Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Πυρρίχιος

magical_night_by_tahaalasari-d54e2dx

Μες στη σιωπή κοχλάζει ο χρόνος.

Στο άκουσμά της
αθέατα παφλάζουν οι παλίρροιες
οι ώρες περιστρέφονται διαρκώς
ξυπνούν κρυμμένοι ήλιοι

ανεξίτηλα πρόσωπα χορεύουν
στο κατώφλι της έκπληξης

Άννα Νιαράκη, Δύο ποιήματα

Artwork: Egon Schiele

Artwork: Egon Schiele

ιδαλγός

Είσαι γιος του ευγενούς χάους και της ανυπαρξίας
δεν μοιάζεις, περιφέρεσαι πιο πολύ 
απ’ όλους τους ομοειδείς σου
τροχιά ασυνήθιστη στο σύμπαν, ένας αλήτης αστεροειδής
που διασχίζει τις νύχτες ελλειπτικά τα όνειρά μου

και μου υπαγορεύει της ψυχής μου τον κωδίκελλο

όχι δεν είμαι κληρονόμος εγώ αστεροειδών, εκτελεστής είμαι
των τελευταίων επιθυμιών τους
τακτοποιώ τα ζητήματα της ύλης και διευθετώ την κατανομή 
του μαύρου

κρατάω τεφτέρι, κάθε 13,77 χρόνια, η επιθυμία αλλάζει
κάθε 13,77 χρόνια ξυπνώ κάθιδρη και σημειώνω ακατάπαυστα 
τα υπαγορευόμενα:
τόνοι αστρικής σκόνης εκεί
τόσα μεταλλεύματα εκεί
η ενέργεια σε ισόποσες δόσεις στον τάδε και στον δείνα
η λάμψη στον ουρανό – όλη
και το μαύρο, κάθε φορά το μαύρο
δικό μου

σαν ιερέας που ανακηρύσσει την ανεξαρτησία μου

***

μόνο τους αμετανόητους

Αυτές οι νύχτες είναι φτιαγμένες για έρωτα
γιατί χαλάμε τις ώρες μας;
γιατί υπομένουμε άχρηστες συζητήσεις
γιατί φοράμε τα ρούχα μας
γιατί ο ένας μακρυά ο ένας από τον άλλο παραμένουμε; 

αυτές οι ώρες δεν ξανάρχονται                                                                                                                  
αυτές οι ώρες που το φθινόπωρο υποχωρεί
δειλά σαν ντροπαλό φιλί στο μάγουλο

δεν ξανάρχονται μάτια μου
κι εμείς δεν θα είμαστε αιώνια νέοι

κι οι γέροι μόνο να νοσταλγούν ξέρουν
κι είναι νωρίς για να μετράμε τις απώλειες                                                                                               
είναι νωρίς καρδιά μου για να προσποιούμαστε
τους κατασταλαγμένους 

οι νύχτες δεν συγχωρούν τους δειλούς
μόνο τους αμετανόητους

*Δημοσιεύτηκαν στο ιστολόγιο της ποιήτριας Αντιποίηση. Εμείς τα πήραμε από το http://dreaming-in-the-mist.blogspot.fr/search/label/%CE%9D%CE%B9%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CE%B7%20%CE%86%CE%BD%CE%BD%CE%B1

Γρηγόρης Σακαλής, Οι άλλοι

cap41-253x300

Είναι μερικοί άνθρωποι
ίσως οι περισσότεροι
που ζουν για να βασανίζονται.
Παιδιά που δουλεύουν
γυναίκες κακοποιημένες
απλήρωτοι εργάτες
άνεργοι
τοξικομανείς
φυλακισμένοι για τις ιδέες τους
δεν έχει τέλος ο κατάλογος.
Ζουν την κόλαση επί γης
ο ήλιος
δεν βγαίνει γι’ αυτούς
μαύρες μέρες
διαδέχονται η μία την άλλη.
Ας μιλήσουμε γι’ αυτούς
φτάνει πια
με τα λουλούδια
και τους έρωτες
μη κλείνουμε τα μάτια
ας κάνουμε κάτι γι’ αυτούς
η ανθρωπιά εξανθρωπίζει.

