Lucifugo, a diavolo in corpo, Στοίχημα Ανοιχτό

a2019

Ας ξαγρυπνούν στον ύπνο τους
κι ας ανησυχούν στον ξύπνιο τους
όλοι οι αφεντάδες
κι όλα τα μαντρόσκυλα
αυτού εδώ του κόσμου

Ολόκληρος μόλις τώρα
εξεκίνησε να καταρρέει

και τους πάντες θα εγκλωβίσει
μέσα στα χαλάσματά του

και τα πάντα θα παρασύρει
στο γρεμοτσάκισμά του

Για εμάς
για όλους τους κολασμένους
εδώ πάνω στη γη
αυτό είναι το μόνο στοίχημα
που πρέπει να κερδηθεί

Εκεί
στη ριζική απώλεια του ανθρώπινου
νέοι άνθρωποι να ξεπροβάλλουν

Άλλες κοινωνικές σχέσεις να γεννηθούν
μέσα στην οδύνη

Η κομμούνα

Last reading for 2015 – Saturday, 12 December – Emerald Hill Library

guer2

Poetic inspirations @ Emerald

Last reading for 2015

Saturday, 12 December

11.45am- 1.45pm
(Library closes at 2pm on Saturdays)

Chris Ringrose

Philton

Erma Vassileiou

and open mic

at Emerald Hill Library & Heritage Centre

195 Bank St.,
South Melbourne
(opposite South Melbourne Town Hall)

The room can seat up to 30 persons. There is a kitchen available to use, with the usual facilities, including crockery and a hot water urn. The room also has audio visual equipment and screen if it will be required.  
 
For more information:

– Dimitri Troaditis troaditisdimitris@gmail.com and/or 0432 094 342
– Emerald Library and Heritage Centre
Art & Heritage Programs | Arts & Culture 9209 6416

Χρίστο Μπότεφ, Η προσευχή μου

1452238_10200374511645737_1749197871_n

Ω θεέ της Δικαιοσύνης, Θεέ μου,

όχι, όχι εσύ του Πάνου Κόσμου,

μα εσύ μονάχα πού είσαι εντός μου,

μες στη βαθιά ψυχή μου, Θεέ μου!

Όχι, όχι εσύ, που γονατίζουν

μπρος σου οι καλόγεροι, οι παπάδες,

κ’ οι αγροίκοι ορθόδοξοι, λαμπάδες

σου ανάβουν και σε θυμιατίζουν.

Όχι εσύ, βέβαια, που ‘χεις πλάσει

τον άνθρωπον από πηλό,

και σκλάβο έχεις παντοτινό

το πλάσμα σου καταδικάσει.

Όχι εσύ, βέβαια, που ‘χεις χρίσει

πάπες, πατριάρχες, βασιλείς,

και στη μιζέρια, δυστυχείς,

τους αδελφούς μου έχεις αφήσει.

Εσύ όχι, που στον σκλάβο λες,

μ’ ελπίδες μόνο, ώσπου πεθαίνει,

ζώντας τον μάταιες, να υπομένει

με νηστείες και με προσευχές.

Όχι εσύ, Κύριε των αισχρών

τυράννων και των απατεώνων,

των ηλιθίων είδωλο μόνον

κι όλων, του ανθρώπου, των εχθρών.

Μα εσύ, του Λόγου θεέ, σιμά σου

μόνο που οι σκλάβοι αναγαλλιάζουν,

και που γοργά, αύριο, θα γιορτάζουν

οι λαοί, μαζί όλοι, τ’ όνομά σου!

Αγάπη ζώσα, στον καθένα

να εμπνεύσεις, για τη λευτεριά,
που, όπως μπορεί, να πολέμα

του λαού τους δήμιους ο καθένας.

Δυνάμωσε και το δικό μου

χέρι, που ο σκλάβος σαν ξεσηκωθεί,

στων πολεμάρχων τη γραμμή

να βρω κ’ εγώ τον θάνατό μου.

Κάμε, η φλεγόμενη καρδιά μου

μην κρυώσει εδώ, στην ξενιτειά,

και να μην ακουστεί η λαλιά μου

σάμπως μια βοή στην ερημιά.

