Κάποτε έλπιζα
να δω φωτιά
σε αυτό το ερημονήσι
που μπρος από την πόρτα μου
τις νύχτες
σκοτεινό, καμπουριασμένο, απάτητο
εφαίνονταν.
Σημεία επαφής
δεν είχα
μέχρι που μια βραδιά
κόκκινο φως εφάνη
στο βορεινό ακρότατο σημείο.
Και κάποιος ήχος
ακούγονταν
σαν σφύριγμα
προσώπου αγαπημένου.
Και στο σκοτάδι ακόμα
ξεδιακρίνονταν
μορφές, παλιό χορό να δείχνουν
………
Και ήταν τότε
που εστέρεψε η θάλασσα
και δρόμος βατός προς το νησί
δημιουργήθηκε.
Χωρίς το φόβο τη σκέψη την παράλογη
προχώρησα …
Μα … φτάνοντας προς το νησί
και μόλις πατώντας πάνω
θάλασσα πάλι πλημμύρισε
και έκοψε για μένα
το δρόμο της επιστροφής.
Κόκκινο φως, ήχοι, χοροί
μορφές, πρόσωπα αγαπημένα
χάθηκαν…
Και γω ριζώθηκα εκεί
μύδια και βρόχινο νερό
έτρωγα και έπινα
και η ματιά μου
ξεδιάκρινε αγάπες
παλιές και άμνημες,
στη χώρα απέναντι
να γελούν, να μιλούν
για το χαμό μου.
Μια η καρδιά μου χτύπαγε
μια ο αγέρας λύσσαγε.
Μα εγώ,
ναυαγός ψεύτικος
θάρρος δεν είχα
πέντε τα μέτρα γης
που απόλυτα πια
δικά μου ήταν, του νησιού
να αγαπήσω.
Χρόνια μετά
ο δεύτερος που στο νησί θα φτάσει
τα άσπρα κόκκαλά μου,
ας θάψει.
Κόκκινο φως, ήχους, χορό
σίγουρα κι αυτός
από απέναντι θα είδε.
*Ο Γιώργος Κοκκινίδης (1955-2012) γεννήθηκε στο Ηράκλειο. Το 1978 διαγνώστηκε ως «ψυχικά ασθενής» κι έτσι πέρασε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του έγκλειστος στο Θεραπευτήριο Ψυχικών Παθήσεων Χανίων. Έκτοτε ξεκίνησε να γράφει για τη ζωή του στα ψυχιατρεία. Το βιβλίο με άπαντα τα ποιήματά του που εκδόθηκε και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των Άλλων.
