Φεύγοντας από το θάνατο.
Όμως αφήνοντας πίσω τη ζωή μας,
Όμως αφήνοντας πίσω το μέλλον μας,
Φεύγοντας από τα σπίτια μας.
Τρέχοντας προς την Ελπίδα.
Όμως δεν υπήρχε χρόνος
Να κουβαλήσεις τέτοιο παραπανίσιο φορτίο
μέσα στη φυγή.
Έτσι απαλλαχθήκαμε από
Το βάρος της Ελπίδας
Ακριβώς όπως απαλλαχθήκαμε
Από αυτά που δεν μπορούσαμε να πάρουμε
Τα νεκροταφεία μας.
Τα σπίτια και τις εστίες μας.
Τα δέντρα και τα λουλούδια μας.
Φεύγοντας…
Υπήρχε φόβος, αίμα και θάνατος
πίσω μας.
Μπροστά μας όμως το μηδέν –
Ούτε καν χρόνος.
Τρέχοντας προς το άδειο, το κενό,
χωρίς χρόνο.
Κάπου μέσα στο μυαλό και στην καρδιά,
Στο κρυμμένο βάθος της ψυχής μας,
Νιώσαμε πως η φυγή αυτή
Ήταν ακόμα πιο φρικιαστική
από το να μέναμε εκεί που ζούσαμε.
Όμως δεν υπήρχε διέξοδος:
φεύγαμε ακόμα και από το Θεό.
Από τώρα,
όπου κι αν πάμε
Θα είμαστε ξένοι
Θα είμαστε φιλοξενούμενοι
Θα είμαστε περιπλανώμενοι
σε ξένο τόπο.
Κι ενώ κανείς μας δεν είναι
κοινός, συνηθισμένος άνθρωπος.
Μοιραζόμαστε κοινό όνομα –
“Πρόσφυγας”
Ποιος τολμά να καταλάβει
τον απροσμέτρητο πόνο μας;
Αζερμπαϊτζάν, Μάιος 1993.
*Το ποίημα δημοσιεύτηκε σε φυλλάδιο της Θεατρικής Ομάδας Buffonata, με αφορμή μια θεατρική παράσταση. Σχέδια: Β. Τζελέπη

