Ντέμης Κωνσταντινίδης, Φιλολαϊκό

1441190_635972979802808_1895550120_n

Η εναλλαγή των εποχών…
Πάντα σε βάρος των φτωχών
Που ‘χουν για κεραμίδι
Του ουρανού ΄να φρίδι…

Τώρα που το πετρέλαιο
Έγιν’ αιθέριο έλαιο…
Καίν΄ ό,τι βρουν μπροστά τους
Ψήνουν και τα σκυλιά τους…

Περήφανη φυλή!
Καπότα και τιμή
και αίμα στο σεντόνι
Που η μάνα σιδερώνει…

Βαριά βιομηχανία
και μέλλουσα κυρία…
Η χούντα άλλαξε ταμπόν
Το ’73!

Δώστ’ ένα κατσαβίδι
Στον Μάκη τον Βορίδη
να σφίξει κι άλλο το ρελέ
να γίνουμ’ όλοι φιλελέ

Στο μάρκετινγκ ταγμένοι
Να πάμε ευτυχισμένοι!

*Από τη συλλογή “Ευλύγιστες μελαγχολίες”, εκδόσεις Βακχικόν, 2014.


Georges Darien, Le bon dieu dans la merde

1896971_10201649445598289_4735761599124994532_n

Αν θες να είσαι ευτυχισμένος

που να πάρει ο διάολος

κρέμασε τον ιδιοκτήτη σου

κάνε κομμάτια τους παπάδες

που να πάρει ο διάολος

γκρέμισε τις εκκλησίες

και ρίξε τον θεούλη στα σκατά.

(Για το συγγραφέα του «Μπιριμπί» και του «Κλέφτη», Ζορζ Νταριέν, ο Αντρέ Μπρετόν έγραψε: «Κανείς δεν αψήφησε πιο πολύ τη ζωή του, δεν πήρε τόσο μεγάλο ρίσκο για να καταγγείλει το στρατιωτικό έγκλημα, τη θλιβερή παρωδία της θρησκείας και άλλες μορφές της αστικής ατιμίας».


Στο έργο του «Μπιριμπί», που εκδόθηκε το 1890, ο Νταριέν καταγγέλλει την απάνθρωπη ζωή στα κάτεργα της Γαλλίας, που τα γνώρισε από πρώτο χέρι ως καταδικασμένος για ανυποταξία το 1883. Τον Φεβρουάριο του 1903 προπαγανδίζει υπέρ της εξόντωσης των αστών και των στρατιωτικών.

*ΠΗΓΗ: dromos.wordpress.com

ΔΕΝ ΣΕ ΣΥΜΠΟΝΩ, ΠΤΩΜΑ!

Ένας σύντροφος στον πειθαρχικό λόχο, το «Biribi» του τίτλου του αριστουργήματος του Ζορζ Νταριέν, πεθαίνει σε ένα νοσοκομείο και θάβεται σε δύο καφάσια καρφωμένα μαζί. Ο αφηγητής Φρουασάρ δίνει διέξοδο σε μια κραυγή οργής του γαλλικού αναρχισμού του τέλους του δέκατου ένατου αιώνα:

«Ω φτωχέ στρατιώτη. Εσύ που πέθανες φωνάζοντας τη μάνα σου· εσύ που, στο ντελίριο σου, αντίκρισες ενώπιόν σου το όραμα της παράγκας σου. Θα κοιμηθείς εκεί σε ηλικία είκοσι τριών, φαγωμένος απ’ τα σκουλήκια της γης όπου τόσο υπέφερες· όπου πέθανες, μονάχος, εγκαταλειμένος από όλους, δίχως κάποιον να καθησυχάσει τους ύστατους φόβους σου, δίχως κάποιο χέρι να κλείσει τα μάτια σου εκτός από εκείνο του νοσοκόμου που σου ούρλιαζε κατά τη διάρκεια της νύχτας όταν οι απεγνωσμένες κραυγές σου τάραζαν τον ύπνο του. Ξέρω πολύ καλά γιατί η ασθένειά σου έγινε ανίατη. Ξέρω καλύτερα απ’ το γιατρό που ξέρανε το άχρηστο σώμα σου γιατί κείτεσαι στον τάφο. Και σε λυπάμαι μ’ όλη μου την καρδιά, αθώο θύμα, όπως λυπάμαι τη μάνα σου που ίσως σε περιμένει, μετρώντας τις μέρες, και που θα λάβει μια ξερή και βαριά γνωστοποίηση θανάτου.

