Robert Lloyd plays Dylan Thomas – poetry@fedsquare – Saturday, 18 October 2014

poetry@fedsquare

Robert Lloyd plays Dylan Thomas

Federation Square

Either at The Atrium or Beer DeLuxe upstairs

Saturday, 18 October 2014 2-4pm

Dear poets and lovers of poetry,

26 October 2014 marks the 100th anniversary of the birth of the great poet Dylan Thomas. Poetry@fedsquare celebrates this occasion together with Robert Lloyd, a Melbourne-based composer, singer-songwriter and poet, and cellist Adi Sappir.

Plus of course our lovely open mic readers.

Robert Lloyd took his mother’s ashes home when he visited the Wales of her forbears while tracing the origins of his hero, poet Dylan Thomas.

Lloyd will celebrate the centenary of the Welsh poet’s birth at Federation Square on October 16. He with cellist Adi Sappir will perform poems he has set to music and songs inspired by the 2012 trip in which he visited Thomas’ birthplace in Swansea, the Welsh fishing village of Laugharne, where he lived with his family, and the Chelsea Hotel, in New York City, where he was staying at the time of his death in November 1953.

Robert

Lloyd is a classically trained musician whose projects include music for Ohio Ballet’s Feral, Bold New Buildings for Australian Dance Theatre and Time Being Time, a one-hour work for singers, spoken voices, strings and percussion premiered in 1999 at the Supreme Court building in Darwin. He has turned to solo performance in recent years and, backed by Sappir, will perform versions of Thomas’s poems including In my craft or sullen art and a villanelle inspired by Thomas called Everyday my ancestors call me home. (Excerpt from a larger article Larry Shwartz pitched to The Age).

ADI

Adi Sappir writes songs with a cello in her hand. Over the past decade she has been exploring the possibilities of voice and cello, through an increasing collection of original songs. Her music is intimate and the lyrics are personal. Songs come out of a mix of Adi’s original Hebrew with her adopted English. They reflect her life as an immigrant in multicultural inner Melbourne. In late 2011 Adi recorded Insomnia as a reflection of her first decade of life in Australia.
Since 2003, Adi has been playing with seasoned musicians guitarist/singer Mark Ferrie and guitarist Andrew Pendlebury. They are The Mercurials.

Poetry@fedsquare is coming to you the third Saturday of every month (except December and January) under the Federation Square and the auspices of Multicultural Arts Victoria.

Contact details
Dimitris Troaditis
poetryfedsquare@gmail.com
troaditisdimitris@gmail.com

http://www.facebook.com/PoetryAtFedSquare

http://twitter.com/poetryfedsquare

Poetry@fedsquare is an event by Fed Square

fed-square-corporate-logo-external-use-1

Poetry@fedsquare is also proudly supported by Multicultural Arts Victoria

01

Janine Pommy Vega – Ποίηση όπως λέμε ακτιβισμός

vega_logoskaitexni

Η Janine Pommy Vega, σε ηλικία μόλις 16 ετών, πήγε από το Union City, New Jersey, όπου ζούσε, στη Νέα Υόρκη σε αναζήτηση της Beat Generation που είχε γνωρίσει μέσα από τα βιβλία που διάβαζε. Συνάντησε τον Gregory Corso, και μέσω αυτού και άλλους συγγραφείς. Μετά την αποφοίτησή της εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Νέα Υόρκη. Το φθινόπωρο του 1962 έφυγε από την Αμερική με τον Fernando Vega και ταξίδεψε μαζί του για τρία χρόνια στο Ισραήλ και την Ευρώπη. Μετά το θάνατό του το 1965 επέστρεψε στην Αμερική και ολοκλήρωσε το πρώτο της βιβλίο, “Poems to Fernando”, το οποίο δημοσιεύθηκε από την City Lights Books το 1965. Στο Σαν Φρανσίσκο  συναναστρέφεται με τους Diggers και τους Hell’s Angels, με τους συγγραφείς του North Beach, και έχασε τέσσερις συνεχόμενες φορές τα χειρόγραφα του δεύτερου βιβλίου του. 

