Για τον Άρη Ταστάνη

10312348_1467775260166294_6438245700734694747_n

Πέρασε ένας χρόνος.
Και είναι σαν ήτανε χτες που έφυγε ,
αναπάντεχα, την Παρασκευή 20-9-2013 
για τις γειτονιές των κατατρεγμένων και αλαφροισκιωτων αυτού του κόσμου, που τόσα ποιήματα είχε γράψει
ο Αρης Ταστάνης, ο φίλος μας, ο σύντροφος, ο συναγωνιστής, ο αδερφός μας,
 ένας μεγάλος καταπληκτικός άνθρωπος, 
ένα μεγάλο χαμόγελο, 
μια μεγάλη αγκαλιά.

Ο ποιητής Αρης Ταστάνης ,ίσως ο σπουδαιότερος ποιητής με αναπηρία στην Ελλάδα. 
Τυχεροί όσοι τον γνώρισαν, όσοι έζησαν μαζί του, όσοι μοιράστηκαν μαζί του 
χαρές, λύπες, γέλια ,τραγούδια, γλέντια, χορούς, ταξίδια, ξενύχτια, ντουμάνια και γεμάτα τασάκια με αποτσίγαρα, άδεια μπουκάλια με αλκόλ και σπασμένα ποτήρια, όσοι ήπιαν καφέ και έπαιξαν μαζί του τάβλι κάτω από την κληματαριά στην φιλόξενη αυλή στη Τερψιθέα, όσοι μαζί του είδαν την ανατολή στο καράβι που τον πήγαινε στην αγαπημένη του Μυτιλήνη, φίλοι που έφυγαν νωρίς, ανεκπλήρωτοι και προδομένοι έρωτες, δάκρυα, όνειρα, ελπίδες, ,ατελείωτες συζητήσεις, συγκρούσεις, διαδηλώσεις, υποσχέσεις για το αύριο, υποσχέσεις για έναν καλύτερο κόσμο. 

Ο Αρης δεν ζήτησε ποτέ τίποτα, 
μόνο έδινε
, έσκαβε 
απλόχερα, το παράδειγμα 
ότι μόνο με αγώνα θα αλλάξουν τα πράγματα ότι μόνο με μάχες θα έρθουν καλύτερες μέρες. 
Ο Αρης έφυγε ξαφνικά, 
κοινώς μας την έκανε,
 μας τσάντισε, μας θύμωσε,
 λες και πήγε μια βόλτα να πιει ένα καφέ και όπου να ναι θα ξανάρθει. 
Άφησε πίσω του ένα μεγάλο πολύ βαρυ σημαντικό ποιητικό έργο, ανήκει σε όλους τους αγαπημένους του συνταξιδιωτες στο όνειρο.

Απο τις πρωτες κριτικες της δουλειάς του απ΄π τον μεγαλο ποιητή Τάσο Λειβαδιτη.

Εφ. ΑΥΓΗ: (Κυρ. 13 Απρ. 1980)

{…μεστός και ανανεωμένος παρουσιάζεται ο Α.Τ. με το τέταρτο βιβλίο του…
Φυσικά την πορεία του την είχε χαράξει από την πρώτη κι όλας συλλογή του με πυξίδα που να δείχνει πάντα τη μεγάλη και σκληρή εποχή μας.
Τους μακρόχρονους αγώνες του λαού μας για ελευθερία, το μόχθο των ταπεινών, τα δάκρια των καταφρονεμένων, αλλά συγχρόνως και την ελπίδα στη ζωή και το μέλλον, που σ’ αυτό το βιβλίο του παίρνουν πλατύτερες διαστάσεις:


<>.

<>.

<>.

Ο «ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ» του Ταστάνη, δεν είναι μόνον οι απόμερες γωνιές της Αθήνας, αλλά όλου του κόσμου. 
Κι οι άνθρωποι, στην πιο ακραία τους καθημερινότητα, αλλά και στο πιο λαμπρό μεγαλείο τους συνωστίζονται μες στις σελίδες του: εργάτες, λαϊκοί αγωνιστές, άτομα δυστυχισμένα, αποκλεισμένα, όμως με αξιοπρέπεια και περηφάνια παλεύουν για το δικό τους αύριο!

<>.

Ο «ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ» του ποιητή διαθέτει ό,τι καλύτερο έχει το ανθρώπινο στοιχείο: ειλικρίνεια, ευψυχία, δύναμη, ευαισθησία, ιδανικά.
Όλα αυτά που συναντάει κανείς λίγο μακρύτερα απ’ τις ολόφωτες και άψυχες βιτρίνες των μεγαλουπόλεων.
Ακόμα κι ο πόνος είναι γεμάτος καρτερία:

<>.