Δημήτρης Τρωαδίτης, σαν εμμονή αιμορραγούσα

Artwork: garcia - 15

Artwork: garcia – 15

οι ερημιές κυριαρχούν παντού
στα πολύβουα εμπορικά κέντρα
στις λαϊκές αγορές
στις μεγάλες λεωφόρους
στις γιορτές των πολιούχων αγίων
στις ατραπούς της λησμοσύνης
στις αφύλακτες διαβάσεις

εκεί γλοιώδεις έμποροι
καρφώνουν το κεφάλι σου
τεμαχίζουν τις ανάσες σου
παζαρεύουν ακόμα κι αυτά τα ξέφτια σου
με εμπορικές ρήτρες
αλλά και μουσειακή έπαρση

εκεί σηκώνεις για λίγο το βλέμμα
μα κι αποστρέφεις τη θωριά σου
σαν εμμονή αιμορραγούσα.

εκεί αφήνεις το αίμα σου
σε πασσάλους
σε βωμούς
για την απόλυτη δόξα
των ιεροεξεταστών …

*Πρώτη δημοσίευση εδώ: http://inner.gr/1274

Έρμα Βασιλείου, Σκαλιά από σφαίρες

Unknown

Με πράσινα χρώματα
Κι ορίζοντα κόκκινο
Με τις καμπούρες των βουνών να περπατούν σκυφτά
Να μην έχουν ανάσα καμία
Λόγια που μπήκαν σε γυάλινα πιθάρια
Μέλι σφραγισμένα
Ώρες καλές καλάνεμες
Στα χώματα
Τσακώθηκαν τα χρώματα στο ποιο θα αμολήσει
Άλλο από τη σάρκα του
Μολύθηκε το καθαρό
Και πέρα από τα εφτάψυχα βιβλία
Δεν έχω πού να νοσταλγήσω
Να πατήσω

*Από τη συλλογή “Κρυπτογραφίες” στη Σειρά “Άμισθα χρόνια”.

Robert Wood
 reviews Omar Musa’s Parang

parang

Parang
by Omar Musa

Penguin, 2015

Omar Musa is something of a phenomenon. I mean that both in the demotic and the philosophical senses. Self-publisher, author of the successful novel Here Come the Dogs (longlisted for the Miles Franklin), lyricist with international hip hop outfit MoneyKat, Wikipedia subject. As demonstrated by the author photo in this book Parang, autobiographical promotional videos (‘Live and Direct from Kingsley’s Chicken’), comparisons to Junot Diaz and his sartorial style, Musa has made a career from ‘the street’.

Yet he is also from the elite – Canberra Grammar School, private prep school for politician’s boys, is his alma mater. Its old boys include six Rhodes Scholars, Kerry Packer and Gough Whitlam. His writerly image then is a fractal performance, for the public persona is only part of the story, which trades heavily on authenticity and realness. That frisson though is what gives his work energy; however, that dialectic, which is essentially a class conflict, is something we must be mindful of when we read his work.
Parang is a series of short to medium length prose poems. This is not poetry’s poetry, but prose’s poetry – short narratives marked by images and judicious line breaks. There is nothing syncopated or contrapuntal, no great difficulty in finding out the message in this medium. The only layout distinction is the oft-repeated placement of the last third of a poem on the lower half of a second page (once the first page is ‘full’). Other than that it is a straight man talking straight. Musa covers a lot of territory though.

The first section is composed of poems set in Malaysia, his fatherland. There are poems on many themes, including: family (‘Muhammed and Muhammed’ and ‘The Rotten Tooth’); history and the past more generally (‘A trance’); belonging (‘Collapsed Star’); animals and death (‘The Old Rooster’). Close attention is paid to the body and the physical but, thankfully, it is not lyrically saccharine. This is despite giving a good sense of what is happening. It evokes then without being evocative. This is because the work is essentially narrative rather than still portraiture, which means there need be propulsive momentum that could rob a lingering gaze. I found the wry, observant, rhythmic piece ‘Homeland’ to be a standout, but it also typifies some of the problems of an early work, which is evident in this book as a whole. For example, the phrase ‘brown shouldered woman’ is strikingly awkward, and the rhyming is sometimes overdone (sweet air//her hair). From this section though the phrase that resonated most for me though was from ‘The Parang and the Keris’, namely:

or with swish calligraphic
take a head
clean
off.

