Philip Levine (1928—2015), Τρία ποιήματα

A Theory Of Prosody

When Nellie, my old pussy
cat, was still in her prime,
she would sit behind me
as I wrote, and when the line
got too long she’d reach
one sudden black foreleg down
and paw at the moving hand,
the offensive one. The first
time she drew blood I learned
it was poetic to end
a line anywhere to keep her
quiet. After all, many morn-
ings she’d gotten to the chair
long before I was even up.
Those nights I couldn’t sleep
she’d come and sit in my lap
to calm me. So I figured
I owed her the short cat line.
She’s dead now almost nine years,
and before that there was one
during which she faked attention
and I faked obedience.
Isn’t that what it’s about—
pretending there’s an alert cat
who leaves nothing to chance.

Μια Θεωρία της Προσωδίας

Όταν η Νέλι, η γριά γατούλα μου,
ήταν ακόμα στην ακμή της,
καθόταν πίσω μου
καθώς έγραφα, και όταν η γραμμή
μάκραινε πολύ, άπλωνε
ξαφνικά το ένα μαύρο μπροστινό πόδι της κάτω
και την πατούσα της στο κινούμενο χέρι,
το προσβλητικό. Την πρώτη
φορά που έβγαλε αίμα, έμαθα
ότι ήταν ποιητικό να τελειώνεις
μια γραμμή οπουδήποτε για να την κρατήσεις
ήσυχη. Άλλωστε, πολλά
πρωινά είχε φτάσει στην καρέκλα
πολύ πριν καν ξυπνήσω.
Εκείνες τις νύχτες που δεν μπορούσα να κοιμηθώ,
ερχόταν και καθόταν στην αγκαλιά μου
για να με ηρεμήσει. Έτσι σκέφτηκα
ότι της χρωστούσα την κοντή γραμμή με τις γάτες.
Είναι νεκρή τώρα σχεδόν εννέα χρόνια,
και πριν από αυτό υπήρχε μια φορά
κατά την οποία προσποιούνταν την προσοχή μου
και εγώ προσποιούμουν την υπακοή.
Δεν είναι αυτό το θέμα;
Να προσποιείσαι ότι υπάρχει μια ξύπνια γάτα
που δεν αφήνει τίποτα στην τύχη;

*

A Sleepless Night

April, and the last of the plum blossoms
scatters on the black grass
before dawn. The sycamore, the lime,
the struck pine inhale
the first pale hints of sky.
An iron day,
I think, yet it will come
dazzling, the light
rise from the belly of leaves and pour
burning from the cups
of poppies.
The mockingbird squawks
from his perch, fidgets,
and settles back. The snail, awake
for good, trembles from his shell
and sets sail for China. My hand dances
in the memory of a million vanished stars.
A man has every place to lay his head.

Μια νύχτα αυπνίας

Απρίλης, και τα τελευταία άνθη δαμασκηνιάς
σκορπίζονται στο μαύρο γρασίδι
πριν την αυγή. Το πλατάνι, η φλαμουριά,
το χτυπημένο πεύκο εισπνέουν
τις πρώτες χλωμές νότες του ουρανού.
Μια σιδερένια μέρα,
σκέφτομαι, κι όμως θα έρθει
εκθαμβωτική, το φως
θα ανατέλλει από την κοιλιά των φύλλων και θα χύνεται
φλεγόμενο από τα φλιτζάνια
με τις παπαρούνες.
Το μικρό κοτσύφι κελαηδά
από τη φωλιά του, νευριάζει
και ηρεμεί. Το σαλιγκάρι, ξύπνιο
για πάντα, τρέμει μέσα από το καβούκι του
και σαλπάρει για την Κίνα. Το χέρι μου χορεύει
στη μνήμη ενός εκατομμυρίου χαμένων αστεριών.
Ένας άνθρωπος έχει κάθε μέρος για να ακουμπήσει το κεφάλι του.

*

A Woman waking

She wakens early remembering
her father rising in the dark
lighting the stove with a match
scraped on the floor. Then measuring
water for coffee, and later the smell
coming through. She would hear
him drying spoons, dropping
them one by one in the drawer.
Then he was on the stairs
going for the milk. So soon
he would be at her door
to wake her gently, he thought,
with a hand at her nape, shaking
to and fro, smelling of gasoline
and whispering. Then he left.
Now she shakes her head, shakes
him away and will not rise.
There is fog at the window
and thickening the high branches
of the sycamores. She thinks
of her own kitchen, the dishwasher
yawning open, the dripping carton
left on the counter. Her boys
have gone off steaming like sheep.
Were they here last night?
Where do they live? she wonders,
with whom? Are they home?
In her yard the young plum tree,
barely taller than she, drops
its first yellow leaf. She listens
and hears nothing. If she rose
and walked barefoot on the wood floor
no one would come to lead her
back to bed or give her
a glass ofwater. If she
boiled an egg it would darken
before her eyes. The sky tires
and turns away without a word.
The pillow beside hers is cold,
the old odor of soap is there.
Her hands are cold. What time is it?

Μια γυναίκα που ξυπνάει

Ξυπνάει νωρίς και θυμάται
τον πατέρα της να σηκώνεται στο σκοτάδι
και να ανάβει τη σόμπα με ένα σπίρτο
ξυμένο στο πάτωμα. Μετά μετράει το
νερό για τον καφέ και αργότερα τη μυρωδιά
που βγαίνειι από μέσα του. Τον άκουγε
να στεγνώνει κουτάλια και να
τα ρίχνει ένα ένα στο συρτάρι.
Μετά ήταν στις σκάλες
και πήγαινε για το γάλα. Έτσι σύντομα
θα βρισκόταν στην πόρτα της
για να την ξυπνήσει απαλά, σκέφτηκε,
με το χέρι του στον αυχένα της, να τρέμει
πέρα δώθε, μυρίζοντας βενζίνη
και ψιθυρίζοντας. Μετά έφυγε.
Τώρα εκείνη κουνάει το κεφάλι της,
τον διώχνει και δεν σηκώνεται.
Ομίχλη στο παράθυρο
και να πήζει τα ψηλά κλαδιά
των πλατανιών. Σκέφτεται
την κουζίνα της, το πλυντήριο πιάτων
να ανοίγει, το χαρτόκουτο
που έσταζε στον πάγκο. Τα αγόρια της
έφυγαν αχνιστά σαν πρόβατα.
Ήταν εδώ χθες το βράδυ;
Πού μένουν; αναρωτιέται,
με ποιον; Είναι σπίτι;
Στην αυλή της, η νεαρή δαμασκηνιά,
ελάχιστα ψηλότερη απ’ αυτήν, ρίχνει
το πρώτο της κίτρινο φύλλο. Ακούει
και δεν ακούει τίποτα. Αν σηκωνόταν
και περπατούσε ξυπόλητη στο ξύλινο πάτωμα,
κανείς δεν θα ερχόταν να την οδηγήσει
πίσω στο κρεβάτι ή να της δώσει
ένα ποτήρι νερό. Αν
έβραζε ένα αυγό, θα σκοτείνιαζε
μπροστά στα μάτια της. Ο ουρανός κουράζεται
και γυρίζει την πλάτη του χωρίς να πει λέξη.
Το μαξιλάρι δίπλα της είναι κρύο,
η παλιά μυρωδιά του σαπουνιού είναι εκεί.
Τα χέρια της είναι κρύα. Τι ώρα είναι;

*Μετάφραση: Στέλιος Καραγιάννης.

Leave a comment