Ακριβώς όμως επειδή ο νεαρός ποιητής παρουσιάζει μια τέτοια αναμφισβήτητη εξέλιξη , πρέπει και η κριτική να επισημάνει κάποιες αδυναμίες του, όπως η περιττολογία κι η εύκολη αισθηματικότητα καμιά φορά.
Αν ο Ταστάνης πυκνώσει το λόγο του και του αφαιρέσει κάθε περιττό, είναι βέβαιο ότι θα δώσει ποίηση υψηλής στάθμης.
Γιατί κι εδώ , όπου κατορθώνει ν’ αποδεσμεύεται απ’ το περιττό, μας χαρίζει μικρά κείμενα υποδειγματικά:

<>.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ (Ποιητής)


Η ΑΥΓΗ 20-9-2014
Για τον ΑΡΗ ΤΑΣΤΑΝΗ.
΄Εφερε το αποτύπωμα των αξιών της Αριστεράς
Καθώς τις μέρες αυτές κλείνει ένας χρόνος από τον ξαφνικό θάνατο του Άρη Ταστάνη, σκέφτομαι ότι υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να θυμόμαστε συχνά τον Άρη.
Ένας προφανής λόγος είναι το πείσμα του. Χτυπημένος από μια σκληρότατη μοίρα, ο Άρης έζησε παρ’όλα αυτά προσηλωμένος με πείσμα στην τέχνη, τη δημιουργία και τον αγώνα. Η τέχνη και η δημιουργία για τον Άρη ήταν ένα ολόκληρο σύμπαν μέσα στο οποίο κινούταν με γνώση και με πάθος. Διαβάσματα, βιβλία, ιστορίες και λεπτομέρειες, και η συνεχής άσκηση της γραφής. Νομίζω ότι ο Άρης – παρ’όλο που είχε πλήρη συνείδηση του άνισου αγώνα που έδινε – είχε αποφασίσει να μην παραιτηθεί, να φτιάξει ένα δικό του κόσμο δημιουργίας και επικοινωνίας. Και τον έφτιαξε. Όχι με την αγωνία της υστεροφημίας, αλλά με την ανάγκη να νοηματοδοτήσει μια ζωή που ήταν αρκετά νωρίς φανερό ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολη.

Σκέφτομαι επίσης τον Άρη σα σύντροφο. Ο Άρης ήταν ένας από τους συντρόφους (και τις συντρόφισσες, φυσικά) που ήταν πάντα εκεί και που ξέρεις ότι θα είναι πάντα εκεί. Τους συντρόφους που δε στελεχώνουν τις κεντρικές επιτροπές ή τα κομματικά όργανα, που δεν είναι επαγγελματικά στελέχη, αλλά είναι σταθεροί στις επιλογές τους, παρόντες στις καλές και τις κακές στιγμές του κινήματος. Που οι ανάγκες τους ξεπερνούν την τρέχουσα ανάλυση της καθοδήγησης. Που κουράζονται και αδιαφορούν για την ατελείωτη εσωκομματική ίντριγκα. Τους συντρόφους δηλαδή που αποτελούν τη ραχοκοκκαλιά του ιστορικού ρεύματος της ελληνικής Αριστεράς.

Για τον Άρη η ένταξη στην Αριστερά ήταν μια βαθιά ανθρωπιστική επιλογή. Η βασική πηγή της έμπνευσής του – τόσο στην ποίηση όσο και στην κοινωνική του δράση – ήταν οι αγώνες των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Η αγωνία του για το κίνημα της κοινωνικής απελευθέρωσης αποτυπωνόταν στα διαβάσματά του και τη βαθιά γνώση της ιστορίας των κοινωνικών αγώνων όπου γης. 

Ήταν τύχη αγαθή που τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ζώντας στα νότια προάστια, ο Άρης συνδέθηκε με τον αγώνα της υπεράσπισης του Ελληνικού και της πρόσβασης στην παραλία του, ένα υποδειγματικό αγώνα που συμπύκνωνε τις αξίες και τα νοήματα που ενέπνευσαν και τον Άρη σε όλη του ζωή. Οι “ανυπότακτοι γαλάτες” του Ελληνικού αποτέλεσαν για τον Άρη μια νέα πολιτική οικογένεια. Και με πολύ μεγάλη ικανοποίηση συχνά ανέφερε ότι με τον αγώνα αυτό μπορούσε και ο ίδιος πλέον να κάνει μπάνιο στην απελευθερωμένη παραλία χάρη στην ειδική πρόβλεψη που υπήρχε για τους ανθρώπους με αναπηρία. Μια φαινομενικά μικρή, αλλά εξαιρετικά σημαντική (συμβολικά και πραγματικά) νίκη.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο Άρης ήταν ο άνθρωπος μιας άλλης εποχής, που έφερε το αποτύπωμα των αξιών της Αριστεράς των αγώνων της δεκαετίας του ’60, του αντιδικτατορικού αγώνα, του ενθουσιασμού της μεταπολίτευσης. Ελπίζω ότι δεν είναι ακριβώς έτσι τα πράγματα. Ελπίζω ότι ο Άρης είναι ο άνθρωπος μιας ενδιαφέρουσας εποχής που έρχεται, ένας άνθρωπος της εποχής “των σεισμών που μέλλονται για να’ρθουν”.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ του ΑΡΗ ΤΑΣΤΑΝΗ


Ο Άρης Ταστάνης γεννήθηκε στα Παράκοιλα Λέσβου, το 1953.
Η αντιστασιακή δράση του πατέρα του, οι διώξεις στον εμφύλιο, καθώς και οι πρώτες ενδείξεις της σκληρής ασθένειας στο παιδικό του σώμα, υποχρεώνουν την οικογένειά του να εγκαταλείψει το νησί και να μεταναστεύσει στην Αθήνα.
Από το 1966 κατοικούσε στην Τερψιθέα – Γλυφάδας.