This is in part to do with the puncturing of the line break and the yoking of writing and violence together. But it is also because of a personal story: in what is now southern Malayasia my uncle’s father was murdered by Japanese soldiers in World War Two. When I was growing up my uncle used to recall how he found his father’s head on a spike not far from their family home when he was a boy, ‘about your age’. My connection to this part of the world, where my mother grew up, made reading the first section of Parang a moving experience. It brought to mind some of my own childhood memories, but what is interesting is how sectioned off Malaysia seems from the rest of this poetic world. Integrating it, like a neo Paul Gilroy, might be the next aesthetic challenge.

Section two has longer poems and is more global (‘Lost Planet’, ‘In Amsterdam’ and ‘Birds on the Bosphorus’) but the voice remains even and consistent. The third section is where Musa’s hip hop influence shows the most (see ‘My Generation’ in particular). It is rhymy, slangy, blingy, conscious. This is not only an observation of Musa’s work though, but also enables the reader to glimpse a symptomatic critique of the fetishised reification of authenticity. Parang is, after all, published by Penguin. No mean feat. Unlikely as it sounds, the urban, trading on realness, is starting to become a more pronounced form of official verse culture here. And that is possible because that is what the market wants, or rather that is what tastemakers perceive the market wants.

Hip hop, which trades most obviously on authentic performance and is the root of this work’s inner beat, is a certain language of the urban that seems at odds with the story of ‘Australia’. We might be a long way from Chris Wallace-Crabbe’s The Australian Nationalists, which analysed the Bulletin debates and the long 1890s decade, but Australian poetry is weighted rural in the contemporary imagination too, from Les Murray to Peter Rose to John Kinsella. Think the Banjo Patterson Bush Ballad Festival rather than the Slam Championship. Parang can be a challenge to that, that can be what it machetes away; not simply because of the identity politics of its author, but also because of the form and style of expression, which after all are never more than an extension of context. Despite being repetitive (which could just be consistency) and sometimes bordering on the banal (which could just be quotidian), and sometimes misperceiving insight for colonial braggadocio (which depends on how one sees the importation of hip hop as lexicon and organising principle), Parang is tight, and for that Musa should be applauded.

*Robert Wood has published work in Southerly, Overland, Plumwood Mountain and a variety of academic journals. He is currently completing a PhD at UWA and is a regular contributor to Cultural Weekly. His next book, heart-teeth light-bitten crownland, is due out from Electio Editions later this year. Website:
http://www.rdwood.org/

**Taken from Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

Ειρήνη Παραδεισανού, Θέλω να γράψω για τον πρόσφυγα

Mahmoud+Salameh+2

Θέλω να γράψω για τον πρόσφυγα
που ανεβασμένος στην κορφή της τύψης μου
με δείχνει με το δάχτυλο
που του ’καψαν τα ηλεκτροφόρα σύρματα
εκεί στην Ειδομένη.

Θέλω να γράψω για τον πρόσφυγα
που σπρώχνει τον αγκώνα μου να μην ενώσω τα χέρια με το σώμα.
Σε στάση προσευχής ίσως με ήθελε
να εκλιπαρώ τον Φοίβο.
Ίσως με ήθελε να σέρνω τη ματιά μου στους τυφλούς
να τους κουνώ τα χέρια
να παίρνω τα πλαστικά μέλη τους στη θέση της καρδιάς
στη θέση της καρδιάς να τα κολλήσω.

Θέλω να γράψω για τον πρόσφυγα
που έζησε όσα άνθρωπος αντέχει
και στέκεται τώρα ασάλευτη εικόνα
στην οθόνη
και με καρφώνει με το μαύρο του ματιού
καθώς αφήνει το χέρι του ξένου
να του ράβει το στόμα.