Εν συνεχεία όμως πάλι, όχι: δεν σε συμπονώ, πτώμα! Εν συνεχεία όμως πάλι, όχι: δεν σε συμπονώ, μάνα! Δεν σας συμπονώ, μ’ ακούτε! Όχι περισσότερο απ’ όσο συμπονώ τους γιους που σκοτώνουν τους αιμοχαρείς, όχι περισσότερο από όσο λυπάμαι τις μάνες που κλαίνε πάνω από εκείνους που τους έστειλαν στο θάνατο. Ω σεις κακές γυναίκες που γεννάτε με πόνο μονάχα για να προσφέρετε τον καρπό των σπλάχνων σας στο Μινώταυρο που τον τρώει. Δεν ξέρετε πως οι λύκαινες προτιμούν να σφαγιαστούν απ’ το να εγκαταλείψουν τα νεογνά τους, και πως υπάρχουν ζώα που πεθαίνουν όταν τους παίρνουν τα μικρά τους; Δεν καταλαβαίνετε πως εάν δεν είχατε την τύχη να είστε στείρες θα ήταν καλλίτερα να ξεσχίζατε τους γιους σας με τα ίδια σας τα χέρια απ’ το να τους μεγαλώσετε σε ηλικία είκοσι ενός και εν συνεχεία να ριχτούν στα νύχια εκείνων που τους κάνουν οβίδες για κανόνια; Δεν έχετε νύχια στις άκρες των δαχτύλων σας για να υπερασπιστείτε τους γιους σας; Δεν έχετε δόντια να δαγκώσετε τα χέρια των καταραμένων δολοφόνων που τους έκλεψαν από σας; Εσείς επιτρέψατε να γίνει αυτό σε σας· δεν αντισταθήκατε. Και εν συνεχεία στη μαύρη μέρα της τραγωδίας θέλετε να σας συμπονάμε όταν τα οστά του παιδιού σας, που έπεσαν σε μια μακρινή γη, καταβροχθίστηκαν από τις ύαινες και άσπρισαν κάτω απ’ τον ήλιο εγκαταλειμένων νεκροταφείων. Θέλετε να σας συμπονάμε και να σεβαστούμε τα δάκρυά σας; Συγγνώμη, αλλά δεν συμπάσχω μαζί σας για τα βάσανά σας, και οι λυγμοί σας μ’ αφήνουν ψυχρό. Επειδή ξέρω πως δεν θα μαλακώσει με τα δάκρυά σας το είδωλο που απαιτεί το αίμα των γιων σας· επειδή ξέρω πως θα υποφέρετε από φόβο για όσο διάστημα δεν θα έχετε ξεσχιστεί με τα ίδια σας τα χέρια, για όσο διάστημα δεν θα έχετε βγάλει τη φανταχτερή μάσκα πίσω απ’ την οποία το φρικτό πρόσωπό τoυ είναι κρυμμένο. Και αν δεν με πιστεύεις, μάνα που το πτώμα που κείτεται εκεί φωνάζοντας επί τρία βράδια, έλα εδώ. Μίλα του απαλά και άκου πώς ανταποκρίνεται στην καρδιά σου, αν η καρδιά σου είναι σε θέση να το κατανοήσει. Και θα δεις αν δεν στο πει πως οφείλει το θάνατό του σε σένα, και πως είναι εξ αιτίας αυτού που το σκότωσε που εδώ στον τάφο του δόθηκε, σαν ένα ειρωνικά μακάβριο χαστούκι στο πρόσωπο στην αδυναμία σου, ο πανηγυρικός ενός ηλίθιου.

