ΚΙΝΗΤΟ ΤΑΡΑΝΤΟΥΛΑ
Σκόνταφτα τρέχοντας
μπροστά από βιτρίνες
φίλτρων ευφορίας.
Ακόμη μια selfie
και στο φόντο
πλήθος τυλιγμένο αχλή.
Στην αρχή, νόμιζα πως είχαν γιορτή.
Έπειτα πένθος.
Εντέλει ιεροτελεστία
δηλητηριώδους επαφής.
Συνέρρεαν σε παράταξη.
Αντί στεφάνων
κουβαλούσαν φορτιστές.
Αντί κεριών
αναμμένους φακούς κάμερας.
Αντί ψαλμών
ήχοι ειδοποιήσεων
από πληκτρολόγια φορτωμένα:
ντιν-ντιν, βζζζ, ταπ-ταπ.
Ένας νεαρός φίλησε την οθόνη του
σαν ευαγγέλιο.
Μια γιαγιά άφησε κωδικούς
κλειδωμένους σε χαρτί τουαλέτας.
Ένα παιδί ύψωσε το tablet του
φωνάζοντας φανατισμένα: «Like!».
Το πλήθος ανταπέδωσε «Αμήν».
Ρώτησα δειλά: «Ποιον τιμούμε;»
Κανείς δεν μίλησε.
Μόνο συνένωσαν τα δάχτυλα
σχηματίζοντας
σταυρό από κεραίες Wi-Fi.
Ο δήμαρχος στο βήμα
με ένα σκεβρό χαμόγελο copy-paste
είπε: «Αγαπητοί μου συμπολίτες
ευλογημένη η αιώνια σύνδεση.
Ας μη μείνει ποτέ
καμία οθόνη κλειστή».
Τρόμαξα όταν έσκυψαν όλοι μαζί
και γονατίζοντας
άγγιξαν τη ραγισμένη πέτρα.
Πλησίασα ζουμάροντας
στον δισταγμό
την περιέργεια
τον φόβο.
Στο κέντρο υψωνόταν το άγαλμα.
Μεταλλικό.
Γυαλιστερό.
Με πόδια αράχνης
γαντζωμένα στην πλατεία ολόγυρα.
Μια επιγραφή αναβόσβηνε φωτίζοντας εμφατικά
το όνομα της θεότητας:
«Κινητό ταραντούλα».
*
ΕΠΙΘΑΝΑΤΙΑ ΔΗΛΩΣΗ
Δεσμοφύλακας στα κάτεργα της ποίησης
ή, αν προτιμάτε, του λογοτεχνικού Αλκατράζ.
Τελευταία μου βάρδια:
Περίπολος στον διάδρομο βαρέων νοημάτων
προς καταμέτρηση στίχων αιτούντων άσυλο.
Κάπου εκεί ξεψύχησα.
Δεν ήξερα αν ο θάνατός μου
προήλθε από την πτέρυγα Άλφα ή Βήτα.
Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή.
Στην Άλφα οι παλιότεροι:
Διάσημοι, αλλόφρονες, πρώην ιδεολόγοι
καπνίζουν άφιλτρα μελαγχολίας.
Βήχουνε Βάρναλη και Μαγιακόφσκι
πίνοντας επανάστασης σφηνάκια.
Η σιωπή τους μοσχοβολάει αυτοκτονία.
Στη Βήτα οι νεότεροι:
Ωραίοι, γυμνασμένοι, καθαροί.
Ευγενικά ψυχροί έως επηρμένοι.
Φωτογραφίζουν εαυτούς σχεδόν συγκινημένοι
φορτώνοντας ποιήματα στα φορτηγά των likes.
Εγώ, περιπολώντας στο προαύλιο των λέξεων
έβγαζα βόλτα τη ζωή μου με λουρί, ενώ
τα σαρωμένα συναισθήματα, ανέπνεαν αιθάλη.
Όλα γαλήνια κι απλά
μέχρι που κάτι ανεφλέγη στο σκοτάδι.
Έμοιαζε στίχος. Διόλου τεχνητός. Ολοζώντανος.
Δεν είδα από ποια πτέρυγα δραπέτευσε
μα ήρθε καταπάνω μου στοχεύοντας με ακρίβεια
το κέντρο της καρδιάς μου.
Εκεί καρφώθηκε και έμεινε για πάντα.
Αν με ρωτήσετε για τον φονιά
ούτε ο χρόνος ήταν ούτε η θητεία
στους διαδρόμους της επίγειας κόλασής μου.
Ο δολοφόνος μου ήταν ένας στίχος.
Γυμνός, αληθινός, αλαργινός.
Ο πρώτος που δεν γράφτηκε για το κοινό.
Ο μόνος που έβαλε την ψυχή μου στο σημάδι.
Έτσι σημείωσα στο βιβλίο υπηρεσίας:
«Μπορεί η ποίηση να διασπείρει πλέον
χιλιάδες λόγια τεχνητής νοημοσύνης
μα κάποτε, έστω για μια στιγμή
υπαγορεύει συνείδηση θανάτου».
*Από τη συλλογή «Κινητό ταραντούλα», εκδ. Θράκα, 2026.
