ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥΣ
Όπως ξενιτεμένος ή ταξιδιώτης
που την πατρίδα άφησε πίσω και γυρίζει
από τόπο σε τόπο, μακριά
από το πάτριο χώμα, και δίχως
να το καταλαβαίνει η νοσταλγία
του τρώει τα σωθικά, τον φθείρει,
και κάποτε, σαν από ύπνο βαθύ ξυπνώντας
να γυρίσω, φωνάζει, πότε θα γυρίσω —
έτσι κι εσύ πώς μοιάζεις, ψυχή μου,
που από θάνατο σε θάνατο γυρνώντας
σε χώρες σιωπής περιδιαβάζοντας
από τον ένα τον χαμό στον άλλο τον χειρότερο
ξάφνου θυμάσαι αυτή τη γη, αυτόν
τον δίχως τέλος ουρανό, τον ήλιο
τη γήινη γεύση των καρπών στον ουρανίσκο
κι όταν
καμιά φορά επιστρέφοντας όπως ταιριάζει
σ’ αυτούς που πολύ προχώρησαν στο θάνατο και τη ζωή
με μάτια νέα αντικρίζεις, ακριβώς όπως
ο ταξιδιώτης, ο ξενιτεμένος την πατρίδα —
πώς το φως, τη γη, τον ουρανό, με πόση
λαχτάρα τα δέχεται όλα αυτά, σαν βρέφος
που από τη σκοτεινή βαθιά σπηλιά της μάνας βγαίνοντας
πρώτη φορά τον κόσμο βλέπει.
*
ΔΕ ΜΙΛΗΣΑ ΑΚΟΜΑ
Δε μίλησα ακόμα όσο έπρεπε
έχω πολύ απόθεμα που με βαραίνει
πολλές ακόμα λέξεις, πολλά λόγια
άπειρο πλήθος από φράσεις κι από λόγια
όμως μη με κατηγορείτε φίλοι μου που αργώ
που δυσκολεύομαι τόσο να μιλήσω —
πρέπει να βρω τα σύμβολα που πρέπουν
τις σκοτεινές μου αλληγορίες.
Πώς να μιλήσεις, πώς να εκφραστείς
πώς να δεχτείς έτσι γυμνό το θάνατο.
*
ARS POETICA
Το ποίημα δεν είναι τραγούδι,
ανάερη θλίψη για κάτι μακρινό, χαμένο,
έστω με την πιο τέλεια μουσική∙ δεν είναι
αναμονή του άγνωστου, γοητευτική,
μες στην αβεβαιότητά της, προσδοκία.
Το ποίημα είναι μια ανοιχτή πληγή που τρέχει –
όσο πιο ανοιχτή τόσο καλύτερα∙ κάνω ποίηση
θα πει τρυπώ το θώρακα μ’ ένα νυστέρι
ψάχνω με χέρι σταθερό όπως οι χειρούργοι
γυρεύω την καρδιά και την τρυπώ, χύνω το αίμα
άφθονο μες στις λέξεις – κόκκινο,
ζεστό, το αίμα, όλοι το ξέρουν,
το πιο θαυμαστό, το πιο όμορφο πως είναι πράγμα.