Εκείνο το βράδυ συναντώ τον Λακρουά. Στη μέση ενός κύκλου δεκαπέντε ή είκοσι ανδρών που ακούνε με το στόμα τους ορθάνοιχτο, διαβάζει και ξαναδιαβάζει τον επικήδειό του. Τα χειροκροτήματα πέφτουν βροχή.

“Αυτό ήτανε καταπληκτικό!”

“Θα έπρεπε να τ’ ακούγατε στο νεκροταφείο. Τί εντύπωση που έκανε”.

Ένας απ’ αυτούς με βλέπει και με ρωτά:
“Αυτό ήτανε πραγματικά καλό, ε, Φρουασάρ;

“Σκατά!”»
(1890)

*ΠΗΓΗ: eleutheriparos.blogspot.gr

Ιάσωνας Σταυράκης, Στο τέλος θα δεις…

Έργο του Oswaldo Guayasamin

Έργο του Oswaldo Guayasamin

Στο τέλος θα δεις…
Θα χρωστάμε στον εαυτό μας μονάχα…
Και θα’ ναι μερες, μήνες και εποχές
και θα’ ναι χρόνια που άδικα μας προσπέρασαν…
Και θα’ ναι η πουτάνα η σιωπή
που στον δρόμο μας ξεγέλασε…
Και θα’ ναι η κούραση
το στοιχειό που θα στοιχειώνει
τ’ αγγεία των ματιών μας…
Και θα ‘ναι η πληγή ανοικτή
και το αίμα υστερόγραφο στον τοίχο…
Και θα’ ναι μια νύχτα άγρια
στον εμετό πνιγμένη
που θα γελάσεις
και θα πεις πως νικήσαμε…
Κι εγώ που κανένα δεν πίστεψα
εσένα θα σου δώσω το χέρι…

Μιχάλης Βάκρινος, Τρία ποιήματα

Capture

Στερνή ευχή

Δεν εζητούσα τα πολλά
μια χούφτα ρέστα από ουράνιο τόξο
να κράταγα στο χέρι.
Την ώρα της στερνής ευχής
να’ χω και εγώ μια ελπίδα.
Θα την χαράμιζα και αυτή, το δίχως άλλο.
Απόδειξη;
τούτα τα ερείπια στην άκρη των ονείρων μου.
Με ένα αεράκι δροσερό απομακρύνθηκα
και την ευχή στην τσέπη.
Καλή ζωή, στο θαύμα δεν πιστεύουν οι άνθρωποι

*

Μόνο για λίγο

Σβήσε τώρα το φώς καλή μου
ώρα να επιστρέψουμε στο έρεβος
σε αυτή τη μυστική γωνιά της έξης μας
που σαν αθώοι θάψαμε στο νου
…μα ήταν για λίγο
Τόσο δεν λένε ότι κρατάνε τα όμορφα;
Και εμείς ανήμποροι, εμείς καταραμένοι
να μην προφταίνουμε να αδράξουμε όσα όνειρα
εκπλήρωση ζητούσαν
Ο,τι ευχόμασταν να ζήσουμε, αφήσαμε να τρέξουν σαν ποτάμια
που χάνονται στο σίγουρο απέραντο.
Ούτως η άλλως
μονάχα η θάλασσα αφουγκράζεται επιθυμίες…

*

Τα χρόνια που χάσαμε…

Όμορφοι κήποι με ευωδιές, μας είχαν αγκαλιάσει
Στα δειλά μας χαμόγελα, στα ανθίσματα τα πρώτα
Ήλιο ποθούσε η καρδιά, ήλιο να μην δειλιάσει
Mόλις ωχρύνουν οι στιγμές, πρωτού σβήσουν τα φώτα

