ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΒΡΑΔΥ
Φορές, ἔστεκε μὲ κρίνο μαραμένο γνωριμίας
στὴν πλατεία. Περίμενε νὰ σημάνει ἀκριβῶς
νὰ πάει καὶ πέντε καὶ δέκα κι ὅτι μόλις ἑτοιμάζονταν
νὰ στραφεῖ, νά την τρέχοντας ποὺ ὁρμᾶ σὰν πλημυρίδα
μὲ τὴ νύχτα στὰ μαλλιὰ συγγνώμη μὲς στὰ μάτια
νὰ πέφτει πάνω του καὶ νὰ γυρνᾶνε νὰ γυρνᾶνε
νὰ γυρνᾶνε ἐποχές, εἶναι μέρα εἶναι ἄνοιξη ἄνθισε
τὸ λουλούδι — ὁρίστε ποῦ ἤσουν· ἄργησες…
*
ΠΕΡΙΜΕΝΕ
Περίμενε νὰ ὡριμάσει νὰ ὡριμάσει —
νὰ ὡριμάσει πρόσμενε ἕνα χέρι.
Ἔπεσε ἀπ’ τὸ ἀκρόκλωνο σάπισε
πρόσμενε τὸ χάδι στὸν ἥλιο
τώρα δὲν τὸν ἀγγίζει κανείς.
Περιμένει στὸ χῶμα, τὸ βράδυ.
*
ΕΛΕΝΗ
There is a panther stalks me down
Sylvia Plath
Μὲ χέρια νὰ φυλλορροοῦν καὶ μιὰ καρδιὰ στὰ δόντια
ἔνευε στὴ γῆ τ’ ἄρρωστό της κεφάλι.
Ὅμορφη στὸν καιρό της σὲ κοίταζαν δυὸ μαῦρα μάτια.
Τώρα, λέαινα τὴν ἐπισκέπτεται τὰ βράδια
μπήγει τὰ νύχια κοφτερὰ βαθιὰ στὸ πρόσωπό της
καὶ τὰ ὄνειρα γεμίζουν αἷμα.
Μόλις ξυπνᾶ, ἀφήνει στὸ πλατύσκαλο πήλινο λίγο γάλα
γιατὶ συνήθισε τ’ ἀθόρυβο πάτημα στὸν ὕπνο
γιατὶ πεθύμησε τὸ κλάμα στὶς ρίγες τοῦ πόνου.
Κι εἶναι ὅταν δὲν ἔρχεται ὅταν
δὲν ἀκουστεῖ μεσάνυχτα τὸ δάρσιμο στὴν πόρτα
μὲ ξεσκλίδια στὰ χέρια τὰ φίδια μαλλιὰ
ποὺ παίρνει τοὺς δρόμους — σκαμμένη, φυλλοβολώντας
κάποτε ὄμορφη στὸν καιρό της.
*Από τη συλλογή “Άφεσις”, αυτοέκδοση, Αθήνα, 2013.