Υπήρξε δεσμώτης μιας ανίατης ασθένειας (μυϊκή δυστροφία των άκρων) καθηλωμένος από 20 ετών, σε αναπηρικό καρότσι.

Από παιδί γνώρισε καλά, όλες τις αρνητικές πτυχές του νοσηλευτικού συστήματος και της κοινωνικής επανένταξης.
Μεγάλωσε σ’ εποχές γκρίζες κι άγονες για τ’ άτομα με αναπηρία. Σε δύσκολες συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού. Τότε που ήταν «στίγμα» για το άτομο και την οικογένειά του η «αναπηρία» κι όνειρο η πρόσβαση στην πόλη και τη ζωή, στη μέριμνα της πολιτείας, στη μόρφωση και την αποκατάσταση…
Μέσα σε αυτές οι συνιστώσες, μαζί με το προσωπικό πρόβλημα, και την ανάγκη να δραπετεύσει από τα ψηλά τείχη του αποκλεισμού,
αρχίζει να γράφει ποιήματα και να μελετά λογοτεχνικά κείμενα.

Από τότε θα σημαδέψουν βαθύτατα όλη την ποιητική του διαδρομή, τα πάθη και οι αγώνες των καθημερινών ανθρώπων. Τα όνειρα και οι αγωνίες στις υποβαθμισμένες γειτονιές της μεγαλούπολης. 
Μαζί πάντα ο νόστος και θύμηση της Αιολίδας, (τόπος, χρόνος, ιστορία, άνθρωποι, αγώνες, θυσίες, οράματα).
Υπήρξε μέλος της «ΕΤΑΙΡΙΑΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΩΝ» (ΕΕΛ) 1980, της «ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΜΝΗΣΤΙΑΣ», της 
«ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ» 1981.
 Ιδρυτικό μέλος του σωμ. «ΠΑΡΑΠΛΗΓΙΚΩΝ ΕΛΛΑΔΑΣ». 
Μέλος της «ΠΑΡΕΜΒΑΣΗΣ ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΠΟΛΙΤΩΝ».
Το 1983 εκδίδει το λαογραφικό περ. «ΤΑ ΠΑΡΑΚΟΙΛΙΩΤΙΚΑ».

Το 2002 εκδίδει το πολιτιστικό περ. «ΓΛΥΦΑΔΑ – ΑΝΩ ΚΑΤΩ».

Συνεργάζεται και αρθρογραφεί σε περ. και εφημ. στις συνοικίες και στην περιφέρεια
για ποίηση, λογοτεχνία, άρθρα για τον κοινωνικό αποκλεισμό, ιστορία – λαογραφία Λέσβου, κοινωνικά θέματα.
Στην καθημερινή εφ. της Μυτιλήνης «ΕΜΠΡΟΣ» γράφει τη στήλη: «Της Καθημερινής Ζωής μας».
Το πρώτο ποίημα του που εκδόθηκε: «ΜΠΟΡΕΙΣ», (αφιερωμένο στους ζωγράφους με το στόμα και το πόδι) θα κυκλοφορήσει μεταφρασμένο σε 14 γλώσσες στο ημερο-λόγιο της «Διεθνούς Ένωσης Αναπήρων Καλλιτεχνών» (1976).
Το 1981 από την TV: ΕΡΤ 2 η δημοσιογράφος Άννα Παναγιωταρέα, παρουσιάζει ημίωρο ντοκιμαντέρ για τη ζωή και το έργο του. Μιλάνε για τον Α.Τ. οι συγγραφείς Ασημάκης Πανσέληνος και Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ.
Το 1981 λαμβάνει μέρος στην εκπομπή της ΕΡΤ 1 του Ν. Δήμου «ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ – ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ» με θέμα : ‘’Αναπηρία και Κοινωνικός Ρατσισμός’’ είναι η πρώτη
απόπειρα που γίνεται από τα Μ.Μ.Ε. να δείξουν το πρόβλημα ρεαλιστικά…
Το 1983 α΄ έτος παγκόσμια αφιερωμένο από τον ΟΗΕ για τ’ Α.Μ.Ε.Α. επιμελείται και παρουσιάζει μια σειρά από 15 εβδομαδιαίες εκπομπές στο ραδιόφωνο ΕΡΤ 2, με θέμα: ‘’Ανάπηρος πολίτης και Κοινωνία’’.
1983 – 84 από τον ραδιοφωνικό σταθμό «GERONIMO GRUVI» επιμελείται και παρουσιάζει την εκπομπή: ‘’Νυχτερινές Στάσεις στην Ποίηση και τη Μουσική’’.
Τα βιβλία του:

1. ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΓΥΑΛΙΝΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ, ΑΘΗΝΑ 1976

2. ΑΙΟΛΙΚΑ, Εκδ. ΙΩΛΚΟΣ 1977

3. 14 ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΦΩΤΗ ΑΓΓΟΥΛΕ, Εκδ. ΔΙΟΓΕΝΗΣ 1979

4. ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΣ, Εκδ. ΔΙΟΓΕΝΗΣ 1979 

5. ΑΠΟΠΕΙΡΕΣ ΠΡΟΣΑΡΜΟΓΗΣ, Εκδ. ΚΕΔΡΟΣ 1982 (σχ.εξ. Β. Κατράκη)

6. ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ, Εκδ.ΔΙΟΓΕΝΗΣ 1985 (σχ. εξ. Β. Κατράκη.)