Χοντρές κλωστές τις σπάσαμε, τίποτα δεν μας δένει
Σε μια άνοιξη ελπίζαμε, σε μια άβυσσο χρυσή
Όμως ρυτίδιασε η καρδιά και εμείς ταπεινωμένοι
Έχασα εγώ τον δρόμο μου, τον έχασες και εσύ

Έτσι γινήκαμε έρμαια από τα είκοσι μας
κάποτε εκεί νομίζαμε πως θα’ ναι η στροφή
Ανάμνηση που κρύφτηκε στον ίσκιο της βιτρίνας
Ανδρείκελα που επιζητούν το λίγο για τροφή

* Από την ποιητική συλλογή του Μιχάλη Βάκρινου, Απροσδιόριστα Ψυχής Κομμάτια, εκδόσεις ΔΙΑΝΥΣΜΑ, 2014.
Για τις εκδόσεις ΔΙΑΝΥΣΜΑ δείτε εδώ: http://www.facebook.com/ekdoseisdianisma

Georg Trakl, Γέννηση

rainforest

Βουνά: μαύρο, σιωπή και χιόνι.
Κόκκινο κατεβαίνει το θήραμα απ’ το δάσος
Ω, τα βρυώδη μάτια του θηρίου.
Η γαλήνη της μητέρας όταν προβάλλει έκπτωτη
η παγωμένη σελήνη κι ανοίγουν τ’ αποκοιμισμένα χέρια
κάτω απ’ τα μαύρα έλατα.
Ω, η γέννηση του ανθρώπου! σκοτεινά παφλάζουν
τα γαλάζια νερά στο βραχώδη βυθό.
Στενάζοντας κοιτάζει την εικόνα του ο έκπτωτος άγγελος,
στο πνιγηρό δωμάτιο ξυπνάει κάτι χλωμό.
Δύο φεγγάρια λάμπουνε
τα μάτια της πέτρινης γριάς.
Αλίμονο, η κραυγή της γέννας με μαύρη φτερούγα
η νύχτα αγγίζει τον κρόταφο του αγοριού,
χιόνι, που πέφτει σιγανά από πορφυρό σύννεφο.

*Από το “σε Το Όνειρο του Κακού, Ποιήματα (1913-1915)”, Εισαγωγή-Μετάφραση-Σχόλια Μιχάλη Παπαντωνόπουλου, Εκδόσεις Ερατώ, 2005.

Αντονέν Αρτώ, από το 
”Η Μεγάλη Μέρα Και Η Μεγάλη Νύχτα”

1150330_529139387159603_1645721176_n

Η ζωή θα τραβήξει τον δρόμο της… τα γεγονότα

θα ξετυλιχθούν… οι πνευματικές συγκρούσεις 

θα λυθούν… κιεγώ δε θα συμμετέχω σ’αυτές.

Δεν περιμένω τίποτα… ούτε από την ηθική ούτε

από την υλική πλευρά.

Για μένα μένει ο αδιάφορος πόνος και η σκιά..
.
η Νύχτα της Ψυχής… και δεν έχω τη φωνή να το

φωνάξω.

Σπαταλείστε τα πλούτη σας μακριά απ’αυτό το 

αναίσθητο Σώμα… που καμμιά εποχή…
ούτε πνευματική

ούτε αισθησιακή δεν το επηρεάζει.

Διάλεξα την περιοχή του Πόνου και της Σκιάς… όπως

άλλοι διαλέγουν τη λάμψη και την συσσώρευση της ύλης.

Δεν δουλεύω πάνω στην έκταση μιας οποιασδήποτε περιοχής.

Δ ο υ λ ε ύ ω μ έ σ α σ τ η μ ο ν α δ ι κ ή δ ι ά ρ κ ε ι α.

