Ο διασπορικός χρόνος-χώρος του Γιώργου Αναγνώστου και η απελευθέρωση του ποιητή

Γιώργος Βασιλακόπουλος

Εγώ ο Γνώστης Αναγνώστης
από τη βαθιά ελληνική επαρχία
και τις υγρασίες του νότου διαπλασμένος
μαρτυρία εαυτού να συρράψω κατάφερα
ενάντια σε θύελλες εξουσίας αναγνώριση διεκδικώ
φωνή́ αντιτείνω
φωνήεντα και σύμφωνα μουσκεμένα
φορεμένα κατάσαρκα
κυρτός μεν μα ευχαριστημένος
στις γειτονιές του κόσμου
τα ταξιδεύω
με άλλων ανθρώπων προφορές σαν σμίγουν πολυφωνίας
συλλογική́ ανυπακοή́ – ω υπέροχη προοπτική́!
αρθρώνουν.


(Γιώργος Αναγνώστου, 8 Τόποι Διασπορικοί Τρόποι)

1: Ως διασπορικό, το βίωμα του Γιώργου Αναγνώστου τον τοποθετεί, σχεδόν απέξω, ως εξόριστο και ξένο, από την γλώσσα του. Το “σχεδόν” αναφέρεται στην αμεσότητα και την συμπύκνωση ενός μη λεκτικού αισθήματος του “όλου” της Ελληνικής, της γλώσσας του, η ένταση του οποίου τον συνεπαίρνει και τον καλεί με την αφωνία που προκαλεί. Άφωνος μια και, πριν μιλήσει με τις λέξεις της (του), η γλώσσα του ανταποκρίνεται στην εξορία του εξολοκλήρου ως το “όλο” ενός απέραντου βωβού πεδίου. Και είναι αυτό το “απέραντο” το οποίο, ως στιγμή διάρκειας, μεταφέρει ο Γιώργος Αναγνώστου στις λέξεις. Είναι τελικά το διασπορικό βίωμα αυτή η ελαστική στιγμή διάρκειας, ο χρόνος -χώρος μιας αμείωτης έντασης που μας αποξενώνει από τις λέξεις και μας φέρνει αντιμέτωπους με το απροσδιόριστο “όλο” της γλώσσας μέσω του οποίου ξαναμιλάμε (σ)τις οικείες λέξεις μας σαν από την αρχή;

2: Είναι άραγε αυτό το αίσθημα γενναίας ενατένισης του γλωσσικού πεδίου η επίπονη αποδοχή της γλώσσας από έναν διασπορικό ποιητή ως ένα δώρο άνευ (εθνικιστικών; ωφελιμιστικών;) όρων και προσδοκιών; Δώρο γιατί ακριβώς χαρίζεται σε έναν εξόριστο, σε έναν ξένο (Έρχεται προς την γλώσσα του η φεύγει από αυτήν; Μάλλον και τα δύο.) Μακριά πλέον από γνώριμους, έστω και βασανιστικούς, τόπους και αφηγήματα; Το ζητούμενο για τον Γιώργο Αναγνώστου δεν είναι πλέον τι λέει μέσα στην γλώσσα του με ποιήματα ως συνάξεις λέξεων και βραχνών ήχων. Το ζητούμενο μάλλον είναι εάν μπορεί να μιλήσει στις λέξεις επιστρατεύοντας την αίσθηση του “όλου” της γλώσσας στη φωνή του, η οποία είναι πλέον άφωνη κραυγή. Γιατί άραγε να ανταποκριθεί η γλώσσα αυτή σε έναν εξόριστο ξένο, τον ποιητή, ο οποίος έχει αποβάλει μια για πάντα τις εθνικιστικές μνήμες που την τρέφουν ως το οξυγόνο αυτών, οι οποίοι ακόμη και ως διασπορικοί, επιμένουν να μιλούν, και όχι να σιωπούν, ελληνικά; Έχοντας αποβάλει το “εμού” από το “την γλώσσα μου”, και πριν να οικειοποιηθεί τις οικίες λέξεις της, ο Γιώργος Αναγνώστου μεταφέρει στις λέξεις την γλώσσα ως σωματική ταραχή, ως βουβή κραυγή. Η γλώσσα τώρα είναι η πληγή μέσα στην οποία επιπλέουν οι λέξεις, όσες ακόμη αντέχουν.