7. ΑΙΟΛΙΚΑ ΙΙ, Εκδ. ΚΑΛΑΜΑΣ 1992

8. ΚΑΙ ΑΚΟΥΓΕ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ, Εκδ. ΚΑΛΑΜΑΣ 1992 (σχ.εξ. Β. Κατράκη)

9. ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΟΔΟΙΠΟΡΩΝ, Εκδ. ΗΡΑ 1999 (σχ.εξ.Τζέλη Χατζηδημητρίου)

10. ΤΟ ΕΓΩ ΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ, Εκδ. ΗΡΑ 2003
11. TAΞΙΔΙΑ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΛΙΣΑΧΝΗΣ, Εκδ. ΑΣΤΕΡΙΑΣ 2005 

12. ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΠΑΝΤΑΖΗΣ, Εκδ. Κ.Ψ.Μ 2007
13. ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ ΜΟΥ, Εκδ.ΚΨΜ 2011

Alejandra Pizarnik, Ποίημα για το χαρτί μου

alexandra1

διαβάζοντας δικά μου ποιήματα
βάσανα τυπωμένα καθημερινές υπερβάσεις
χαμόγελο περηφάνιας σφάλμα συγχωρημένο
είναι δικό μου είναι δικό μου είναι δικό μου!!
διαβάζοντας πλάγια γράμματα
χαρούμενος εσωτερικός παλμός
να νιώθω πως η τύχη θρομβώνεται
καλώς ή κακώς ή καλώς
έκπληξη από αισθήματα εγγενή
κύπελλο αρμονικό κι αυτόνομο
όριο σε χοντρό δάχτυλο κουρασμένου ποδιού και
μαλλιά λουσμένα σε κατσαρό κεφάλι
δεν πειράζει:
είναι δικό μου είναι δικό μου είναι δικό μου!!\

*Από τη συλλογή «Η πιο ξένη γη», 1955. Μετάφραση: Αμαλία Ρούβαλη.

Kaveh – The Unlikely Poet

 Photograph by Nedal Intagram: @Shotbynedal


Photograph by Nedal Intagram: @Shotbynedal

I didn’t give you away to updated metaphors, 

I only just found my self lost in bigger

complexities needing a voice.

I write to you again, this is yours

for the time you were mad at me for

changing the words to a poem I wrote

when I didn’t know how to write poetry,
when all I did was pour a mess onto paper 

hoping the ineptness of my effort would be concealed by your smile – 

because you liked it.

I write to tell you that,

your butterfly wings carry an eagles soar my beautiful, 

I am forever looking yet unable to

find enough expression to describe your resilience 

you hold so much sorrow

in the palm of those two hands, 

Yet, your wrists don’t bend beneath

the weight of memories.

Instead and in silence 

abuse and violence 

holds your childhood

beneath a staircase

blemishing your cavity

you wash away the stains with tears

you’re stronger than I’ll ever be

cause even thought I chase time 

way past its 24th hour daily

and fill my moments with everyone else’s story -except ours-

you were still prepared to stay with me

I just couldn’t hold you ransom to a maybe

So I had to let you go…

and I know you don’t believe me 

when I say this, but it killed me

know that you are the words inside many blank pages to come, 

more than you have already filled 

you are the exclamation to every pause that will give hearts reason to go on. 

I will forever hold you close,

even when you’re inside the embrace of another man 

cause I don’t need hands to feel your pulse.

So I write to you again

To tell you that I am further away 

from certainty than ever before, 

I’m sorry I couldn’t promise you more

like a walk down the isle

I couldn’t bring a future to heal your scars 

because I -myself- am still licking wounds 

wondering 

lost, 
like a wolf, bullet grazed in a jungle far away from home

You must know that

I didn’t give your poem away to updated metaphors,

I only just found my self lost in bigger

complexities needing a voice.

So I write to you again…

This is yours

K.


Mirror ©
2014

Photograph by Nedal Intagram: @Shotbynedal

Βάσσος Γεώργας, ξεροσταλιάζει η υπομονή μου

10385469_10202799822572511_9032603037943605179_n

ξεροσταλιάζει
η υπομονή μου φιλάσθενη
πικρή αρετή με κέρατα
όρθια σαν κυπαρίσσι
κι όπως βγάζει φυσαλίδες
το νερό όταν βράζει
βγάζω κι εγώ απ’ το κόρφο μου
κιτρινισμένα ποιήματα
σπάνια λογάκια αγάπης
παράξενα αγγελούδια
καρφωμένα σε σταυρό
με πρόκες μυτερές
ανακρίβειες του κενού
χρόνου το χάος κρύβω ταυτότητα
και διαβατήριο
και παριστάνω
πως δεν ακούω
το χέρι που ήρεμα
χτυπά τη πόρτα
της καρδιάς μου
έτσι ωραία
που΄ναι αμπαρωμένη
πιο ατζαμής ποιητής
απ΄όλους κι όπως το σκοτάδι
αδελφούλα μου ψυχή
μας απορροφά σαν σφουγγάρι
εσύ κι εγώ άνθρωποι γυμνοί
συνηθισμένοι να ζούμε
προδομένοι απ΄τα ψέμματα
σε μαύρο παραπέτασμα
χάνουμε τη σκιά μας
κάθε μέρα κάθε ώρα
και πελαγώνουμε
χωρίς να παριστάνουμε τίποτα
ούτε καν τους ερωτευμένους