*Aπό την “Ανθολογία Βουλγαρικής Ποιήσεως” του Αρη Δικταίου (1971, εκδόσεις Δωδώνη).

Δημήτρης Τρωαδίτης, Όλοι αποστρέφουν το βλέμμα

_._._c.n.couvelis

Όλοι αποστρέφουν το βλέμμα
απ’ τα μελλούμενα
τότε που η θεά οπτασία
θα έρχεται θριαμβεύουσα
και τα κεφάλια μας θα σέρνονται
στα βρώμικα πεζοδρόμια
που οι γυναίκες θα ντύνονται στα μαύρα
ηθελημένα και με σκοπό
εξορίζοντας τα άλλα χρώματα
που οι ώρες θα πέφτουν με έπαρση
στα πλακόστρωτα τα πεπαλαιωμένα
που σονέτα θα κοιτάζουν
να γλυτώσουν ασύνδετα
εν μέσω διασταυρούμενων πυρών
που δευτερόλεπτα θα σφυρίζουν
πέτρινα χρόνια στους κροτάφους μας
σφυρηλατώντας αιώνιες λατρείες
με χιτώνες μισητούς
κι έριδες φωτιάς
ξέμπλεα σωθικά θ’ απλώνονται
παραβγαίνοντας σ’ αγώνες δρόμου
ανάμεσα σ’ ανοιγμένους τάφους…

Κατερίνα Καρπούζη, Δύο ποιήματα

f52

Θυσίες

Κακό δεν θα πω για κανέναν
Μου φόρεσες τα πολύχρωμα
Και με έπιασες για χορό
Και στο πολύ το βήμα
Μου έλιωσαν τα γόνατα
Και για παπούτσια πια φορώ
Παλιά τετράδια
Στα κόκκαλά μου
Τρέμει πηχτό το αίμα σου
Το δάκρυ σου το φυλάω καιρό σε ένα μικρό
Πουγκί
Κακό δεν θα κάνω σε κανέναν
Μου φόρεσες τα μαύρα από ανάγκη
Να μη χαθώ στην πολυχρωμία
Μου έβαλες για ίσκιο το καπέλο σου
Και κόπηκα με ένα παλιό μαχαίρι
Όπως πρώτα
Θυμήθηκα τα έρημα οικόπεδα
Τις σιδεριές των υπογείων
Νεκρά σαλεύουν έρμαια
Και πάλι κακό δεν έκανα
Μόνο στυγνός δολοφόνος έγινα
Της ανυποψίας του
Το σκότωσα το χέρι μου
Και γράφω πια με το δεξί
Σαν ένα γνωστό έθιμο
Αποδεκατίστηκε η βούληση
Συμμάζεμα κοριών να καούν τα χρόνια
Πιο γρήγορα από τα χέρια
Πιο αργά από τις ψυχές
Λόγια δύσκολα θα πω
Που τα φοβούνται αρτιμελή χέρια
Στη τελική
Δεν πάθαμε και τίποτα
——————————————————————-

Βούτηξα λίγο το κεφάλι
Στο μελανοδοχείο
Και βουλιάξαν οι λέξεις
Το μόνο που μπορώ να γράψω
Είναι αυτό
Ξέχασα πια
Τι είμαι και τι κάνω
Μόνο παρέπεσαν έξω δύο – τρεις
Πνιγμένες φαίνονται
Ή κάνουν τις νεκρές
Ξέρεις αυτές είναι οι πιο επικίνδυνες
————————————————————-