*Το ποίημα αυτό της Ειρήνης Παραδεισανού πρωτοδημοσιεύτηκε στον φιλόξενο Ποιητικό Πυρήνα στο http://ppirinas.blogspot.com/2015/12/blog-post_9.html?spref=fb απ’ όπου το πήραμε κι εμείς
Η Ειρήνη Παραδεισανού διατηρεί το ιστολόγιο Παρείσακτη στη διεύθυνση http://wwwpareisakth.blogspot.com
**Στις εικόνες δύο σχέδια του Mahmoud Salameh, πρόσφυγα από τη Συρία, ο οποίος πέρασε 17 μήνες σε κέντρο κράτησης στην Αυστραλία περιμένοντας να τού δοθεί άσυλο.

Mahmoud+Salameh

Θεόδωρος Μπασιάκος, Πέντε ποιήματα

Picture0735

ΑΝ ΗΞΕΡΕ…
( «Ζε σουί λ’ εγγονό ντ’ Εγγονό»

λέει ο Μπασιάκος ).

Ο Εγγονόπουλος

λέω,

αν ήξερε πως πήρε στο λαιμό του

τον φερέλπιδα νέο φαρμακοποιό (ή κάτι τέτοιο)

που οι δόλιοι γέροι μου περίμεναν να με καμαρώσουν

ίσως τότες 

δεν θα έγραφε την κοτσάνα ετούτη –

πως λίγη δώσαν και δίνουν σημασία στα ποιήματά του.

ΕΝΑΣ ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΜΠΑΣΙΑΚΟΣ…

Ουδεμία σχέση!

Εγώ είμαι ο ποιητής Μπασιάκος.

Κι’ από ’δώ, η κυρία γροθιά μου.

Συνεννοηθήκαμε πιστεύω.

ΡΑΚΙ


(στον Σταμπάκη)

Μ’ αρέσει να τα πίνω με τους σουρρεαλιστές

Είναι γερά ποτίρια

Εντελώς ρώσσοι

Αυτοί άμα πίνουν πίνουν για να μεθύσουν όχι μισές δουλειές

Αυτοί έκαναν την μία από τις δύο μεγάλες επαναστάσεις

του εικοστού αιώνα.

Ο Μπασιάκ ο μάγκας (χαίρετε!) 

τους βγάζει το φρανσουά βιγιονικό του καπέλο.

ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΤΙΣ ΤΣΕΠΕΣ, ΞΑΝΑ
(ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ)

Παραείμαι ίσως αψύς ως χαρακτήρας.

Η κουστουμιά του ποιητή

απάνω μου – σκέτη παραφωνία.

Καλά τα λέει ο Κρεμμύδας

στο προ-προτελευταίο τεύχος του «Μανδραγόρα».

Τους στίχους μου σκορπάω εδώ κι’ εκεί, στα καπηλειά

στον άνεμο

σ’ επιθεωρήσεις τέχνης
Κι’ ούτε που με νοιάζει κιόλας.

Είμαι ευχαριστημένος.

Απόψε φουμάρω μια καβαλίνα τρυφερή, ωραιότατη

κι’ απολαμβάνω αλύπητα το ηλιοβασίλεμα.

Μά την παναγία,

αυτή τη γη των προλετάριων πολύ την αγάπησα!

Εδώ λέω ν’ αφίσω τ’ αλήτικα κόκαλά μου!

AUCASSIN ET NICOLETTE MMXIV

Στην κόλαση μου πρέπει εμένα:

με τους μαχαιροβγάλτες

τους γλεντζέδες

και τις σουρλουλούδες,

με τους μουσικούς

και όλα τα καλά παιδιά –

να έχω όμως κι’ εσέ μαζί μου

(ω ακριβή μου φίλη!)

Ο παράδεισος:

μά το στραβό το μάτι μου, τί πλήξη!

Μαζί σου,

ας είναι, έρχομαι και στον παράδεισο! Να ’ρθώ!

(Κάλλιο όμως στην κόλαση).

—–

*Τα ποιήματα αυτά πρωτοδημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Φαρφουλάς”.
 Όπως λέει ο ποιητης, το τελευταίο κομμάτι είναι βεβαίως από μνήμης κι’ ίσως κομμάτι αυθαίρετη αντιγραφή της ερωτικής εξομολόγησης του ήρωα προς την ηρωίδα του ομώνυμου μεσαιωνικού ρομάντσου).

