύο τήν οντότητα τους
καί τρώγωντας μέ γρυλισμούς κτήνους τά καταχυμένα εντόσθια τής ύπαρξης τους,
ή νεόπλουτη από τό Ντητρόιτ ή FORD
χαιρόταν πού τήν τύλιξε μέ τήν θαλπωρή της ή ναζιστική λαίλαπα
γιά τήν ρατσιστική της ιδιοφυία
πού δήλωσε τήν αναπηρία της μέ τήν παραλογία

19

“Ο Διεθνής Εβραίος Πρώτο Πρόβλημα στόν Κόσμο”.
καμάρωνε έχοντας κρεμασμένη αυτή τήν τιμή στό πέτο τού κοστουμιού της
τόν Μεγαλόσταυρο τού Γερμανικού Αετού
καί τίς τσέπες της γεμάτες πλούτο,
λένε πώς ένα στά τρία από τά μηχανοκίνητα τού εγκληματία
τά κατασκεύαζε μέ ταχύτητα απίστευτη στά εργοστάσια της,
έμπειρη στόν θηλασμό κερδοφορίας ή Siemens
αυτή ή υπέρθερμη οπαδός τής λοιμικής τού ναζισμού
μέ τήν τεχνολογία της προπουλημένη στό βαμπιρικό Νεόπλασμα,
παραπονιόταν στήν ασφαλίστρια τού κολαστήριου τού Αουσβιτς
καί τών Ες-Ες θανατουργών γιά τόν κίνδυνο τυχόν βραχυκυκλώματος από υπερκόπωση,
τήν Allianz,
γιά τήν μεγάλη δαπάνη καθαριότητας τών εργοστασίων της
αφού τό αίμα πού άφηναν πίσω τους οί υπάνθρωποι εβραίοι στή παραγωγή τής μηχανουργίας
ήταν καθημερινά πολύ,δύσοσμο καί μολυσμένο,
όλοι αυτοί οί διαπρεπείς χορηγοί τής τερατουργίας
απολάμβαναν μέ μειδιάματα ικανοποίησης καί αναφωνήσεις θαυμασμού
τήν σύψυχη διασκέδαση τής ανθρωποφαγίας τών λωποδυτών στό πόντιουμ
πού μουσκεμένοι στόν ίδρώτα,μέ φωνήεντα έπαρσης
μέ όργασμούς ανείδωτους καιί όμαδικούς
βίαζαν ανελέητα καί ηχηρά γιά ώρες πολλές ,μέχρι θανάτου,
τήν πανέμορφη Δημοκρατία καί τίς Ελευθερίες
σε παράταξη κύκλου οί καννίβαλοι ,
καταμεσίς αυτές γονυπετείς είχαν διαταχθεί σε πεογλυψία,
μετά τίς εκσπερατώσειςτους,ευτυχώς ελάχιστες,αφού οί περισσότεροι άψωλοι,
ξαναμμένοι τίς έσυραν στό πάτωμα
κατά τήν μεριά τών ούρολάγνων καί κοπρολάγνων τής παρέας
λουσμένες στήν ουρίνη καί γεμάτες κόπρανα
αυτές παρέμειναν αναλλοίωτες μεγαλοπρεπείς στήν όμορφιά τους
κι αυτό τούς εξόργιζε περισσότερο
τόση μάζα βιασμού καί κανένας σπασμός υποταγής
τότε τίς σπρώξανε πρός τούς σαδιστές
καταματωμένες από τό μπουρίνι τού μαστίγιου τίς πηδούσαν απανωτά μέ τά γλόπς
καί χάραζαν στά στήθια τους σβάστικες
παρότι σακατεμένες από τίς αθλιότητες τού μίσους
ανίκητα τά μάτια τους τούς καταργούσαν τούς αιματοδίαιτους
κι αύτό τούς φρένιασε καί τούς λύγισε

