Γιώργος Λ. Οικονόμου (1960 – 2024), Έξι ποιήματα

ΥΠΟΜΟΝΗ

Κάνε υπομονή χαρά μου
θα σηκωθούμε
μας περιμένει
η Τοσκάνη, η Βαρκελώνη,
η Αίγινα
κι ένα κελί
μπροστά στη θάλασσα.

*

ΞΕΝΕ

Ξένε
αν σε φέρει ο δρόμος σου
στη γειτονιά της Σταυρούπολης
άναψε ένα τσιγάρο
κι άστο μόνο του να καεί
όπως μόνες τους κάηκαν
τόσες ψυχές
στον τόπο αυτό

*

ΤΟ ΤΡΑΝΖΊΣΤΟΡΑΚΙ

Κι ήρθαν
τόσο δύσκολες μέρες
που το τρανζιστοράκι πρώτη φορά
με λυπήθηκε.
Βουβό παρέμενε στην άκρη του
και μοναχά κάτι αργόσυρτα παράσιτα
έβγαζε απ’ τα σπλάχνα του.

*

ΣΥΜΠΑΘΕΙΑ

Στα τραπεζάκια του Defacto
μας πλησίασε απλώνοντας το χέρι
τί θέλεις, λεφτά; τον ρώτησα
«ε! τι, συμπάθεια;»
με αποστόμωσε.

*

ΔΙΚΑΣΤΗΣ

Κάθε μεσημέρι, στο ίδιο φανάρι, απλώνει το χέρι.
Στο ίδιο φανάρι, κάθε μεσημέρι, κλείνω τα μάτια.
Τον βλέπω στον τόπο του, μικρό παιδί, πρόσχαρα να απαντά
σε όσους τον ρωτούν τι θα γίνει όταν μεγαλώσει.
“Δικαστής!”. Και τα κατάφερε!
Κάθε μεσημέρι, στο ίδιο φανάρι,
δικάζει την τακτοποιημένη μου ζωή
κι έχει στα μάτια τη συγχώρεση Θεέ μου…

*

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

Ένα ντιβάνι
παλιά κουβέρτα στρατιωτική
κι εσύ κρυμμένος μέσα
με τη ντροπή σου
για τα χρόνια της ανεργίας
Ύστερα ήρθε η σειρά της μάνας
να πέσει στο κρεβάτι
με χίλιους δυο κρυφούς καημούς
Τελευταίος εγώ
με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι
να ψάχνω το λάθος μας.

*Από τη συλλογή “Η σιωπή της κερκίδας”, Εκδόσεις Τύρφη, 2021.

Leave a comment