mindances.blogspot.com

Percy Bysshe Shelley, Περί Ζωής

shelley-image

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας

ΕΝΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Αν η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού, τότε είναι σίγουρα πολύ πιο πολιτικό να ασχοληθούμε με την ποίηση ή και τη φιλοσοφία. Δυστυχώς, τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη δεν είναι άμεσα και αυτονόητα δεδομένες ως πολιτικός λόγος. Οι αίθουσες των catering και των εγκεκριμένων προϋπολογισμών χωρούν πολλούς «κρατικοποιημένους» ποιητές και πλήθος καθεστωτικών φιλοσόφων. Προς το παρόν. Γιατί οι εξουσίες δεν έχουν πραγματικούς φίλους και δικούς∙ μόνο συνεργάτες, που όταν δεν μπορούν πια να παράγουν ιδεολογία τούς πετούν στον δρόμο, χωρίς καν τις «νόμιμες αποζημιώσεις». Ποίηση και φιλοσοφία πράττουμε μόνον ως αυτόνομα, ανεπίτευκτα, ακατονόμαστα, αδιαβάθμητα υποκείμενα που στοχεύουν την αυτονομία, το ανεπίτευκτο, το ακατονόμαστο και το αδιαβάθμητο των άλλων. Και οι ριζικά πολιτικές αυτές πράξεις έχουν μια κάθετη προϋπόθεση: τη συνεχή αγωνία για το νόημα της ζωής και της ύπαρξης. Όχι τη συνεχή αναρώτηση, αλλά τη συνεχή αγωνία. Όταν αναρωτιέσαι για το νόημα της ζωής και της ύπαρξης, πραγματοποιείς το εφικτό. Όταν αγωνιάς, επιχειρείς το ανέφικτο, το πολιτικό. Τι νόημα έχει να δίνουμε εφικτές απαντήσεις στην κοινωνική αθλιότητα που δεν γνωρίζει όρια και προϋποθέσεις; Τι νόημα έχει να κατονομάζουμε την ευημερία ως υλική ευμάρεια; Η λογική της εξουσίας χρησιμοποιεί τα ονόματα ως σήματα σε άπειρους και άπειρα διασταυρωνόμενους δρόμους προς το ψεύδος. Ωστόσο, ακόμα και αυτή τη σημειολογική συνθήκη ‐για την οποία εργάζονται αρκετοί «ριζοσπάστες» διανοούμενοι‐ κάποτε την ξεπερνά.

Το κείμενο του Percy Bysshe Shelley είναι ένα από τα δοκίμια που σχεδίαζε και εγκατέλειπε, όταν έπρεπε να συνεχίσει με τα επιχειρήματα των απόψεών του. Αυτό που ήθελε να πει το είχε πει. Τα επιχειρήματα δεν ανήκαν σ’ αυτόν, αλλά στην τάξη της εξουσίας. Ας διαβαστεί με προσοχή. Περιέχει μερικές από τις ιδέες που συγκλόνισαν την σκέψη του δυτικού κόσμου. Ένα μόνο κείμενο κι αυτό ασυμπλήρωτο!

Η ΖΩΗ, ο κόσμος ‐ή όπως αλλιώς θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αυτό που είμαστε και νιώθουμε‐ είναι πράγμα καταπληκτικό. Η καταχνιά της οικειότητας μας κρύβει το θαύμα της ύπαρξής μας. Ορισμένες εφήμερες μεταβολές της μας αφήνουν κατάπληκτους, όμως το μέγα θαύμα είναι αυτή καθαυτή. Οι αυτοκρατορίες έρχονται και παρέρχονται, οι δυναστείες βουλιάζουν, παίρνοντας μαζί τους τις απόψεις που τις στήριζαν∙ τα θρησκευτικά και πολιτικά συστήματα γεννιούνται και σβήνουν. Μα τι είναι όλα αυτά μπροστά στη ζωή;

Τι είναι οι περιστροφές της σφαίρας που κατοικούμε, και οι λειτουργίες των στοιχείων που τη συνθέτουν, σε σχέση με τη ζωή; Τι είναι το σύμπαν των αστέρων και των ήλιων, ανάμεσα στα οποία συγκαταλέγεται ετούτη εδώ η γη, και τι είναι η κίνηση και το πεπρωμένο τους, σε σύγκριση με τη ζωή; Η ζωή, το μέγα ετούτο θαύμα, δεν μας καταπλήσσει επειδή είναι θαυμάσια αυτή καθαυτή. Και είναι προτιμότερο να μας οχυρώνει αυτή η οικειότητα για ό,τι είναι τόσο προφανές και τόσο ανεξιχνίαστο, παρά να εγκαταλειφθούμε σ’ έναν θαυμασμό που θα γνωρίσει και θα περιβάλει με στείρο σεβασμό τις λειτουργίες του αντικειμένου του.