20

τελευταία τους ελπίδα τό τάλαντο γιά ανθρωποφαγία τών ρασοφόρων
πού είχαν αρχίσει νά κωλοπαίρνονται μεταξύ τους οί λεχρίτες
τίς πέταξαν μπροστά στά καθαρόαιμα τής ίεροποιημένης βαρβαρότητας
εδώ καί αιώνες ό Σταυρός τους σεσημασμένος αλλεργικός στίς αντιρρήσεις
καί στούς αστάθμητους παράγοντες πού χαλούν τήν Τάξη
έγινε ξιφολόγχη πού διψούσε γιά αίμα
καί τίς εσχισε ζωντανές στά δύο
πέσανε επάνω τους αλλαφιασμένα τά σαρκοβόρα
ξερίζωσαν πρώτα τίς καρδιές καί μετα τά σπλάχνα τους πού άχνιζαν ανυποταγή,
το μυαλό καί τούς νευρώνες τους τά έφαγαν με λαδολέμονο
γαυγίζοντας τό Δόξα εν Υψίστοις
τό αίμα τους τό ήπιαν Μετάληψη στά αγιασμένα τους δισκοπότηρα
συνουσιάστηκαν μέ τά λείψανα τους οί νεκρόφιλοι
καί στό τέλος ή φρενίτιδα τής θρησκειοποιημένης Χριστιανοσύνης τους
τίς έκοψε σέ λωρίδες καί τίς πέταξε στά σκυλιά.
χτυπούν τά τύμπανα τή σύρραξη
ό τελετάρχης αναγγέλει τήν αλαζονία τής παλιγγενεσίας
τά τσακάλια παρουσιάζουν τίς ενατενίσεις τους γιά τό μέλλον,
παθολογίες καί κίτς ακαταμάχητα,
όλοι τους απόφοιτοι τής Ιατρικής Σχολής τού Αλτ Ρεσέ
μέ τήν ακαδημαική προμετωπίδα
“Ο Ναζισμός είναι εφηρμοσμένη Βιολογία”
κραδαίνουν μέ περηφάνεια τά διπλώματα τής ειδικής ιατρικής αγωγής
οί κανακάρηδες τής ναζιστοφροσύνης,
ή ευφυία μέ λοβοτομημένο τό ανθρώπινο από τήν υστερία
παρουσιάζει τόν ζήλο της γιά ανελέητη επιστημονοσύνη,
λικνίζονται οί ταλαντούχοι αυτουργοί τού θάνατου
μπροστά από τό αρχοντολόι τών θεωρείων,
πρώτη ομάδα οί άνδρες γιατροί τής αεροπορικής ιατρικής έρευνας,
φαλλικό τό κύρος τών οραμάτων τους παρελαύνει ντυμένο στή τρίχα
πηλήκιο τών Ες Ες,άσπρες ποδιές κολαρισμένες καί τό εκθετικό αποτύπωμα τής νοσηρότητας
τό περιβραχιόνιο μέ τόν αγκυλωτό σταυρό,
καί κάτω από ένα τέτοιο ανδρισμό κάπηλο αλυχτάει κρυμμένη ή θηλυκότητα,
ζαρτιέρες κόκκινες,στηθόδεσμος μαυροκόκκινος,κυλωτάκι μαύρο δερμάτινο
μέ τήν οπή διευκόλυνσης τής πεοφιλίας ακριβώς στήν ευθεία τής κωλοτρυπίδας τους,