3: Ταυτόχρονα όμως, και ακριβώς γιατί το σημείο ενατένισης του Γιώργου Αναγνώστου είναι το διασπορικό βίωμα ενός ποιητικού “είναι” το οποίο ενατενίζει διασπορικά τον ίδιο τον εαυτόν του, ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος και με την άλλη γλώσσα, την Αγγλική, που ποτέ δεν την βάραινε το “εμού” του, που δεν τον αναγνωρίζει, και που στη μη αναγνώρισή της φαντάζει ως ένα άλλο, σκοτεινό και αδιαπέραστο, “όλο”, το οποίο επικαλείται και εμπεδώνει την διασπορική αφωνία στην διασπορική φωνή που επιθυμεί να αρθρωθεί. Πώς μπορεί ο ποιητής να αντέξει την ένταση (της τρέλας;) να συνδυάσει με λέξεις, συνδυάζοντας τις ίδιες τις λέξεις, αυτά τα δύο απέραντα πεδία; Τα πεδία τα οποία εισβάλουν το ένα στο άλλο και τον διεκδικούν, με αφετηρία τους και προορισμό το συγκεκριμένο της εμπειρίας του; Την ένταση δηλαδή της “στιγμής” που είναι η στιγμή της διασταύρωσης διάρκειας του “όλου” δύο γλωσσικών πεδίων συμπυκνωμένων σε αίσθημα και αίσθηση, στιγμής που ορίζει την διασπορική εμπειρία ως κίνηση αλλά και παράλυση, φωνή και αφωνία; Η διασπορική εμπειρία του Γιώργου Αναγνώστου έχει για πυρήνα της την αίσθηση του χρόνου της διάρκειας της στιγμής η οποία λειτουργεί ως χρόνος-χώρος, ως ορίζοντας έντασης, στον οποίο οι δύο γλώσσες λειτουργούν σε ένα άλλο, εκστατικά τρίτο, αφαιρετικό και κοινό πεδίο καθοριζόμενο από την έλλειψη του “εμού”. Έχοντας ο ποιητής αφαιρέσει το “εμού” από την γλώσσα του και έχοντας, η άλλη γλώσσα, αφαιρέσει απριόρι το ῾όλο᾽ της από το ῾εμού᾽ του ποιητή, το κενό ῾εμού᾽ ανάγεται στο “εμού” του καινού το οποίο ορίζει την ποίησή του. Αυτή η διπλή κένωση είναι ο ποιητικός πυρήνας του Γιώργου Αναγνώστου, η ουτοπία του. Ο Γιώργος Αναγνώστου αντιλαμβάνεται ότι πρέπει να επωμισθεί το βάρος της ουτοπίας του για να απελευθερώσει την ουτοπία στην ίδια την γλώσσα η οποία δεν μπορεί να είναι τίποτε άλλο από το απέραντο που δωρίζεται στον ποιητή άνευ όρων παραδοχής και αποδοχής. Η ουτοπία λοιπόν του ποιητή είναι η εξορία του, η αποδοχή του διασπορικού “είναι” του ξένου, το “είναι” αυτού που μπορεί και ταξιδεύει σε τόπους χωρίς να χάνει την αίσθηση του άτοπου.


