Λεωνίδας Καζάσης, Επτά ποιήματα και ένα  

Ευεπίδεκτα μάτια,
μελίφρονα κορμιά παθογόνα,
Αμφιτρίτη και Γλαύκη μαλάζονται,
της αλλότητας κίνητρα μόνα.
Τρυφηλότητα άφθορη,
αβάσταγη των οίκων ανία,
Μαρία των αγγέλων σπασμοί,
συνουσία θεία!
Λ.Κ

Ως την άβυσσο των αβύσσων
θα σ’αγαπώ καλή μου.
Πέρ’από σένα μ’οδηγεί
τ’αχόρταστο κορμί μου.

Θαλασσομάνητες, φουσκοδεντριές,
σε κλίνες άγνωρες με πάνε,
της σάρκας όμηροι οι ψυχές,
με δέλεαρ του οργασμού μεθάνε.

Ηδονοθήρας! Ιερουργός.
Να κοινωνήσω με το πλήθος θέλω.
Σε ξέφρενη άδολη γιορτή
στην ιερή προσωπική στιγμή των αντιδράσεων,
μορφασμών, των λαγγεμένων στεναγμών,
να παρεισφρύσω να διαβώ,
το γόρδιο πλέγμα ενοχών
που μας χωρίζει.

Έτσ’ η φιλία της σαρκός
θα μας ενώνει διαρκώς
σε μια κοινότητα ειρηνική που κτίζει.

Ως την άβυσσο των αβύσσων
θα σ’αγαπώ καλή μου,
μα δεν ανήκει κανενός
το πανανθρώπινο κορμί μου.



*

Τη νίκη μου δε θα γιορτάσω,
νέμεση γόων, χλευασμών.
Με το λαό θα κλάψω
μέλαινα η δορά των ποταμών.

Ανέγνωμοι πέρασαν, φύγαν
έξω απ’τον κόσμο των λογισμών.
Νάμα, ευωδιές, λαίμαργα επήραν,
κόκκινο χρώμα των αγιασμών.

Ευαγγελιστές της ευτυχίας!
Ρασοφόροι κομισάριοι του “αγαθού”,
Ιεροφάντες της πλουτοκρατίας,
καθαγιασμοί πολέμων, αδικίας,
μίσθαρνοι σταυρωτήδες του Ιησού.

*

Άδειο κροντήρι ο έρωτάς μου,
σβήσαν οι στάλες του, μια μια,
πύρινη λάιλαπα η καρδιά μου,
άνθρακες τα δασόσπαρτα βουνά.

Στις απανταχού αμάλαγες
παλλακίδες μάταιων ευκαιριών,
εναποθέτω γοερά χαμόγελα
στο σεντούκι
των σαθρών τους αξιών.

Συλφίδες! Στόφα ιδιοτελή,
σε χρυσοποίκιλτα έλυτρα
τα ιοβόλα φύλλα σας μετράτε,
εθέρισα ένα απ’αυτά
και λάτρεψα τη μοναξιά.

*

Τους πλούσιους αποστρέφομαι,
μα τους φτωχούς
περσσότερο μισώ
δημιουργούς τους.

*

Προσευχή

Αν μπρος στον “Απειράγαθο”
ποτέ λογοδοτήσω,
αποσταμένος στρατοκόπος,
θα του πω.

Δημιουργέ μου ήξερες
πορφύρα θα δακρύσω,
πάνω σε βράχη από καρφιά,
χέρια γυμνά κωπηλατώ.

Άσπονδε φίλε της χαράς
όσο τη γη κατοίκησα,
εγγυητή μεγαθυμιάς,
τροπαιοφόρο μίσος πανταχού αντίκρυσα.

Στους χρυσοθήρες-δήμιους
χαρίστηκες αιώνια
και στους απέρριτους-τρελούς
σκόρπησες καταφρόνια.

Πλάνης! Απέρριτος-τρελός
ο γόνος σου υπήρξε!
Της κρίσης σου το άδικο
ξίφος, στα στήθη μπήξε.

*

Όταν φορώντας τον χιτώνα σου,
με τ’όπλο των ονείρων σου
πυροβολούν να σ’απαλλοτριώσουν,
τίμιο θωρείς το κνούτο του βασανιστή,
του δήμιου το σπαθί.

*

Αφού οι λιόχαρες ακτίνες
λεμφατικές εγίναν,
αφού τα χρώματα του χούμου
και των πόντων ξέθωρα, τείνουν να χαθούν,
η απάθεια την αδικία υπερκέρασε,
αργυρώνητος ο γλυκαχός της ηδονής,
άνδρες βιαζουν, αγοραζοντας, πανάκριβα αιδοία αναφρόδιτα.
Κι ο θάνατος ο κορυστής
μονάχος του την πλήξη αντιπαλεύει.

*Από την ποιητική συλλογή “Γοερά χαμόγελα” 1994 – 1/1996
https://leonidaskazasis.blogspot.com/2011/08/1994-11996_31.html

Leave a comment