My Daughter’s First Week / Η πρώτη εβδομάδα της κόρης μου
the quietness
where the child is—seems uneven
within limits—of fragile lightshadows: emptiness!—for
the world Grows
in her—to Listen
to Itself
in its Fullness
η ησυχία
εκεί όπου βρίσκεται το παιδί — φαίνεται ανομοιογενής
εντός ορίων — από εύθραυστες σκιές φωτός: κενό! — γιατί
ο κόσμος μεγαλώνει
μέσα της — για να ακούσει
τον εαυτό του
στην Πληρότητά του
Sudden Memory / Ξαφνική μνήμη
Dog running through wheat
as if amid the shouts
of my whole — swift — childhood
beneath
the setting sun
Ένας σκύλος τρέχει στο σιτάρι
σαν να βρίσκεται ανάμεσα στις φωνές
όλης της — γρήγορης — παιδικής μου ηλικίας
κάτω από
τον ήλιο που δύει
[Αγγλική μετάφραση: Sarah Valentine]
Evening in Denisova Gorka / Βράδυ στη Ντενίσοβα Γκόρκα
Around our poles and posts
our gates and gardens —
everywhere — more and more — silence… —
oh, give us simple strength! —
strength — as the branch knocks against another branch
now — I place my mug on the table
sister closes the gate
the wind picks up again —
and like that we are home
the sun has set below the hills
around the garden posts —
offering
its small spark
to the deepening dusk
Γύρω από τους στύλους και τοὺς πασσάλους μας
τις πύλες και τους κήπους μας —
παντού — όλο και περισσότερο — σιωπή… —
ω, δώσε μας απλή δύναμη! —
δύναμη — καθώς το κλαδί χτυπάει ένα άλλο κλαδί
τώρα — ακουμπάω την κούπα μου στο τραπέζι
η αδελφή κλείνει την πύλη
ο άνεμος δυναμώνει ξανά —
και έτσι είμαστε σπίτι
ο ήλιος έχει δύσει κάτω από τους λόφους
γύρω από τους πασσάλους του κήπου —
προσφέροντας
τη μικρή του σπίθα
στο βαθύ σούρουπο
[Αγγλική μετάφραση: Sarah Valentine]
Silence / Σιωπή
1
in the invisible glow
of pulverized melancholy
I know uselessness like the poor know their last piece of clothing
and old utensils
and I know that this uselessness
is what the country needs from me
reliable like a secret pact:
muteness as life
indeed for my whole life
1
μέσα στην αόρατη λάμψη
της συντριμμένης μελαγχολίας
γνωρίζω τη ματαιότητα όπως οι φτωχοί γνωρίζουν το τελευταίο τους ρούχο
και τα παλιά σκεύη
και ξέρω ότι αυτή η ματαιότητα
είναι αυτό που χρειάζεται η χώρα από μένα
αξιόπιστη σαν μυστική συμφωνία:
η σιωπή ως ζωή
πράγματι, για όλη μου τη ζωή
2
Muteness is a tribute—but silence is for myself
to grow accustomed to silence
like the beating of one’s heart
like life
as if a well-known place there
and is this I am—as Poetry is
and I know
that my work is both hard and for itself alone
like the sleeplessness of the night watchman
at the city graveyard
2
Η σιωπή είναι φόρος τιμής — αλλά η σιωπή είναι για τον εαυτό μου
για να συνηθίσω τη σιωπή
όπως τον χτύπο της καρδιάς μου
όπως τη ζωή
σαν να υπάρχει εκεί ένα γνωστό μέρος
και αυτό είμαι εγώ — όπως είναι η Ποίηση
και ξέρω
ότι το έργο μου είναι τόσο δύσκολο όσο και αποκλειστικά για τον εαυτό του
όπως η αϋπνία του νυχτοφύλακα
στο νεκροταφείο της πόλης
[Αγγλική μετάφραση: Sarah Valentine]
Again — Willows / Και πάλι — Ιτιές
to my mother’s memory
Suddenly
I understand I remember your soul
observing in mist far away
slopes now or islands or steps of the silver summits
of a willow grove
peaceful
(and in some way
“from beyond”)
and “something” what is it
(“magnificence”? “fragrance”
of intimate soul of “purity unspoken”?)