4: Για να συνδυάσει τα δύο γλωσσικά πεδία ο Γιώργος Αναγνώστου χρειάζεται να τους μεταφέρει την ουτοπία του. Υπάρχει λοιπόν διασπορική ουτοπία εντός της οποίας εμμένει με θάρρος να τοποθετείται ως εξόριστος, δηλαδή ως ποιητής, ο Γιώργος Αναγνώστου, και από την οποία ατενίζει τα απέραντα γλωσσικά πεδία ως την βασική προϋπόθεση της πυροδότησης της φωνής του ῾μουσκεμένη᾽ πλέον με την αφωνία. Ως ξένος στην γλώσσα του, δηλαδή ελεύθερος από τη μόνιμη εμπλοκή σε αστερισμούς γνώριμων λέξεων και πατροπαράδοτων προσδοκιών, ο Γιώργος Αναγνώστου κοιτά κατάματα την ξένη γλώσσα για να ανακαλύψει ότι στις λέξεις της, και πριν να γίνουν κατανοητές, πρέπει ο ποιητής να εντοπίσει την διασπορική τους, την αισθητική τους, γεύση (μπορούμε να γευτούμε τις λέξεις;) προξενώντας αστάθεια στον κυρίαρχο κόσμο τους.
Η ποίησή του λοιπόν είναι η συνάντηση δύο εξοριών, στο ίδιο πρόσωπο, αυτό του λάτρη της ουτοπίας. Ίσως αυτός είναι και ο λόγος που ο ποιητής κατέχεται από τον έμμονο φόβο: να μην προδώσω. Τι άραγε; Ίσως ο διασπορικός ποιητής προδίδει όταν επαναπαύεται νοσταλγικά στην γλώσσα του, όταν συμφωνεί και συμπίπτει με τις μνήμες και προσδοκίες που πλημμυρίζουν την γλώσσα και την διεκδικούν. Όμως η διασπορική εμπειρία ταράσσει την γλώσσα με την ουτοπική ασυμφωνία της εξορίας την οποία κουβαλά. Ως ποιητής ο Γιώργος Αναγνώστου παραμένει ακίνητος και μετέωρος έξω από τις γλώσσες του, αδιάκοπα τριγυρίζοντας γύρω από λέξεις αναμένοντας από αυτές κάποια νύξη ασυμφωνίας, μένοντας πιστός στο διασπορικό βίωμα. Η ουτοπία της αντίστασης είναι η αφή του με την οποία θωπεύει διασπορικές πλέον λέξεις, δηλαδή λέξεις οι οποίες κουβαλούν την εξορία. Ως ποιητής, εξόριστος και ξένος, πού άραγε “πατάει” και τι αφουγκράζεται; Πώς περνάει από την μια λέξη στην άλλη; Υπάρχει κίνδυνος να αφανιστεί στο κενό της διασπορικής ασυμφωνίας μεταξύ των λέξεών του; Είναι εκεί που συναντάμε την γλώσσα ως απέραντο πεδίο, αυτό εντός του οποίου οι ίδιες οι λέξεις, αναγνωρίζοντας την άφιξη του ποιητή, γίνονται διασπορικές, και ίσως διχάζονται. Ο ποιητής είναι ο αιώνια ξένος στην γλώσσα του γιατί τελικά ταξιδεύει μακριά από τις λέξεις στο κενό ανάμεσά τους, και παράλληλα στο κενό της καινής σιωπής ανάμεσα στις δύο γλώσσες. Ίσως το ερώτημα λοιπόν δεν είναι τι ακριβώς εννοούμε όταν μιλάμε με λέξεις, αλλά τι εννοούμε όταν μιλάμε στις λέξεις με το κενό ανάμεσά τους που είναι πάντα, ανεξάρτητα πόσες φορές επαναλαμβάνεται, το καινό της εισπνοής και της εκπνοής, το διασπορικό καινό της ουτοπίας, της ελευθερίας, και της αντίστασης. Από τη σκοπιά αυτής της ενδιάμεσης σιωπής οι λέξεις, και από τις δύο γλώσσες, είναι το ίδιο ξένες και διασπορικές, η υπόσχεση της άρθρωσης μια νέας φωνής χωρίς όρους, απαλλαγμένη από εφιάλτες.

