Ο δρόμος ο μακρύς
που είναι του κόσμου ο δρόμος
περνάει από τον κόσμο όλο
που ‘ναι γεμάτος μ’ όλου του κόσμου τους ανθρώπους
για να μην αναφέρουμε όλες τις φωνές
των ανθρώπων όλων
που υπήρξαν ποτέ
Εραστές και θρηνολογούντες
παρθένες και κοιμώμενοι
πωλητές σάντουιτς και μακαρονάδας
γαλατάδες και ρήτορες
άκαμπτοι τραπεζίτες
και εύθραυστες νοικοκυρές
ντυμένες με νάιλον έπαρση
έρημοι ανδρών διαφημιστών
κοπάδια φοραδίτσες του λυκείου
πλήθη κολεγιόπαιδων
που όλοι τους ακατάπαυστα μιλούν
και τριγυρίζουν πέρα-δώθε
ή κρέμονται από τα παράθυρα
για να κοιτάξουν τι γίνεται
έξω στον κ΄σούμο
όπου τα πάντα συμβαίνουν
αργά ή γρήγορα
αν πράγματι συμβαίνουν
και ο δρόμος ο μακρύς
που ‘ναι ο πιό μακρύς ο δρόμος
του κόσμου όλου
μα που και τόσο μακρύς δεν είναι
όσο κανείς νομίζει
περνάει
μέσα από τις πόλεις όλες κι όλες τις σκηνές
κατηφορίζει κάθε μια αλέα
ανηφορίζει κάθε μια λεωφόρο
διασχίζει κάθε σταυροδρόμι
περνάει κόκκινα και πράσινα φανάρια
πόλεις λουσμένες στη λιακάδα
ηπείρους μέσα στη βροχή
πεινασμένα Χονγκ Κονγκ
ακαλλιέργητες Τουσκαλούσας
Ώκλαντς της ψυχής
Δουβλίνα της φαντασίας
Και ο δρόμος ο μακρύς
γυρίζει γύρω-γύρω
σαν ένα τεράστιο τσαφ-τσουφ τρένο
που ξεφυσάει σ’ όλο τον κόσμο
με τους σαματατζήδες επιβάτες του
και με μωρά και με πανέρια για πικ-νικ
και γάτες και σκυλιά
και μ’ όλους τους να αναρωτιούνται
ποιος είναι εκεί ψηλά
μέσα στην άμαξα μπροστά
που οδηγεί το τρένο
αν κάποιος πράγματι
οδηγεί το τρένο που στον κόσμο όλο γυρίζει
σαν να γυρίζει ο κόσμος όλος
και όλοι τους αναρωτιούνται
τι είναι ψηλά
αν είναι κάτι
και μερικοί γέρνουν έξω
με βλέμμα ερευνητικό
και προσπαθούν να ρίξουν
μια ματιά στον οδηγό
μέσα σ’ αυτήν την /άμαξα με το ‘να μάτι
και προσπαθούν να τον ιδούν
το πρόσωπό του να διακρίνουν
το μάτι του να αντιληφθούν
την ώρα που μια στροφή σαν σφαίρα παίρνει
αλλά ποτέ δεν γίνεται
αν και σπάνια μερικές φορές
φαίνεται
πως θα τα καταφέρουν
Και ο δρόμος συνεχίζει να στροβιλίζεται
το τρένο προχωρεί ουρλιάζοντας
με τα παράθυρά του να φτάνουν ψηλά
τα παράθυρά του παράθυρα
όλων των κτιρίων
στου κόσμου τους δρόμους όλους
και να εκσφενδονίζεται
μέσα στο φως του κόσμου
με σηματοδότες στα σταυροδρόμια
χαμένα φώτα να αναβοσβήνουν
πλήθη στα καρναβάλια
τσίρκα σε παραπήγματα
πορνεία και κοινοβούλια
ξεχασμένα συντριβάνια
πόρτες υπογείων και πόρτες ανεξερεύνητες
ανθρώπινες μορφές στο φως μιας λάμπας
χλωμά είδωλα να χορεύουν
καθώς ο κόσμος στροβιλίζεται
Μα τώρα ερχόμαστε
στο μέρος το μοναχικό του κόσμου
το μέρος του δρόμου
που κύκλους κάνει
το μέρος το μοναχικό του κόσμου
Κι αυτό δεν είναι ο τόπος
που αλλάζεις τρένα
απ΄την πλατφόρμα του Μπράιτον Εξπρές
Αυτός δεν είναι ο τόπος
που κάνεις οτιδήποτε
Αυτό είναι το μέρος του κόσμου
όπου τίποτα δεν γίνεται
όπου κανείς δεν κάνει
κάτι
όπου κανένας δεν είναι πουθενά
κανείς πουθενά
παρά μονάχα ο εαυτός σου
ούτε καν ένας καθρέφτης
για να γίνετε δυό
ούτε μια ψυχή
παρά μονάχα η δική σου
ίσως
και ακόμη και αυτή
δεν είναι εκεί
ίσως
ή όχι η δική σου
ίσως
διότι είσαι αυτό που λέγεται
νεκρός
έφτασες στον προορισμό σου
Αποβιβάσου
*Μετάφραση: Χρυσούλα Πατρώνου-Παπατέρπου
**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Οροπέδιο”, Τόμος4-Τεύχος 15, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2015.