21

ξωπίσω τους οί βαστάζοι εβραίοι έσερναν τήν τεράστια δεξαμενή μέ νερό παγωμένο
οί δεσμοφύλακες έριξαν μέ βία μέσα δύο σκλάβους παλληκάρια
κι αμέσως άρχισε ή χρονομέτρηση μέχρι τή στιγμή τού θανάτου τους,
επιφωνήματα σαλεμένου θαυμασμού καί ηδονής ασύστολης από τούς επισήμους τών θεωρείων,
όσο πάλευε τό νοστάλγημα τού παγωμένου σώματος έστω καί γιά μικρό μέλλοντα ζωής
τόσο οί φωνές στά θεωρεία γινόταν οργασμικές,
παίρναν καί δίναν τά στοιχήματα γιά τόν χρόνο αντοχής τών σκλάβων στή δεξαμενή
αλλά απροσδόκητα τέτοια ιατροσύνη τσακάλι αδίστακτο
λίγο πρίν πεθάνουν
θέλοντας νά εκταμιεύσει αποτελέσματα από τό πείραμα
τούς άνοιξε χειρουργικά τόν θώρακα καί τό κρανίο
γιά νά διαπιστώσει ή περιέργεια της άν ή έλλειψη οξυγόνου δημιουργεί φυσσαλίδες στά όργανα
ούρλιαζε ή απογοήτευση τού θεωρείου γιά τήν απροειδοποίητη ακύρωση τών στοιχημάτων,
αφού κόπασε τό σάστισμα στήν αίθουσα
ξεκινάειτό δεύτερο νούμερο τής εντελώς σαλεμένης νοσολογίας
οί σκλάβοι τρία ζευγάρια δίδυμοι
βουβοί καί φοβισμένοι
αφού άφησαν μέ προσοχή στό πάτωμα τόν θάλαμο υψηλής πίεσης
διατάχθηκαν ό ένας τού κάθε ζευγαριού νά σπρώξει χωρίς λύπηση τόν πανικό τού άλλου μέσα στό κουτί
στήν αίθουσα διαχέονται οί επιβλητικές νότες τού Βάγκνερ
οί μπάτλερ γεμίζουν τά ποτήρια τών επισήμων τού θεωρείου μέ σαμπάνια,
ό Ες-Ες αποφασισμένος κι ατασαλάκωτος
σφραγίζει τήν πόρτα
-ή μουσική σέ παροξυσμό-
πατάει τό κουμπί
καί σέ λίγα δευτερόλεπτα
νά τό θαύμα! τής ανθρωποφάγας επιστημοσύνης
γεμίζει συνθλιμένο θανατικό ό θάλαμος,
ποτέ μά ποτέ
ή αθωότητα δέν μπόρεσε νά κρατήσει κανέναν ζωντανό
μέ καταργημένη τή δικαιοσύνη από νομιμότητες τέρατα
ή ολομέλεια τού θεωρείου πέταξε δυνατά τά επιφωνήματα θαυμασμού
πρός τή μεριά τών αδίστακτων πειραματιστών
πού ή ευφυία τους έχοντας σκουπίσει μέ τάκτ τό αίμα πού μόλις είχε πιεί από τά χείλη της
υποκλίνονταν γεμάτη ηδονή μπροστά στά χειροκροτήματα πού τήν ανυμνούσαν,