I must be remembering (and even far off in place of the face
I seem to retain in my thoughts
the quietest of hollows — now swirling only with tenderness)
and besides
this is only the flicker of “something” from memory
when the crossings
of beauties “not of this place”
cluster in that youthfulness
where the “eternal” is like orphanhood
(the unseen — awaiting our coming)
στη μνήμη της μητέρας μου
Ξαφνικά
καταλαβαίνω ότι θυμάμαι την ψυχή σου
να παρατηρεί μέσα στην ομίχλη, μακριά
πλαγιές τώρα ή νησιά ή σκαλοπάτια των ασημένιων κορυφών
ενός δάσους με ιτιές
ειρηνικά
(και κατά κάποιον τρόπο
«από το πέρα»)
και «κάτι» — τι είναι αυτό
(«μεγαλοπρέπεια»; «άρωμα»
μιας οικείας ψυχής «ανείπωτης αγνότητας»;)
Πρέπει να θυμάμαι (και ακόμη και μακριά, στη θέση του προσώπου
φαίνεται να διατηρώ στις σκέψεις μου
το πιο ήσυχο από τα κοιλώματα — που τώρα στροβιλίζεται μόνο με τρυφερότητα)
και εκτός αυτού
αυτό είναι μόνο η λάμψη «κάτι» από τη μνήμη
όταν οι διασταυρώσεις
ομορφιών «όχι αυτού του τόπου»
συγκεντρώνονται σε εκείνη τη νεανικότητα
όπου το «αιώνιο» είναι σαν ορφάνια
(το αόρατο — που περιμένει την άφιξή μας)
[Αγγλική μετάφραση: Peter France]
*Από το βιβλίο “Into the Snow: Selected Poems of Gennady Aygi”, Wave Books, 2011.
**Απόδοση στα ελληνικά: Δημήτρης Τρωαδίτης
#Gennady Aygi (21 August 1934 – 21 February 2006), widely considered to be one of the great avant-garde poets from the former Soviet Union. He was born in Chuvashia, a territory located in the western part of Russia. In 1958 he was expelled from the Literary Institute in Moscow for his first book of poems, which was condemned by the censors as “hostile poetry” because it was written in Chuvash. Being an outsider in the Russian empire had a profound impact on his life and poetry. His poems are infused with an elemental sense of life, mortality, and humanity. Among the recognitions he received are the Andrey Bely Prize (1987), the Pasternak Prize (2000), the Prize of the French Academy (1972), and the Petrarch Prize (1993).
Ο Γκενάντι Άιγκι (21 Αυγούστου 1934 – 21 Φεβρουαρίου 2006), ο οποίος θεωρείται ευρέως ως ένας από τους μεγάλους ποιητές της αβανγκαρντ της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Γεννήθηκε στη Τσουβασία, μια περιοχή που βρίσκεται στο δυτικό τμήμα της Ρωσίας. Το 1958 αποβλήθηκε από το Λογοτεχνικό Ινστιτούτο της Μόσχας λόγω του πρώτου του ποιητικού τόμου, ο οποίος καταδικάστηκε από τους λογοκριτές ως «εχθρική ποίηση», επειδή ήταν γραμμένος στη γλώσσα Chuvash. Το γεγονός ότι ήταν περιθωριακός στο ρωσικό κράτος είχε βαθιά επίδραση στη ζωή και την ποίησή του. Τα ποιήματά του είναι διαποτισμένα με μια στοιχειώδη αίσθηση της ζωής, της θνητότητας και της ανθρωπότητας. Μεταξύ των διακρίσεων που έλαβε συγκαταλέγονται το Βραβείο Αντρέι Μπέλι (1987), το Βραβείο Παστερνάκ (2000), το Βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας (1972) και το Βραβείο Πετράρχη (1993).