5: Τι πρέπει να μεταφέρει κάποιος μέσα του για να τον πονέσει ο αντιστασιακός πόνος της ποίησης του Γιώργου Αναγνώστου, ο πόνος του βάρους της ουτοπίας; Στην ποίηση τελικά δεν γίνεται ο πόνος κοινός. Το κοινό γίνεται πόνος όταν δεν μπορούμε να το δωρίσουμε άνευ όρων γιατί πνίγεται από το νέφος και την α(να)σφάλεια των δεδομένων αφηγημάτων. Ως ποιητής όμως της διασπορικής εμπειρίας, η οποία είναι τελικά η ουτοπική εμπειρία της διασποράς κόσμων, ο Γιώργος Αναγνώστου γνωρίζει ότι η γλώσσα είναι δώρο που χαρίζεται εξ ολοκλήρου στους γνώστες του απέραντου, της ουτοπίας της αντίστασης, και ότι ως ποιητής οφείλει να επιμένει να την δωρίζει εξ ολοκλήρου (σε ποιους;). Είναι άραγε το χάρισμα αυτό ο ορισμός του ποιήματος; Για να δωριστεί όμως η γλώσσα πρέπει να μεταφερθεί στο πεδίο κάποιων λέξεων, ήδη γνώριμων. Πώς όμως μπορεί κάποιος να δωρίσει το οικείο, το καταχτημένο, όταν το δώρο είναι ξάφνιασμα, έκπληξη και ταραχή; Η ποίηση του Γιώργου Αναγνώστου ίσως και να είναι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Ως ποιητής πιστεύει στην γλώσσα με πόνο. Οι λέξεις είναι λέξεις όχι απλώς γιατί κουβαλούν νόημα αλλά γιατί πρωτίστως μετατρέπονται σε μορφώματα του πόνου, της επιμονής, της αποδοχής και του χαρίσματος άνευ όρων. Ο πόνος και η αντίσταση τις κάνουν λέξεις. Ο διασπορικός πόνος απελευθερώνει τον μετανάστη από την νοσταλγία της επιστροφής στην γλώσσα, και την επιθυμία της προσαρμογής σε μια άλλη κυρίαρχη γλώσσα ενός κυρίαρχου κόσμου, από το παρελθόν και το μέλλον, και του επιτρέπει να ανακαλύψει την διασπορική στιγμή ως χρόνο-χώρο, πέρα από “εθνικούς” χρόνους και χώρους, δηλαδή ως ελευθερία.
Ενώ η άμεση και συνειδητή παρουσία του στην εμπειρία είναι αναγκαία προϋπόθεση για να την αναγάγει σε “δικό” του βίωμα και να παλέψει μαζί του, δεν ισχύει το ίδιο και για την γλώσσα στο πεδίο της οποίας φαίνεται να καταργείται η μοναδικότητα. Ως μοναδικότητες είμαστε πάντα ξένοι και τυχαίοι στην γλώσσα μας. Παράλληλα όμως φαίνεται ότι η γλώσσα δωρίζει τον εαυτόν της σε κάθε έναν από εμάς ως μοναδικότητες, άνευ όρων. Όρους θέτουν όχι οι γλώσσες καθαυτές αλλά οι κάθε λογής εθνικισμοί. Είναι άραγε δυνατόν να αισθανθούμε την γλώσσα την στιγμή που μας δωρίζεται, και αν είναι δυνατό, θα ήταν μια τέτοια αίσθηση η μεταμόρφωση κάποιου σε ποιητή; Η αίσθηση θα προϋπέθετε κάποιο εμπειρικό/σωματικό πεδίο στο οποίο “παίζεται”, βιωματικά, η μοναδικότητά μας. Παράλληλα, το πεδίο αυτό θα επέτρεπε τη “συνάντηση” με την γλώσσα, όχι απλώς ως δεδομένη πραγματικότητα, αλλά ως δώρο. Δηλαδή θα επέτρεπε το “βίωμα” της γλώσσας ως όλο, ως απέραντο πεδίο, το οποίο μας χαρίζεται ως μοναδικότητα αλλά όχι αποκλειστικά σε εμάς, αλλά σε όλες τις μοναδικότητες. Τη στιγμή του χαρίσματος λοιπόν ήδη βρίσκομαι εντός της γλώσσας περικυκλωμένος με λέξεις αλλά και εκτός ενατενίζοντας την γλώσσα ως απέραντο πεδίο. Για την ποίηση του Αναγνώστου είναι το διασπορικό στοιχείο στην εμπειρία του που του επιτρέπει να ανακαλύψει την γλώσσα ως ένα απέραντο πεδίο το οποίο μας δωρίζεται άνευ όρων, ελεύθερα.

Leave a comment