Αν κάποιος καλλιτέχνης ‐δεν λέω πραγματοποιούσε‐ απλά συλλάμβανε την ιδέα ενός ανύπαρκτου ηλιακού συστήματος με αστέρες και πλανήτες, και μας το παρίστανε με λέξεις ή στον καμβά, το μαγικό θέαμα που μας παρέχει το νυχτερινό άμφιο του ουρανού, στολισμένο με τη σοφία της αστρονομίας, τι μεγάλος που θα ήταν ο θαυμασμός μας. Ή ακόμα‐ακόμα αν φανταζόταν το σκηνικό τούτης εδώ της γης: τα βουνά, τις θάλασσες και τα ποτάμια∙ το χορτάρι, τα λουλούδια, και τις αμέτρητες φυλλωσιές, τόσο διαφορετικές καθεμιά στο είδος της, και τα χρώματα που παίρνει ο ουρανός όταν δύει ο ήλιος κι ανατέλλει ο ήλιος, και τις αποχρώσεις της ατμόσφαιρας, θολές και ταραγμένες ή διαυγείς και γαλήνιες∙ όλα αυτά που μέχρι τότε δεν υπήρχαν, θα μας κατέπλησσαν πραγματικά, και δεν θα υπερβάλαμε αν αναφωνούσαμε για τον δημιουργό τους: Non merita nome di creatore, se non Iddio ed il Poeta [Κανείς δεν αξίζει το όνομα του δημιουργού εκτός από τον Θεό και τον Ποιητή]. Όπως, πόσο λίγος είναι ο θαυμασμός με τον οποίο τα περιβάλουμε τώρα! Και μήπως η συνείδηση του μεγαλείου τους δεν θεωρούμε πως χαρακτηρίζει τα εκλεπτυσμένα και άκρως εξαιρετικά άτομα; Το ανθρώπινο κοπάδι πολύ λίγο ενδιαφέρεται γι’ αυτά. Έτσι είναι το πράγμα με τη ζωή, που αγκαλιάζει τα πάντα.

Τι είναι ζωή; Σκέψεις κι αισθήματα ‐θελητά ή αθέλητα‐ εγείρονται μέσα μας και γυρεύουμε τις λέξεις για να τα εκφράσουμε. Γεννιόμαστε, και δεν θυμόμαστε τη γέννησή μας, και μόνο θραύσματα των παιδικών μας χρόνων απομένουν στην μνήμη μας. Μεγαλώνουμε, κι όσο μεγαλώνουμε τόσο πιο ακατανόητη μας γίνεται η ζωή. Είναι μάταιο να σκεφτούμε πως οι λέξεις θα μπορούσαν να διαπεράσουν το μυστήριο της ύπαρξής μας! Όσο πιο σωστά τις χρησιμοποιούμε, τόσο πιο προφανή καθιστούν την άγνοιά μας για τους εαυτούς μας. Διότι τι είμαστε; Από που ερχόμαστε; Πού πηγαίνουμε; Είναι η γέννηση η πρώτη αρχή; Είναι ο θάνατος το κλείσιμο της ύπαρξής μας; Τι είναι γέννηση και θάνατος;

Οι πιο καλοδουλεμένες αφαιρέσεις της λογικής τροφοδοτούν μιαν άποψη για τη ζωή, η οποία, μολονότι εκπλήσσει αρχικά την σκέψη, κατασβήνεται εν τέλει από τη συνεχή επανάληψη των λογικών αρχών που την γέννησαν. Οι λογικές κατασκευές, αφαιρούν, ούτως ειπείν, την πολύχρωμη αυλαία από την σκηνή των πραγμάτων. Ομολογώ πως ανήκω σ’ εκείνους που δεν μπορούν να στερήσουν τη συγκατάθεσή τους στο συμπέρασμα των φιλοσόφων, οι οποίοι μας διαβεβαιώνουν πως δεν υπάρχουν παρά μόνο τα πράγματα που βλέπουμε.