Wallace Stevens, Πρόλογοι στο τι είναι πιθανόν ΙΙ

Ernst Ludwig Kirchner, Love/hate

Ernst Ludwig Kirchner, Love/hate

Η μεταφορά ανακίνησε τον φόβο του. Το αντικείμενο με το οποίο συγκρινόταν
Ήταν αδύνατον να το αναγνωρίσει. Από αυτό ήξερε πως η ομοιότητά του εκτεινόταν
Λίγο μόνον και όχι πιο πέρα, εκτός αν μεταξύ εκείνου
Και πραγμάτων πέρα από ομοιότητα υπήρχε αυτό ή το άλλο με πρόθεση
         αναγνώρισης,
Αυτό ή το άλλο μέσα στις περιφράξεις υποθέσεων
Για τις οποίες άντρες διαλογίζονταν το καλοκαίρι μισοκοιμισμένοι.

Ποιον εαυτό, λόγου χάριν, περιείχε που δεν είχε ακόμη ελευθερωθεί,
Γρυλίζοντας μέσα του να ανακαλυφθεί καθώς επεκτείνονταν οι προσοχές του,
Λες και όλα τα κληρονομημένα φώτα του είχαν ξαφνικά αυξηθεί
Από μια πρόσβαση χρώματος, μια νέα και απαρατήρητη, ελαφρά χρωματική
         αντιπαράθεση,
Την πιο μικρή λάμπα, που πρόσθετε το δυνατό της τίναγμα, στο οποίο έδωσε
Ένα όνομα και προνόμιο πάνω από την κανονικότητα της κοινοτοπίας του –

Ένα τίναγμα που πρόσθετε σε αυτό που ήταν πραγματικό και στο λεξιλόγιο του,
Με τον τρόπο που κάποιο πρώτο πράγμα που έρχεται στα δέντρα του Βορρά
Προσθέτει σε αυτά ολόκληρο το λεξιλόγιο του Νότου,
Με τον τρόπο που το πρώτο μοναδικό φως στον βραδυνό ουρανό, την άνοιξη,
Δημιουργεί ένα καινούργιο σύμπαν από το τίποτε προσθέτοντας τον εαυτό του,
Με τον τρόπο που ένα βλέμμα ή ένα άγγιγμα αποκαλύπτει τα απροσδόκητα 
         μεγέθη του.

*Πηγή: Wallace Stevens, Δεκατρείς τρόποι να κοιτάς ένα κοτσύφι και άλλα ποιήματα. Adagia. Θραύσματα ποιητικής, εισαγ.-μτφ. Χάρης Βλαβιανός, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2007, σ. 61 & 63]
πηγή: http://ebooks.edu.gr/

Ζακ Πρεβέρ, Μπαρμπαρά

10398666_10202328584758977_985053667169785679_n

Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη εκείνη την ημέρα
Και περπατούσες χαμογελαστή
Χαρούμενη ευτυχισμένη μουσκεμένη
Μέσα στη βροχή
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Έβρεχε χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Και σε συνάντησα στην οδό Σιάμ
Χαμογελούσες
Κι εγώ χαμογελούσα
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Εσένα που δεν σε ήξερα
Εσύ που δεν με ήξερες
Θυμήσου
Θυμήσου εκείνη την ημέρα
Μην ξεχνάς
Ένας άντρας προφυλαγόταν κάτω από ένα πρόθυρο
Και φώναξε το όνομά σου Μπαρμπαρά
Κι έτρεξες προς το μέρος του μέσα στη βροχή
Μουσκεμένη ευτυχισμένη χαρούμενη
Και ρίχτηκες στην αγκαλιά του
Θυμήσου τό Μπαρμπαρά
Και μη μου θυμώνεις αν σου μιλάω στον ενικό
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπώ
Ακόμα κι αν δεν τους έχω δει παρά μια μόνη φορά
Μιλάω στον ενικό σε όλους όσους αγαπιούνται
Ακόμα κι αν δεν τους ξέρω
Θυμήσου Μπαρμπαρά
Μην ξεχνάς
Αυτήν την ήρεμη κι ευτυχισμένη βροχή
Πάνω στο ευτυχισμένο πρόσωπό σου
Πάνω σ’ αυτήν την ευτυχισμένη πόλη
Αυτήν τη βροχή πάνω στη θάλασσα
Πάνω απ’ τον ναύσταθμο
Πάνω απ’ το πλοίο τ’ Ουεσάν[1]
Ω Μπαρμπαρά
Τι σαχλαμάρα ο πόλεμος
Τι απέγινες τώρα
Μέσα σ’ αυτή τη βροχή σίδερου
Φωτιάς ατσαλιού και αίματος
Κι αυτός που σ’ έσφιγγε στην αγκαλιά του
Ερωτευμένα
Μήπως είναι νεκρός εξαφανισμένος ή ακόμα ακόμα ζωντανός
Ω Μπαρμπαρά
Βρέχει χωρίς σταματημό στη Βρέστη
Όπως έβρεχε πριν
Αλλά δεν είναι το ίδιο κι όλα καταστράφηκαν
Είναι μια πένθιμη βροχή τρομερή και λυπητερή
Δεν είναι πια η καταιγίδα
Φωτιάς ατσαλιού αίματος
Απλών νεφελωμάτων
Που ψοφάνε σαν τα σκυλιά
Σκυλιά που εξαφανίζονται
Στα νερά της Βρέστης
Και πάνε να σαπίσουν μακριά
Μακριά πολύ μακριά απ΄ τη Βρέστη
Που απ’ αυτήν δεν μένει πια τίποτα.