22

λαμπάδιασε ό ενθουσιασμός
ή τρισάθλια ολομέλεια τού εξώστη καυλωμένη από τά επιτεύγματα πού χορηγούσε
βγήκε από τήν θερμοκοιτίδα τού πρωτόκολλου
ξεγυμνώθηκε τήν σεμνοτυφία της πετώντας τά εσώρουχα στό πάτωμα
αλαφιασμένοι καί οξύφωνοι στά αχ
γαμιόταν μεταξύ τους ασύστολα
δέν έμεινε τίποτα άπαρτο σέ αυτή τήν ομοφυλική βακχεία τών παλίνδρομων ωθήσεων
άδειαζαν οί σπερματόρροιες μέσα σέ ανοιχτά στόματα καί στίς ανατριχιασμένες από τό σχίσιμο κωλοτρυπίδες,
ενώ οί μπάτλερ δέν προλάβαιναν νά αδειάζουν τίς σαμπάνιες επάνω στή γύμνια τών σωμάτων
καί ή ορχήστρα έπαιζε μέ πεντάγραμμο εκστασιασμένο,
άπληστη ή υστερία τους διέταξε τσιριχτά τήν ένστολη βαρβατίλα νά τούς προσφέρει επιπλέον πεοθηλασμούς,
παρατεταγμένη μία διμοιρία ολόκληρη σέ στάση προσοχής ξέμεινε από σπέρμα
μετά τά απανωτά κατά βούλησιν χυσίματα
στά πρόσωπα καί στίς λαρυγγικές καταπόσεις,
ένα τερατόπλασμα βαρβαρικό στολισμένο μέ συρίτια καί παράσημα
μέ τσιτωμένο τό λαρύγγι γρύλισε τήν λήξη τών υποτροπιασμών τού πάθους
καί τήν επαναφορά τών εκλεκτών τού θεωρείου στήν τάξη,
κόπηκαν μαχαίρι τά χαχανητά τής χορτασμένης απόλαυσης,
αναγγέλεται σέ τόνο επίσημο τό ιδιοφυές ολοκλήρωμα τής δολοφονικής κακουργίας
ή Γιουάννα Μπόρμαν καί ή Χίλτεργκαρτ Λέχερτ,
σαλεμένες πρωτοκόρες στό Αουσβιτς καί στό Ράβενσμπουργκ
κρατώντας τά σαρκοβόρα λυκόσκυλα,
τό μίσος τής παραφροσύνης τους μέ θυμηδία πού έσταζε αίμα
έσυρε στήν αίθουσα τρείς σκλάβους ολόγυμνους
καί τούς ανάγκασε νά πιούν τό καταπέτασμα νερού θαλασσινού,
μετά χρονομετρησαν τό όριο αντοχής τών σκλάβων μέχρι τόν θάνατο,
τέλος τούς μαστίγωσαν πεθαμένους μέχρι νά ματώσουν
καί μέ ορθωμένο τό τρίχωμα τά σκυλιά ξέσκισαν τίς σάρκες τους
γρυλλίζοντας μαζί μέ τ΄αφεντικά τους αγριεμένη ευχαρίστηση,
αμέσως μετά
ακολούθησε ή επίδειξη εργασιακών ικανοτήτων τών απόσταγμάτων τής Λοιμικής,
ή Χέρτα Μπόζε μέ φημισμένο τόν βίο καί τή πολιτεία της στό Στούτχοφ
μαζί μέ τήν Γουάντα Κλάφ τήν μαρμελαδατζού
έσυραν αλυσοδεμένους από τόν λαιμό δύο σκλάβους

