Λευτέρης Βασιλόπουλος, Τρία ποιήματα

αλφά-δυτο

α) μία στιγμή μόνο έχω γνωρίσει, αποφεύγοντάς την

β) μ’ έλυσα – ξεγλίστρησα από παιδικές φωτογραφίες

γ) προσωπεία λάμπουν τη νύχτα – κάθε πρωί ενσωματώνονται

δ) οστεοφυλάκια φτιαγμένα από παρόρμηση, τα σώματά μας

ε) φωτοστέφανου θρύμματα (σε) πρωινά εξατμίσεων

ζ) προτομή νοήμονος λιποτάκτη

η) δάχτυλα σκιών, πέτρες αινίγματος, ερωτηματικά δρόμου

θ) τραγούδι κεριού: «ποιος κλαίει; -ο χρόνος που πεθαίνει»

ι) θυμήσου αν ανέβεις στο δώμα να χαλαρώσεις λίγο το σχοινί μου

κ) μεγάλες λέξεις πως υπόσχονται ακόμα μεγαλύτερες σιωπές

λ) του σώματος η μνήμη πληγές υπαγορεύει

μ) του είδους η εξαφάνιση απειλείται

ν) ποτάμια στην ποίηση, βουνά στη φιλοσοφία

ξ) βόμβες πικραίνουν το χώμα, αφαλμυρίζουν τη θάλασσα

ο) ολοσκότεινη αποβάθρα της Λευκάδας

π) αποτινάζοντας μυθικό σκέπασμα τελέσαμε βαφτίσια ιδεολογίας

ρ) αναμασώντας ατάκες, μακρηγορώντας μονολόγους,

σ) μόνο ο καθρέφτης επιτρέπει να κινείσαι μέσα σε τοίχους;

τ) εντοιχισμένο ξέσπασμα – ξεφλουδίζεται το ταβάνι

υ) απ’ έξω ή από μέσα τον ίδιο τοίχο κοιτάζεις;

φ) «η ποίηση στα οδοφράγματα – η φιλοσοφία στους δρόμους»

χ) έρωτας : βυθόμετρο επιφάνειας

ψ) έρχεσαι με φωνές εξέγερσης – από ματιές ανάκρισης φεύγεις

ω) μέσα σου, μέσα σου να κρυφτώ πριν μεταμορφωθώ σε άρπαγα

*

το πρόσωπό σου προηγείται (fado)

το πρόσωπό σου σοβαρό, όπως ο έρωτας όταν πονάει

τα χείλη σου ψιθυριστές μάγισσες, το στόμα σου πυρά

ιεροεξεταστών, το βλέμμα σου πέπλο μπροστά στο φως

όλο το αίμα μου ρίχνω στα πόδια σου, σκιές -τίποτ’ άλλο-

μ’ αγκαλιάζουν, χάνομαι στην μοναξιά τους για να μη δεις

ότι δεν σ’ αγαπώ πια -και ας είναι τα μάτια σου γοητευτικά-

μέσα στη ζωή σου η ζωή μου έχει ήδη πολλές φορές πεθάνει

μέσα στην αγάπη μου η αγάπη σου δεν θα ζήσει ούτε στιγμή

έλα λίγο πιο κοντά – να ονειρευτούμε αυτήν τη νύχτα αγκαλιά

το παρελθόν μας όπως γίνεται στάχτη στην ωμότητα της αυγής

*

αμπάριζα

μερικές νύχτες είναι είτε πολύ ζεστές είτε πολύ δύσκολες για να τις
περάσεις με τον εαυτό σου

κάνω μια μικρή προσευχή (σε κανέναν θεό) – ύστερα σηκώνομαι
και βγαίνω έξω να περπατήσω τους δρόμους

καθώς περπατώ φαντάζομαι λίγο λίγο την πορεία μου: κάθε βήμα
που έκανα κάθε βήμα που θ’ ακολουθήσει – όπου κι αν μ’ οδηγήσει

σ’ όλες τις γειτονιές στα μπαράκια στα μπουρδέλα στα σπίτια στα
διαμερίσματα στις γυναίκες που με περιμένουν ή που μ’ έχουν
σιχαθεί

απλώς προσπαθώ να φανταστώ ολόκληρη την πόλη όπως την έχω
ξαναδεί κάτι φορές με φίλους με τον σκύλο μου πάνω από τους
λόφους

ο νους μου αδειάζει μεμιάς – ξαφνικά εφορμούν εικόνες άλλων
πόλεων γνωστών κι άγνωστων όπου έζησα κάποτε ή διέσχισα
έχοντας το εφήμερο συντροφιά

κυρίως εκείνες που ήθελα πάντα να επισκεφθώ μα ποτέ δεν το
έκανα (αχ Ανταναναρίβο!) – ωστόσο όπως ήρθαν οι αναμνήσεις
τους τόσο απροσδόκητα φεύγουν

η ψυχή μου είναι σαν την ψυχή ενός δαρμένου αδέσποτου σκυλιού:
αυτοί οι δρόμοι μοιάζουν μεγαλύτεροι απ’ την πείνα μου – κι όμως
δεν είναι

*Από τη συλλογή “πνευστός ολισθητήρας – ποιήματα του 21ου αιώνα (1999-2020)”

Leave a comment