Μήτσος Παπανικολάου, Δύο ποιήματα

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Ένα σπιτάκι μού ’ρχεται στο νου μου κάθε βράδυ,
στη γειτονιά που υψώνεται μια πληχτικιά εκκλησία,
που ζει και που ονειρεύεται με την ανησυχία
κάποιου ξενιτεμένου.

Πόσο βαθιά η ανάμνηση στην ώρα τη θλιμμένη,
την ώρα που τα σύγνεφα φωτοπεριχυμένα
απ’ τα στερνά ηλιοχρώματα πάν κι έρχονται στα ξένα
με τα βαριά βαπόρια.

Με τα βαπόρια που έρχονται κι αράζουν στο λιμάνι
κι απ’ την καρδιά μού κλέβουνε του γυρισμού τον πόθο
κι όταν σε λίγο φεύγουνε πάντοτ’ εγώ τα νιώθω
χωρίς εμέ να φεύγουν.

Και μέσα στην ανάμνηση, πού ’ρχεται κάθε βράδυ
του άσπρου σπιτιού που είναι κοντά στην πληχτικιά εκκλησία
περνάει σε μιαν ατέλειωτη και θλιβερή οπτασία
όλ’ η παλιά ζωή μου.

*

ΒΑΡΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΚΑΜΠΟΥ

–Τι να πούμε, τι να πούμε τούτη τη βαθιά στιγμή;
–Κοίτα εμέ τώρα που είμαι
σαν το δειλινό χλωμή,
σαν το δειλινό που σβήνει τη μεγάλη αυτή στιγμή…
–Πέρα εκεί, κάτου στον κάμπο, πέφτει όλο το φως θαμπό,
φως που μοιάζει σαν τον ίσκιο,κι από τη βαριά ψυχή μου βρίσκω
μέσα στην ψυχή του κάμπου κάποιον ίσκιο.

Και τα δέντρα έχουνε δέσει στα κλαδιά τους
την καρδιά τους.
Κι έτσι, ως να μην απολείπει
από μέσα τους η λύπη,
και τη νύχτα και τη μέρα
λένε κάποιο καρδιοχτύπι
στον αέρα.

Κι από τη ψυχή μου βρίσκω
μέσα στην ψυχή του κάμπου κάποιον ίσκιο.

Η ψυχή του κάμπου μένει
μες στην ώρ’ αυτή θλιμμένη
κι έχει κλείσει όλους τους πόνους, από χρόνους,
όλων των πικρών καρδιών,
που τα βράδια με τα θάμπη
τις γρικάνε πάντα οι κάμποι
κάτι θλιβερό να λένε και να κλαίνε
πάντα αντάμα με το κλάμα των καρδιών
των καρυδιών.

*Από το βιβλίο “Ποιητικά έργα – Άσαντ τα ευρεθέντα”, Πρωτεύουσα Διπλωματική ΕργασίαΘεσσαλονίκη 2008. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης Φιλοσοφική Σχολή – Τμήμα Φιλολογίας – Τομέας Μεσαιωνικών και Νεοελληνικών Σπουδών.

Leave a Reply