8
Πώς το ‘λεγε ο Γκόρπας; Θέλω να πάμε σ‘ ένα πανηγύρι και ν’ αγοράσουμε τα πάντα με τα μάτια. Έτσι ανασταινόμαστε κι εμείς, οι αιθεροβάμονες ρομαντικές και γκορπικές. Στα πανηγύρια, στα παζάρια, στις λαϊκές. Ένα μπουφάν από τρίτο χέρι να ζωντανέψει τη vintage ζεστασιά αλλοτινών δεκαετιών· μια πολυθρόνα με φθαρμένη από τα όνειρα του κατόχου της πλάτη να ξεκουράζει τα βλέμματα των περαστικών· ηρωικά δισκάκια πεταμένα κατάχαμα να παίζουν μυστικά ξεφωνητά τ’ αγαπημένα μας ρεφρέν, και κάτι που δεν αγοράζεται παρά νιώθεται ως γιατρικό: δεν έχω μεγαλύτερη απόδειξη ενοχής από το χέρι της γριάς τσιγγάνας πάνω στο βιβλίο με τα παραμύθια τα κλασικά.
15
Πνιγμένα μες στο άγχος των λευκών γραμμών λάμπουνε σε μισοσκότεινα δωμάτια, τροχίζουν τους παράμερους στην κόψη της σελίδας, παπαγαλίζουν στίχους, ιριδίζουν τεχνικές αφήγησης, βρίζονται απροσχημάτιστα με τα σχήματα λόγου, νευριάζουν με τον ποιητή που ακόμα -μετά από τόσα χρόνια- δεν ξέρει να πει τ ι θ έ λ ε ι, κρεμάνε τον μεταξωτό θυμό στις μεταξύ συνομιλίες τους, φοράνε μαύρα για να εξαφανίσουνε τη φρόνιμη ασφαλτωσιά του κόκκινου, κι αναρωτιούνται φωναχτά πού τους χρειάζεται στη ζωή η λογοτεχνία.
25
Υπάρχουν πολλοί τρόποι να σωθεί ή ν’ αποτρελαθεί ένας ποιητής. Π.χ. όταν η ένδειξη της ταμειακής στη δεύτερη δουλειά αναβοσβήσει ξεδιάντροπα: ΤΕΛΟΣ ΧΑΡΤΙΟΥ
*“Κάρμα ιωδίου”, εκδ. Κουκκίδα, 2026.