Είναι μια κρίση την οποία ενάγουν όλες οι πεποιθήσεις μας, και χρειάζεται να περάσουμε από μακρά ακροαματική διαδικασία, πριν καταστούμε ικανοί να αποφανθούμε πως ο συμπαγής, απτός, υλικός κόσμος των εξωτερικών αντικειμένων είναι «πλασμένος από το υλικό που πλάθονται τα όνειρα». Οι εντυπωσιακοί εξωφρενισμοί της εκλαϊκευμένης φιλοσοφίας στο ζήτημα του πνεύματος και της ύλης, οι μοιραίες συνέπειές τους στα ήθη, και ο βίαιος δογματισμός τους σχετικά με την προέλευση όλων των πραγμάτων, με οδήγησαν αρχικά στον υλισμό. Αυτός ο υλισμός είναι ένα σύστημα που αποπλανεί εύκολα τα νεαρά και τα ρηχά πνεύματα. Παρέχει στους οπαδούς του τη δυνατότητα να μιλούν χωρίς να σκέπτονται. Με την πρώτη ευκαιρία, απαλλάχθηκα από μια τέτοια άποψη για τα πράγματα∙ ο άνθρωπος είναι ύπαρξη που ατενίζει μόνο τα υψηλά, «στρέφει το βλέμμα του στο πριν και στο μετά», «οι σκέψεις του περιπλανούνται στην αιωνιότητα», αποστρέφεται κάθε συμμαχία με το πρόσκαιρο και την αποσύνθεση: δεν μπορεί να φανταστεί τον αφανισμό του∙ υπάρχει μόνο στο μέλλον και στο παρελθόν∙ υπάρχει, όχι ως αυτό που είναι, αλλά ως αυτό που ήταν και αυτό που θα είναι. Όποιος κι αν είναι ο πραγματικός τελικός προορισμός του, υπάρχει μέσα του ένα πνεύμα που μαίνεται κατά του μηδενός και του αφανισμού. Αυτός είναι ο χαρακτήρας της ζωής και της ύπαρξης. Καθένας είναι ταυτόχρονα το κέντρο και η περιφέρεια, το σημείο στο οποίο αναφέρονται όλα τα πράγματα, και η γραμμή όπου κινούνται τα πάντα. Σκέψεις σαν τις παραπάνω, ο υλισμός και η εκλαϊκευμένη φιλοσοφία για το πνεύμα και την ύλη τις χαρακτηρίζει απλά ιδεαλιστικές.

Είναι παράλογο να μπούμε σε μια μακρά ανακεφαλαίωση επιχειρημάτων αρκετά οικείων σ’ εκείνα τα ερευνητικά πνεύματα, στα οποία μόνον οι συγγραφείς που ξέρουν να είναι δυσνόητοι διανοούνται να απευθυνθούν. Η πιο καθαρή και ρωμαλέα ίσως κατάθεση του ιδεαλιστικού συστήματος μπορείς να βρεθεί στα Ακαδημαϊκά Ερωτήματα [Academical Questions] του Sir William Drummond. Μετά από αυτήν την έκθεση, θα ήταν άσκοπο να μεταφράσουμε σε άλλες λέξεις αυτό που θα χάσει όλη την ενέργεια και τη λεπτή ισορροπία του, αλλάζοντας. Τα πιο διεισδυτικά πνεύματα, εξετάζοντάς σημείο προς σημείο και λέξη προς λέξη την εν λόγω έκθεση, δεν κατόρθωσαν να διακρίνουν στη συλλογιστική διαδοχές ιδεών που να μην οδηγούν αναπόφευκτα στο ίδιο συμπέρασμα.