Osip Mandelstam, Τα λόγια μου φύλαξε για πάντα

463217531

Τα λόγια μου φύλαξε για πάντα σαν γεύση δυστυχίας και καπνού,
Για την πίσσα της κυκλικής υπομονής, για το έντιμο κατράμι της δουλειάς . . .
Σα το νερό των πηγαδιών του Νόβγκοροντ που πρέπει να ‘ναι μαύρο και γλυφό,
Ώστε τα Χριστούγεννα να καθρεφτίζονται οι επτά θαλασσοπόροι τ’ αστεριού.

Και για τον πατέρα μου, τον φίλο μου και τον βοηθό μου τον τραχύ,
Εγώ – ο νόθος αδελφός, ο απόκληρος της οικογένειας του λαού –
Υπόσχομαι να φτιάξω τέτοιες πυκνές ξυλωσιές,
Ώστε σ’ αυτές, οι βρωμοτάταροι τους πρίγκιπες να κρεμούν.

Μόνο να μ’ αγαπήσουνε τούτα τα βρωμερά ικριώματα,
Όπως, στοχεύοντας τον θάνατο, οι πόλεις τα μπήγουνε στους κήπους –
Εγώ γι’ αυτό, όλη μου τη ζωή θα ζήσω, φορώντας την πράσινη πουκαμίσα
Και για τον απαγχονισμό του Πέτρου στο δάσος τσεκούρι να βρω.

3 Μαΐου 1931

*Μετάφραση από τα ρωσικά Δημήτρης Β. Τριανταφυλλίδης ©
Από το http://samizdatproject.blogspot.com

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Σατυρικό

f9d1c11691c213c52d69e73343201b1a

γραμμένο για τον Μάριο Μαρκίδη

Βαρέθηκα τους ποιητές
που φλυαρούν,
αδέξια περπατούν
και πιθηκίζουν.
Τους βαρέθηκα αυτούς,
τους χλιαρούς,
που αρνούνται να παραδεχτούν
πως την ποίηση δεν ορίζουν.

*Από τη διαδικτυακή έκδοση “Ποιήματα”, εκδόσεις Ενδυμίων.

Omar Musa, The Fear (unfinished)

Adnate in Gertrude St. Fitzroy. Melbourne, Australia

Adnate in Gertrude St. Fitzroy. Melbourne, Australia

It was said,

“be afraid.”

And the people became afraid.

I stood,
a dwarf in a petrified forest,

watching them dance the ancient dance —

there seemed joy in their terror,

and laughter, too.

People baked bullets into their bread.

They chopped up newspapers

and fried them

with sliced onions & sizzling steaks.

They stroked surveillance cameras

between their legs.

They treated TV screens like wells,

dipping buckets into them,

filling teacups
and offering them to neighbours.

At times it held the shape of mirrors and men,

but mostly,

the Fear spread across the waking earth 

as if it were gas

and gas expands to fill

whatever vessel

it is put in.

Today,

A man would not serve me at the supermarket.

A woman crossed the street to avoid me.

An anonymous email wished death upon me.

I, too,

became afraid.

*Ο Omar Mousa είναι Αυστραλός ποιητής αραβικής καταγωγής.
**Για την εικόνα της ανάρτησης ευχαριστίες στην Katerina Libertaria, που την έβαλε στον τοίχο της στο facebook. Thanks to Katerina Libertaria for the photo.

Αργύρης Μαρνέρος, Σπασμένα αγάλματα

10659306_862033247162318_5458190709696320169_n

Τώρα το ξέρω

Πρέπει ν’ αγαπήσω τη ζωή

Ανάμεσα απ’ τα συντρίμμια

Που βρίσκονται μπροστά μου

Πρέπει να αγαπήσω ξανά

Κάθε μικρό κομμάτι

Κι ένα ένα να τα βάλω στη σειρά

Όμορφα δεν είναι μόνο

Τα απείραχτα πράγματα

Και τα σπασμένα αγάλματα

Έχουν τη δική τους τη χάρη

Και ίσως είναι αυτά

Που πιο πολύ μας μοιάζουν.