Dylan Thomas, I see the boys of summer / Ξέρω πώς αφανίζονται τ’ αγόρια του καλοκαιριού

Ι

I see the boys of summer in their ruin
Lay the gold tithings barren,
Setting no store by harvest, freeze the soils;
There in their heat the winter floods
Of frozen loves they fetch their girls,
And drown the cargoed apples in their tides.

These boys of light are curdlers in their folly,
Sour the boiling honey;
The jacks of frost they finger in the hives;
There in the sun the frigid threads
Of doubt and dark they feed their nerves;
The signal moon is zero in their voids.

I see the summer children in their mothers
Split up the brawned womb’s weathers,
Divide the night and day with fairy thumbs;
There in the deep with quartered shades
Of sun and moon they paint their dams
As sunlight paints the shelling of their heads.

I see that from these boys shall men of nothing
Stature by seedy shifting,
Or lame the air with leaping from its heats;
There from their hearts the dogdayed pulse
Of love and light bursts in their throats.
O see the pulse of summer in the ice.

Ι

Ξέρω πώς αφανίζονται τ’ αγόρια του Καλοκαιριού:
σωπαίνουν τα χρυσά σπαρτά στην άμμο,
δε νοιάζεται κανείς για τη σοδειά, πετρώνει η γη·
και ξαφνικά, το μεσημέρι ιδρώνει χιόνι,
παγώνουν τα κορίτσια στο χειμώνα των χεριών τους, ναυαγούν
τα μήλα μες στ’ αμπάρια των σπασμών τους.

Αιμορραγούνε μαύρο φως, πηχτό σαν τρέλα.
Ψάχνουν το μέλι στην κυψέλη.
και πιάνουν το Χιονιά·
και να, κάτω απ’ τον ήλιο, τρυπώνει η παγωνιά·
σκοτάδι κι ερωτήματα τα νεύρα τους ταΐζουν·
σηματωρός σελήνη δείχνει μηδέν στον ουρανό τους.

Βλέπω μέσα στις μάνες τους τα καλοκαιρινά
παιδιά. Ανοίγουν τους μυϊκούς καιρούς της μήτρας,
με τρυφερούς αντίχειρες τη νύχτα από τη μέρα ξεχωρίζουν·
και να, βαθιά, ιχνογραφούν τα θηλυκά τους
με τέταρτα ήλιο, σκιά, σελήνη και σκοτάδι,
καθώς το φως της μέρας βάφει
τις οροφές των κεφαλιών τους.

Το ξέρω, ετούτα τα παιδιά θα γίνουν άντρες
μηδαμινοί, μια λάθος κίνηση κι ο αέρας θα καεί
στις φλόγες των ονειρώξεών τους·
και ξάφνου ανάβει καύσωνας
μεσ’ στην καρδιά τους ο σφυγμός
του έρωτα και του φωτός και κατακαίει τους λάρυγγές τους.
Α, βλέπω να χτυπά σφυγμός καλοκαιριού στον πάγο.

II

But seasons must be challenged or they totter
Into a chiming quarter
Where, punctual as death, we ring the stars;
There in his night, the black-tongued bells
The sleepy man of winter pulls,
Nor blows back moon-and-midnight as she blows.

We are the dark deniers, let us summon
Death from a summer woman,
A muscling life from lovers in their cramp,
From the fair dead who flush the sea
The bright-eyed worm on Davy’s lamp,
And from the planted womb the man of straw.

We summer boys in this four-winded spinning,
Green of the seaweeds’ iron,
Hold up the noisy sea and drop her birds,
Pick the world’s ball of wave and froth
To choke the deserts with her tides,
And comb the country gardens for a wreath.

In spring we cross our foreheads with the holly,
Heigh ho the blood and berry,
And nail the merry squires to the trees;
Here love’s damp muscle dries and dies,
Here break a kiss in no love’s quarry.
O see the poles of promise in the boys.

ΙΙ

Ωστόσο, πρέπει να δοθεί ο αγώνας των καιρών,
αλλιώς ο χρόνος θα τρεκλίσει μόνο ένα γύρο και μισό:
εμείς – ο Χάρος – να μετράμε την πτώση με αστέρια·
και ξάφνου, μεσ’ στη νύχτα του, καμπάνες σκοτεινές
να κρούει ο κοιμούμενος χειμώνα,
δίχως να εκπνέει νύχτα γλυκιά, όταν Εκείνη πνέει.

Εμείς, οι σκοτεινοί αρνητές, ας προκαλέσουμε ευθύς
το θάνατο, σε μια μορφή γυναίκας καλοκαιρινής,
στο αγκάλιασμα των εραστών, τη ρωμαλέα ζωή,
στον τρισμακάριο νεκρό που αναβλύζει θάλασσα,
το σπιθομάτη σκούληκα του πελαγίσιου Άδη,
και στη σπαρμένη μήτρα, το σκύβαλο του ανθρώπου.

Εμείς, τ’ αγόρια του καλοκαιριού,
σ’ αυτή τη δίνη τεσσάρων ανέμων,
απ’ των φυκιών το σίδερο οξειδωμένα,
τινάζουμε ασίγαστη τη θάλασσα, να πέσουν τα πουλιά της,
αρπάζουμε μια σφαίρα γη, κύμα και αφρό,
να ναυαγήσουν οι έρημοι μεσ’ στις παλίρροιές της,
κι αναστατώνουμε τους κήπους των αστών για ένα στεφάνι.

Την άνοιξη, σταυρώνουμε τα μέτωπά μας με πουρνάρι
-Γεια και χαρά σου αίμα και μούρο-
τους γαληνότατους δεσπότες καρφώνουμε στα δέντρα.
Και να, του έρωτα το υγρό νεύρο στραγγίζει κι ησυχάζει.
Μα να, τινάζει ένα φιλί το ανέραστο νταμάρι.
Α, βλέπω των προσδοκιών τους πόλους μεσ’ στ’ αγόρια.

III

I see you boys of summer in your ruin.
Man in his maggot’s barren.
And boys are full and foreign in the pouch.
I am the man your father was.
We are the sons of flint and pitch.
O see the poles are kissing as they cross.

ΙΙΙ

Ξέρω πώς αφανίζεστε, αγόρια του καλοκαιριού.
Ο άντρας στο κουκούλι μαραζώνει.
Στο μάρσιπο τ’ αγόρια επιβιώνουν τη μεγάλη ξενιτιά τους.
Υπάρχω ο πατέρας σας, ενόσω είμαι άντρας.
Υπάρχουμε παιδιά της πίσσας, του πυρίτη.
Βλέπω τους πόλους να φιλιούνται σταυρωτά.

*Από το βιβλίο “Ντύλαν Τόμας, Το χρώμα της λαλιάς – Ποιήματα 934-1953. Επιλογή-μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

Leave a comment