[1] Ουεσάν, βραχώδης νήσος βορειοδυτικά της Βρέστης, το δυτικότερο σημείο της Γαλλίας. Εκεί κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε ναύσταθμος, όπου τα γερμανικά στρατεύματα κατασκεύαζαν τα πλοία τους.

Costas Varnalis: The Song of the Thrush

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

.

 

BarnalisKostas-ToKelaidimaTisTsichlas-Eikona-05

.

Costas Varnalis

 

The Song of the Thrush

 

02-TaphHRUSH, they called little Anna at the village. And she lived and died a thrush. She was a tiny little girl. Thin, with long legs, weightless, like a bird. She wasn’t walking – she was hopping around and running.

But what is the village we speak of?

         One of those mountainous ones, perched on the mountain slope and they all look alike. Beautiful, but poor and depressing, abandoned by gods and men all the same.

         A glen downhill with its red oleander and a goats’ path, which leads through the pine tree forest to the top of the mountain. It was such an isolated, forsaken village, that it too had forgotten its name.

         It didn’t need one, as if it was a burden.

         But what these villages lack of culture, care and fill…

View original post 804 more words

Έκτωρ Κακναβάτος, Περί τελείας καύσεως

pagides

Κάποτε το σκαθάρι βαριεστά
σου γυρνά τις πλάτες κι αλαργεύει
ότι δεν του πάει η μεταφυσική
μόνο η κιθάρα του κι ένας σβώλος κοκκινόχωμα
ίσα να κλείσει η εμπατή
να κλειστεί βαθιά εκεί κάτω
να μη μαθαίνει
και μόνο σαν έρθει ο καιρός
απάνω να διαβαίνουν τα νερά
και στην ευλογημένη λάσπη να βουλιάζουνε τα κάρα
ν’ ακούει να θυμάται.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πολιτιστική”, τ. 17, σελ. 34.

Ειρηναίος, Μαράκης Επίκαιρο II – Ένας χρόνος από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα

???????????????

πρωινό στο κρεβάτι
οχτώ ώρες ύπνου κι ακόμα νυστάζεις
μουσική στο ραδιόφωνο, ειδήσεις, δελτία καιρού
έρχονται και χειρότερα
βροχές, σεισμοί, επαναστάσεις
ένας πλανόδιος πουλάει την πραμάτεια του
κρεμάστρες για τα ρούχα, έρωτα, μια καλημέρα
κι η φωνή του μοιάζει με του πρωθυπουργού
έξω, στο κέντρο της πόλης, ο κόσμος χάνεται
δουλειά, φτώχεια, ανεργία
τίποτα το ρομαντικό
και, μην ξεχνάς, ένας χρόνος πέρασε
χωρίς τον Παύλο Φύσσα
κι εγώ στο κρεβάτι μου, μόνος κι ερωτευμένος
σκέφτομαι το χαμόγελό της
υποκατάστατο στο φιλί που δεν θα μου δώσει

*Ο Ειρηναίος Μαράκης διαχειρίζεται το ιστολόγιο Κίβδηλη Αντιόχεια στη διεύθυνση http://kivdilh-antioxeia.blogspot.gr

Gig Ryan Reviews Emma Lew, Bella Li, Kate Lilley, and Jennifer Maiden

lew

li

lilley

maiden

Luminous Animals
by Emma Lew
Vagabond Press, Rare Objects series, 2014

Maps, Cargo
by Bella Li
Vagabond Press, Rare Objects series, 2014

Realia
by Kate Lilley
Vagabond Press, Rare Objects series, 2014

The Violence of Waiting
by Jennifer Maiden
Vagabond Press, Rare Objects series, 2014