Τι συνεπάγεται αυτή η παραδοχή; Δεν εγκαθιδρύει κάποια καινούργια αλήθεια, δεν μας δίνει μιαν εναλλακτική όψη της κρυμμένης φύσης μας, ούτε των ενεργειών ούτε αυτής καθαυτής. Η φιλοσοφία, βιάζεται να οικοδομήσει, αλλά έχει ακόμα πολλή δουλειά να κάνει, ξεριζώνοντας τα αγριόχορτα των αιώνων. Ένα βήμα κάνει προς το αντικείμενό της∙ καταστρέφει την πλάνη και τις ρίζες της πλάνης. Αφήνει αυτό που συχνά είναι χρέος του πολιτικού και ηθικού αναμορφωτή να αφήνει: ελεύθερο χώρο. Ανάγει το πνεύμα σ’ εκείνη την ελευθερία που θα έπρεπε ήδη να απολαμβάνει, αν δεν ήταν η εσφαλμένη χρήση των λέξεων και των σημείων, των οργάνων της ίδιας της δημιουργίας του. Λέγοντας «σημείο», εννοώ βέβαια αυτό που εν γένει αντιλαμβανόμαστε με το συγκεκριμένο όνομα ‐συμπεριλαμβανομένης της κοινής χρήσης του όρου‐ αλλά και αυτό που εγώ παραδόξως εννοώ. Με την τελευταία έννοια, σχεδόν όλα τα οικεία αντικείμενα είναι σημεία, που αντιπροσωπεύουν όχι μόνον τους εαυτούς τους, αλλά και πολλά άλλα, με την ικανότητά τους να εισάγουν μια σκέψη η οποία οδηγεί σε μια διαδοχή σκέψεων. Όλη μας η ζωή είναι μια εκπαιδευτική διαδικασία με αλλεπάλληλες πλάνες.

Ας ανακαλέσουμε για μια στιγμή στην μνήμη μας τι νιώθαμε όταν ήμασταν παιδιά. Πόσο σαφής και έντονη ήταν η αίσθηση που είχαμε για τον κόσμο και τους εαυτούς μας! Τότε βρίσκαμε ενδιαφέρουσες ένα σωρό περιστάσεις της κοινωνικής ζωής, που σήμερα δεν τους δίνουμε καν σημασία. Δεν είναι όμως σ’ αυτή τη διαφορά που θέλω να επιμείνω. Λιγότερο συχνά διακρίνουμε όλα όσα βλέπουμε και αισθανόμαστε από τους εαυτούς μας. Μοιάζουν, ούτως ειπείν, να συνιστούν μια ομοιογενή μάζα. Από αυτήν την άποψη, υπάρχουν άτομα που μένουν πάντα παιδιά. Όσοι αποτελούν υποκείμενα της κατάστασης που ονομάζουμε ονειροπόληση, νιώθουν σαν να εισχωρεί και να σβήνει η ύπαρξή τους στον κόσμο που τους περιβάλλει, ή σαν να απορροφά η ύπαρξή τους αυτόν τον κόσμο.

Δεν έχουν συνείδηση καμιάς διάκρισης. Τέτοιες είναι οι καταστάσεις που προηγούνται, ή συνοδεύουν, ή ακολουθούν μια συνήθως έντονη και ζωντανή εκτίμηση της ζωής. Καθώς οι άνθρωποι μεγαλώνουν, αυτή η δύναμη χάνεται μέσα τους, και μεταβάλλονται σε μηχανικά, συνηθισμένα εκτελεστικά όργανα. Έτσι, τα αισθήματα και οι συλλογισμοί είναι το σύνθετο αποτέλεσμα ενός πλήθους περίπλοκων σκέψεων, και μιας σειράς αυτού που ονομάζουμε εντυπώσεις, οι οποίες καλλιεργούνται με την επανάληψη.

Η όψη της ζωής που παρουσιάζουν τα λεπτότερα επεξεργασμένα συμπεράσματα της ιδεαλιστικής φιλοσοφίας, είναι η ενότητα. Τίποτα δεν υπάρχει παρά μόνο αν είναι αντιληπτό. Η διαφορά ανάμεσα στις δύο τάξεις διανοημάτων, που διακρίνουμε με τα ονόματα «ιδέες» και «εξωτερικά αντικείμενα», είναι απολύτως ασήμαντη. Ακολουθώντας τον ίδιο συλλογιστικό μίτο, η ύπαρξη διακριτών, ατομικών πνευμάτων, συμπεριλαμβανομένων αυτών που είναι απασχολημένα με την έρευνα για την ίδια τους τη φύση, δεν μας οδηγεί παρά σε μια παραίσθηση. Οι λέξεις, εγώ, εσύ, αυτοί, δεν είναι σημεία κάποιας πραγματικής διαφοράς που υπόκειται του συνονθυλεύματος των διανοημάτων, τα οποία διακρίνονται με τα παραπάνω ονόματα, αλλά απλά σημάδια κατασκευασμένα για να δηλώνουν τους διαφορετικούς τροπισμούς τού ενός πνεύματος.