Αλέξανδρος Μηλιωρίδης, Τέσσερα ποιήματα

no6

κλεπταποδόχος

άκου αυτό,

στέλνω τις σκέψεις μου

πυραυλοκίνητα:

με όνειρα,

έχουν τους χάρτες

της ψυχής μου•

τώρα,

σε καυγάδες του δρόμου,

για σένα παλεύω

κορίτσι μου,

με σκιές καπνισμένες

και διοπτροφόρα

οπλισμένα παράσιτα:

περίμενε με,

ο μπάσταρδος

κλεπταποδόχος

συμφώνησε,

θα μου δώσει καλή τιμή

***

κουπόνι συνδρομής

σκόνη
οι άσχημες λέξεις σου,
κατάμαυρη,
τη ψυχή μου
σταδιακά σκέπασε,
ευτυχώς,
είχα κουπόνι συνδρομής
για τον παράδεισο,
άγγελοι ήρθαν μεταλλικοί
και την έσωσαν·

***

η μποτίλια

πάνω μου έχυσες,
αργά,

μπουκάλι

φτηνής σαμπάνιας,
ήμουν σχεδόν γυμνή
κι έπειτα
με κοίταξες και γέλασες,
αισθάνθηκα άσχημα·
και λίγο μετά,

την εξώπορτα έκλεισα
ήσυχα,
χαμογελούσα:

τη φάτσα σου σκεπτόμουν
όταν την μποτίλια

στο κεφάλι σου έσπαζα·

***

η γεωμετρία της ψυχής

Διάφανα φύλλα
και οι λέξεις πεταμένες
πάνω τους,
σχεδόν αόρατες:
η γεωμετρία της ψυχής του,
οι λέξεις της

*Από τη συλλογή “Ποιητικές τρύπες στο σκοτάδι”, ηλεκτρονική έκδοση 2013.

Ειρηναίος Μαράκης, Ο ποιητής

στην Κατερίνa

Ποιητής σ’ αυτή την πόλη
αχ να με δουλεύουν όλοι
και οι νέοι και οι γέροι
με φωνάζουνε Σεφέρη
άλλοι να με λεν’ αλήτη
κι άλλοι Ρίτσο και Ελύτη

(Μουσική/Στίχοι: Λογοθέτης Γιάννης & Βαγιόπουλος Πέτρος/Λογοθέτης Γιάννης)

ποτέ μην πεις σ’ ένα ποιητή
πως είναι ένας ποιητής με άποψη
με ρυθμό στο έργο του κι αισθήματα
θα το πάρει απάνω του, δεν ξέρεις,
οι ποιητές, πόσο εγωιστές είναι
να προσέχεις ιδιαίτερα τους σεμνούς
αυτούς που σκύβουν το κεφάλι
που χαμογελούν δειλά
κι ύστερα που ιστορίες φτιάχνουν
για να σ’ ευχαριστήσουν, άκου κι εμένα,
κάτι ξέρω περισσότερο, μη γελάς,
τα πάντα γίνονται ποίηση
μοναχικές νύχτες με πανσέληνο
η μπερδεμένη, γυναικεία ψυχολογία
– την αντρική να δεις, θα τρομάξεις –
ομάδες μεταναστών που ταξιδεύουν
μέσα στη φουρτουνιασμένη θάλασσα
παιδιά που επαιτούν στους δρόμους
η κοινωνική μας μοναξιά
προδομένοι έρωτες, χαμένα φιλιά
ο φόβος του πολέμου, η επανάσταση,
όλα μπορούν να γίνουν ποίηση
γι’ αυτό σου λέω, αγαπημένη
ποτέ μην πεις σ’ ένα ποιητή
πως είναι ένας ποιητής με άποψη
με ρυθμό στο έργο του κι αισθήματα
θα το πάρει απάνω του, κι ύστερα
με την πρώτη ευκαιρία, θα γράψει
ένα ποίημα, μια μικρή ιστορία
για να στην αφιερώσει, ναι γελάς,
το ξέρω, αυτός είναι ο στόχος
της ποίησης, δάκρυα να χαρίζει
και χαμόγελα.

8234c631dd85a1a0e628a846e5b1e3f9