Elegy intensifies around the objects that remain, those keepsakes that must signify a spent life. In Kate Lilley’s Realia, the first poem ‘GG’ is an auction listing from Greta Garbo’s estate in which the repetition of Garbo’s name intones like a docked requiem. Only things exist timeless, immutable, saleable, as shining representatives of the once-living. Life’s fraught event is reduced to its acquisitions, and transformed, satirised, into capitalism’s ultimate wearer of labels: the former consumer of commodities is now more amenably cast purely as a selection of those objects, whose value her absence increases. Lilley’s ‘realia’ hammer to the page like Luther’s Theses, each new item increasingly absurd, poignant, etiolated: ‘Greta Garbo bear metal figurine / Greta Garbo stamped Edelweiss doe skin gloves gauntlet length … Greta Garbo mechanical terrier … Greta Garbo wind-up puppy in pink basket … Greta Garbo roulette ashtray.’ The list loyally refrains from any enhancing or explanatory judgement. Each described object vainly attempts to serve as metonym, a distilled abbreviation of its once owner, an aide mémoire, an attribute, such as Athena’s aegis, or Hermes’s winged heels. Objects replace the person and the poem attempts its rite of transubstantiation, exposing this as futile bid. The four poems of Realia are composed of carefully placed fragments, evoking, through sentiment they strategically evade yet imply, the unseen vanishing points of pathos and humour. Precise description memorialises: the ‘antler inkwell’ from Melbourne’s Trades Hall, in ‘Valet de Chambre’ signifying a past era, an obsolete trade; the ‘shaded o-mouth / painted sideglance … glad plaid’ of a doll from ‘Wax Composition 1926’ spins to life like Coppélia, with its sudden flush of present participles, or gerunds, ‘sleeping walking kissing’; ‘Plantation Dainty’ takes lines from Cajun and Creole slave songs, ‘les jours du temps passé’ (auld land syne), that stretch desire into death, as if yearning is always for obliteration:

She comes at night to croon me
les jours du temps passé

cream-top, picayune
she’s what I want and her I’ll have

lowers her face to mine
when love’s chains upon thee lie

buttons down her back as she goes
bonsoir bonsoir mes beaux yeux noirs

Only the poem can remember, as objects stack these radiant caskets. The last poem, ‘Letters of Caption’ – a formal term meaning, roughly, to request to bring an offender of the church into line – wittily re-charges some common phrases in unpredictable contexts: ‘Presentation feedback: good to see you! … Brevity fabrication error … Cheek to cheek in the unabridged / Yours forthwith to thrall and bond.’ In Emma Lew’s Luminous Animals, each poem plays an irresolvable dramatis personae of pronouncements, justifications, and opinions, some seeming to address one who stands accused for unspecified reasons. The Other in these poems may be frightening, yet contemptible, as each narrator enacts a paradox of both revelation and withdrawal, embalming and erasing their own integrity:

Chaos persists and leads to inner haunting,
spreading ruinously, as in dreams.

So I’ll go on suffering with a kind of relish
in the shadow of heroic virtues,
until my errors of allegiance are forgotten
or I fall into a brook one morning, very simple!

(‘Speculative Realms’)

Some poems tally instructions that parody conventional roles:

You must try to touch his heart.
Concoct a special soup in his honour.
Laugh and cry and be afraid, and so on.

(‘Mysteries and Lacquers’)

It is bitterness I want to teach her …
Sweet dreams, delusive hopes.
The taint is passed on from parent to child.
How could anyone as pale as she, I wonder, sit so silently?
I’ll never tire of punishing her.

(‘Finishing School’)

These brusque explainers define their separateness with many end-stopped statements gathering around them like moats, yet they also wildly yield (The Wild Reply was Lew’s first book). The Other is alternately wooed and rejected as hoodwinked despot, witness, or invigilator, the narrator’s character always a flagrantly unknowable display, deflecting with spurious gambits. These narrations twist through self-analysis, repeating and dissolving, with any sense of agency brokered with qualifications and self-sabotaging contradictions, sometimes mirroring the doublespeak of so much twentieth century history:

I concluded in a very slow and clear manner,
so as to assist the person whose job it is to write
everything down and
make a report,
“The death of the Red Army man should remain in our memories
all our lives as a lesson:
If the horse drowns,
proceed on foot.”

(‘Lesson’)

There is an element of the Gothic in these minatory phrases, these haunted apologias of defiant resignation or offhanded incantation that are declaimed and yet, with almost Gothic camp, wryly toyed into discontinuous narrative. Another interest is season: two poems mention autumn, and three allude to spring, one locating it in May – the air is tinged with the upheavals of European history and literature, a fitting setting from which to parry the interpolations of shadowy off-stage quibblers.

The first poem in Jennifer Maiden’s The Violence of Waiting, ‘George Jeffreys: 15: The Fourth Terrace’, takes us into Dante’s Inferno, the abode of the slothful imagined as a casino, in which some Labor Party politicians have gathered. Dante’s sloth is that of ungrasped opportunities, of insufficient love (of the good), and on the fourth terrace these blighted souls now rush in frenzy to compensate for their earthly sloth:

The air in here swirled that colour,
she thought, like aerated wine, all
restless, tired pearls, a hiss
of penitential moonlight, love
that was not enough at the start becoming
overwrought and angry at the last …
Upstairs,
Matilda offered some cold, flasked
forgetfulness and sublime
selective memory, but Clare
remained steeled to remember,
and George knew his own knowledge
of her history itself a steel anchor.