Ας μην συμπεράνει ο αναγνώστης πως αυτή η διδασκαλία εισάγει την τερατώδη υπόθεση πως εγώ, το πρόσωπο που τώρα γράφει και σκέφτεται, είναι το ένα αυτό πνεύμα. Δεν είμαι παρά ένα μέρος του. Οι λέξεις εγώ και εσύ και αυτοί είναι γραμματικές συμβάσεις, που επινοήθηκαν για να διευκολύνουν τους κανόνες, και απολύτως απαλλαγμένες από κάθε αίσθηση βίαιου αποκλεισμού, που συνήθως τους αποδίδουμε. Είναι δύσκολο να βρούμε όρους ικανούς να εκφράσουμε την λεπτή ιδέα που μας χάρισε η ιδεαλιστική φιλοσοφία. Βρισκόμαστε στο χείλος εκείνου του γκρεμού, όπου οι λέξεις μας εγκαταλείπουν, και δεν είναι άξιο θαυμασμού το γεγονός πως ζαλιζόμαστε κοιτάζοντας κάτω, στην σκοτεινή άβυσσο, που τόσο λίγο γνωρίζουμε!

Κανένα σύστημα δεν μπορεί να μεταβάλλει τις σχέσεις των πραγμάτων. Με τη λέξη «πράγμα» θα πρέπει να αντιληφθούμε κάθε αντικείμενο σκέψης, σαν να λέμε, κάθε διανόημα πάνω στο οποίο δημιουργείται κάθε άλλο διανόημα, με μια πράξη διάκρισης. Οι σχέσεις τους, ωστόσο, παραμένουν οι ίδιες. Να, λοιπόν, ποιο είναι το υλικό των γνώσεών μας.

Ποια είναι η αιτία της ζωής; Σαν να λέμε, πώς παράχθηκε, ή ποιοι παράγοντες ξεχωριστοί από τη ζωή ενέργησαν ή ενεργούν πάνω της; Όλες οι γνωστές μας γενιές των ανθρώπων καταπιάστηκαν με την επίμοχθη απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα∙ το αποτέλεσμα ήταν πάντα: Θρησκεία. Είναι απολύτως προφανές πως βάση όλων των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι ο νους, όπως ισχυρίζεται η εκλαϊκευμένη φιλοσοφία. Ο νους, στον βαθμό που η εμπειρία μας δείχνει κάποιος από τις ιδιότητές του –αλλά και πέρα από αυτήν την εμπειρία‐ δεν συνιστά καν αντικείμενο διαλόγου, σχετικού με την προέλευση των πραγμάτων. Έχει, επίσης, ειπωθεί πως είναι η αιτία. Αλλά η αιτία είναι μόνο μια λέξη που εκφράζει μια δεδομένη κατάσταση του ανθρωπίνου νου, σχετική με τον τρόπο με τον οποίο δύο σκέψεις εκτιμάται πως σχετίζονται μεταξύ τους. Όποιος θέλει να διαπιστώσει την ανεπάρκεια της εκλαϊκευμένης φιλοσοφίας επί του μεγάλου αυτού ζητήματος, ας συλλογιστεί αμερόληπτα πάνω στον τρόπο με τον οποίο οι σκέψεις αυτο‐ δημιουργούνται στον νου του. Είναι απολύτως απίθανο να είναι αιτία του νου, της ύπαρξης –ούτως ειπείν‐ ο ίδιος ο νους.

Jacques Prévert, Ο χαμένος χρόνος

Μπροστά στην πόρτα του εργοστασίου

ο εργάτης σταματάει ξαφνικά

o ωραίος καιρός τον τράβηξε απ’ το σακάκι

κι όπως γυρίζει

και τον ήλιο ατενίζει

όλον κόκκινο όλον στρογγυλό

να χαμογελάει μέσα στον ουρανό του από μόλυβδο

κλείνει το μάτι

με οικειότητα

Για πες λοιπόν σύντροφε Ήλιε

δεν βρίσκεις

πως είναι μάλλον μαλακία

να δίνεις μία τέτοια ημέρα

σε ένα αφεντικό;

*Από τη συλλογή “Paroles” 1946