23

καί ό σαδισμός τους τούς χτυπούσε μέ τό μαστίγιο μέχρι νά πεθάνουν,
ή Ντοροτέα Μπίντς μέ τήν μαθήτρια της τήν Ελίζαμπέθ Φόλκενρατ
χτυπημένες καί οί δύο από ανήκεστη φασιστοβλάβεια
σύρανε γυμνές τίς γυναίκες σκλάβες μέ τά βρέφη καί τά παιδιά τους τά μικρά στήν αίθουσα
κι αμέσως πιάσανε δουλειά τά φρικιά,
μέ τά καλοακονισμένα τσεκούρια τους επ’ ‘ωμου
ξεκίνησαν νά τεμαχίζουν χωρίς προσχεδιασμό τίς γυναίκες ζωντανές
γέμισε ό τόπος μέ σπαράγματα πόνου καί ουρλιαχτά θανατικού,
ή αθωότητα τών παιδιών δακρυσμένη από τόν φόβο
έτρεχε νά χουγιάσει έστω καί γιά μιά στιγμή σέ στοργή μητρική
πού σπαρτάριζε ξεψυχώντας
μά είναι πάντα ή κραυγή τού θύματος τό ψυχοτρόπο
πού εκστασιάζει τήν κτηνωδία τού βασανιστή,
γι αυτό αλαφιασμένες τά τεμάχιζαν κι αυτά,
καθώς σφιχταγκάλιαζαν τά ξεκοιλιασμένα κουφάρια τών μανάδων τους,
ανήκουστη ή κτηνωδία
όταν ή αθωότητα αφύλαχτη γίνεται λίμνη αίματος,
αφού μαζέψαν βιαστικά τά κομμάτια τών ανθρώπων στά τσουβάλια
μέ μειδίαμα ικανοποίησης πού φέρνει ή άψογη εκτέλεση τού καθήκοντος
χαλάρωσαν τά όρνια σέ στάση στρατιωτικής ανάπαυσης,
ή Αλις Ορλόφσκι καί ή Ρούθ Νόιντεκ
κτήνη φημισμένα στό άθλημα τής ακρίβειας δολοφονικών χτυπημάτων
ή έπαρση τους μέ τόν βηματισμό τής χήνας μπροστά
καί πίσω οι δεσμοφύλακες σέρνανε καμμιά δεκαριά γυναίκες σκλάβους,
ή Ορλόφσκι στοίχισε πέντε από αυτές
καί τίς σακάτεψε μέ τό μαστίγιο χτυπώντας ακριβώς στά μάτια τους,
ή Νόιντεκ στήθηκε απέναντι από τίς υπόλοιπες
καί μέ φτυάρι σάν λεπίδι κοφτερό τίς έσφαζε μία-μία χτυπώντας τες στό λαρύγγι,
έσκουζε ενθουσιασμό τό θεωρείο
κάποιος από αυτούς συγκινημένος από τή θηριωδία σηκώθηκε όρθιος
καί ό λόγος του επαινετικός απευθύνθηκε στά θηλυκά καθαρόαιμα τής βαρβαρίας
“εσείς δοξασμένοι δολοφονοπάροχοι
σάς θαυμάζουμε γιά τήν ξηρότητα τού μυαλού σας
πού αναπόφευκτα γεννάει τόν λαικισμό,
αυτόν τόν υπέροχο άπλοικό τρόπο σκέψης πού ταυτίζει τά δικά μας ολοαίματα θεωρήματα
μέ τήν πραγματικότητα τής ζωής

24

καί ό κατατονικός φανατισμός του προσπαθεί νά βάλει τόν υπέροχο σκοτεινό κόσμο μας
στή θέση τού πραγματικού,
θαυμάζουμε τήν αφοσίωση σας στό ανθρωποφάγο μας όραμα
μέ εργαλείο εσάς,τούς απλοικούς ,μικρονοητικούς ανθρώπους
πού σαλεμένοι από τήν αδυναμία σας νά εξηγήσετε τά πώς καί τά γιατί τής κατάντιας σας
άν καί δολοφόνοι στυγνοί θεωρείτε τόν εαυτό σας αθώο
αφού ή δολοφονία γιά σάς είναι απλά ή άψογη εκτέλεση διαταγών
τού δημεγέρτη κοσμοδιορθωτισμού μας
τής τελευταίας σας ελπίδας,
πού ή λύσσα του μέρα νύχτα μοχθεί νά πετύχει τήν πολυποθούμενη Τελική Λύση,
νά ξεμείνει ή ζωή μιά γιά πάντα από τίς ομορφιές της
τόν ανθρωπισμό καί τήν ελευθερία,
τέτοια λούμπεν κτήνη, αστόχαστα, σάν εσάς,
αρρωστημένους από τήν απλοικότητα φυσιολογικούς πολίτες
πού ξεγέλασε τή ζωή σας τό σύστημα,
αρουραίοι παραχωμένοι στή σιωπή από τή δυναστεία τής κανονικότητας,
πού βγήκατε από τά σκοτεινά λαγούμια τής αθέλητης ανυπαρξίας
αφρίζοντας μίσος καί εκδίκηση τυφλή γιά τά αδιέξοδα σας
χρειάζεται ή ανθρωποκαπηλία μας,
κατασυγκινημένος σάς λέω
μπράβο”
ό κτηνώδικος ζήλος τής Γιουάννα Μπόρμαν καί τήςΧίλτεργκαρτ Λέχερτ
υποκλίθηκε κατά τόν κώδικα καί έφυγε…

*Τό κομμάτι είναι από τό long poem FUCK OFF.