In this sweaty, tinselly atmosphere, Maiden’s George and Clare sharpen their philosophical positions while sceptically observing the ensuing procession. In ‘Diary Poems: Uses of Cosiness’, Sylvia Plath’s facility with homecrafts is described as being ‘desperate / for humanity and control’, that is, as in Lilley, such minutiae may signify, or even magically contain, character. As in previous collections, here Maiden directs odd-couple dialogues: Kevin Rudd and Dietrich Bonhoeffer, Princess Diana and Mother Teresa, Hillary Clinton and Eleanor Roosevelt, along with George and Clare who appear through many volumes. These talismanic guides interpret the existing world as if time-travellers, wise elders whose ethics are more stable than those of their admiring adherents – partly confessors, partly loved parent-figures. Eleanor speaks to Hillary of the Osama Bin Laden assassination, critical of those televised reactions: ‘to have trapped oneself as an audience / to prove onself an actor isn’t what / I would ever want for you’ (‘Hillary and Eleanor: 10: the Coppice’).

The final poem ‘Maps in the Mind’ is similar in its economy and rhythm to ‘My heart has an embassy’, which imagined Julian Assange, in Maiden’s last book Liquid Nitrogen:

The isle of the dead is always sand …
The isle of the dead is never solved
by jungle fast last answers, planned
sensitive-isolate like species evolved
in feral fight and fear on Manus Island,
in fear on Manus Island.

This lyrical poem is partly in couplets whose repetitions and melody, not its matter, remind of Hopkins. The plaint of Hopkins’s ‘Spring and Fall: to a Young Child’ echoes in Mother Teresa’s words to Princess Diana, ‘we will now mourn for ourself.’ This pair converge as if painted in a Renaissance Visitation: ‘now she was wistfully, stilly alone / and Teresa stood beside her.’ Maiden’s poems are naturally political, wrangling the catastrophic here and now. The Violence of Waiting refers to those lukewarm souls who wait in the Inferno’s antechamber, but also refers to those, deemed guilty of the recently-invented ‘sin’ of seeking asylum, who wait in much nearer Infernos.

In his introduction to Contemporary Asian Australian Poets, Adam Aitken writes that Bella Li’s ‘poems are more like deracinated explorers’ journals … China is not hers … China is a library.’ In Li’s Maps, Cargo, prose poems expose the solipsism of early explorers – Cortés in South America, Franklin in the North-West Passage – who see only a desired ‘terra nullius’, just as Judith Wright exposed the Wilderness Society’s presumption of an unnamed wilderness.1 Yet it is colonisers and explorers, at once unbearable and sympathetic, who narrate these poems as they dauntlessly proceed to erase ‘wilderness’: only they possess character, as if the indigenous inhabitants form merely homogenised backdrops for an extinguishing gaze. This pocket atlas of colonialism moves from China to the Americas and elsewhere, through time. Facts frame tired or rapt asides, but Li’s interest is in the Melvillean quest itself, its compulsion and audacity. The second prose poem ‘Voyage’, indicating Baudelaire et al, also positions discovery as play: ‘The hold littered with props. Flat clouds drifting idly along the cardboard coast … my eyes reeked of distance’, and in ‘Three views of the Hindenburg, Ocean County’, part three simply states ‘(Stock photo.)’ – highlighting the writer as collagist and guardian of information. Another tracks the exiled prophet Muhammed:

Massacred, according to custom, the vast number of the inhabitants … One morning, according to the vast number of oriental historians, the sun ‘a little after rising, completely lost its light’. To the great astonishment of the astronomers, this darkness (in the easter palace persisting). Persisted until noon.
(‘E 44 10 N 33 15’)

Dashes, ellipses, are often deployed, as if any word can be arbitrarily assigned: place and time become generic components of colonialism. To own a thing is to desecrate, its attributes miniaturised into a performance of obedience. Reminiscent of Susan Howe’s suggestive gaps, Li’s gaps function as cynicism, a yawn for randomly designated place. This is reiterated in her use of a type of anadiplosis: beginning a line with the last word of the previous line, (a technique Maiden employs in her earlier ‘cluster’ poems) but more often, simply reiteration, or anaphora, beginning lines with the same words. Images are layered like houses around a harbour, theatrically doubling their importance, the solid thing suspended above then caught in the permeable waves re-interpreting it. Li uses lines from, among others, Pound, Ashbery, Seferis, Sexton, and the Guyana-born British poet David Dabydeen, as departure points in many prose poems. The last poem ‘Windows’, a somewhat jarring break from the ebbing dream-like prose, looks out from, or into, an americanised universe as if past feats of exploration are now transposed into the blandishments of a more insidious conquest.

1.‘… the Wilderness Society of Australia’s … aim, to ‘preserve Australia’s wilderness’ assumes that it is the right of the invaders, not the original owners, which is dominant everywhere except where Aborigines may be able to prove, before our tribunals, ‘traditional attachment … (Its) policy thus adds up to a confirmation and endorsement of the terra nullius judgement … That judgement has resulted, over the past two hundred years, in dispossession, destruction and the denial of all human rights to Aborigines, has turned all Aboriginal land in Australia over to destructive interests, and is the chief stumbling-block to justice and reconciliation’. Judith Wright, Born Of The Conquerors, Aboriginal Studies Press, 1991, p49 ↩

*Gig Ryan is author of New and Selected Poems, Giramondo 2011 and Selected Poems, Bloodaxe Books 2012.

**Taken from Cordire Poetry Review at http://www.cordite.org.au