Το 1971 έφυγε για 4 χρόνια για τη Νότια Αμερική και έζησε στο Περού, την Κολομβία και τη Βολιβία. Κατά την παραμονή της στο νησί του Ήλιου στη λίμνη Τιτικάκα στη Βολιβία, όπου τελείωσε “Journal of a Hermit” (Cherry Valley Editions, 1979) και “Morning Passage” (Telephone Books, 1976). Επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη το 1975 άρχισε να διδάσκει ποίηση σε αγγλόφωνα και δίγλωσσα παιδιά στα δημόσια σχολεία και στους φυλακισμένους του Σωφρονιστικού Συστήματος της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Τα ταξίδια της σε όλη τη δεκαετία του ογδόντα και του ενενήντα ήταν η βάση για το “Drunk on a Glacier, Talking to Flies” (Tooth of Time Press, 1988); “Threading the Maze” (Cloud Mountain Press, 1992); “Red Bracelets” (Heaven Bone Press, 1992); “Tracking the Serpent: Journey to Four Continents” (City Lights, 1997); “Island of the Sun” (Longhouse, 1991) και “Mad dogs of Trieste” (Black Sparrow Press, 2000).

Διεύθυνε τη  Incision/Arts, μια οργάνωση που συγκεντρώνει συγγραφείς στη φυλακή. Μέλος της Επιτροπής PEN American Center’s Prison Writing Committee, ήταν συν-συγγραφέας με Hettie Jones του “Words over Walls”, ενός εγχειριδίου για την ενεργοποίηση των εργαστηρίων γραφής στις φυλακές. Η Janine Pommy Vega πέθανε στις 23 Δεκεμβρίου του 2010.

Η κουζίνα σε καιρό πολέμου 

Σκέφτομαι τις γυναίκες του Γιάννη Ρίτσου
που βαδίζουν προς την κουζίνα στην πρώτη φήμη του πολέμου
Σκέφτομαι τη μυλόπετρα της γιαγιάς στο Jersey City,
μια μηλόπετρα που δεν θα μπορούσα ποτέ να παράξω, ενώ προχωρώ
με βήμα βελούδινο για να τρίψω το βασιλικό που μεγάλωσε
πέρυσι, βουρτσίσμα της γάτα, κόψιμο του σκόρδου
για να καρυκεύσεις τη σαλάτα.
Ασχολίες σκοπιμως ήσυχες, αν και θα μπορούσα να ξεκινήσω
να πετώ τις κατσαρόλες όπως η μητέρα μου, μπορώ να σου πω
που θα μπορούσα να κάνω μια τέτοια φασαρία που θα αναρωτηθείτε ποιος
έχει τρελαθεί, και είναι ο κόσμος
στις φωτογραφίες που δεν θα φέρω στο σπίτι,
στην μοχθηρή, χλεβαστική στάση ενός προέδρου
απατεώνα, τοποθετημένο εκεί από μια χούφτα των εταιρειών
Θα μπορούσα να σου δείξω πώς τα δάκρυα έσκαψαν στην καρδιά
μια τρύπα τόσο βαθιά όσο οι παντόφλες
όπου εκείνη βύθιζε τα πόδια της τα κρύα πολωνικά πρωινά
Έγινα ότι η γυναίκα babushka
μαρτυρας του μακελειού, κάθε αστείο είναι εκτός
τόπου, καθόλου αστεία σχετικά με σπασμένα παιδιά ή μητέρες
που ουρλιάζουν, οι νεκροί στρατιώτες είναι οι ίδιοι παιδιά
Καθόλου αστεία για παιδιά, τα παιδιά του καθενός
δεν χάνουν την σφαγή τους
το πετρελαίο τα όπλα ο χρυσός σε ψηλούς σωρούς όσο αυτό το σπίτι
δεν μπορούν να αγοράσουν το γελιο τους, δεν μπορουν να θάψουν τις κραυγές τους
τη νύχτα, εγώ κατηγορώ τους λευκούς γέρους πνίγμένη στην απληστία
των φονικών τους, θα παλέψω για κάθε κατσαρόλα και τηγάνι
που έχω στην κατοχή μου για έναν κόσμο απαλλαγμένο από τα χέρια τους.

Willow, Νέα Υόρκη, Απρίλιος 2003

*Μετάφραση στα Ιταλικά: Raffaella Marzano. Μετάφραση στα Ελληνικά: Κωνσταντίνος Κοκολογιάννης. Πηγή: http://www.casadellapoesia.org/ Εμείς το πήραμε από το ιστολόγιο Λόγος και Τέχνη στο http://logoskaitexni.blogspot.com

Πελαγία Φυτοπούλου, Λιμνάζοντα σιδερικά

10632760_364792817020693_172741909372500067_n

Ο πιστολέρο ξέρει

πως απ’ το δεύτερο φονικό

θα τον ερωτευθεί η μάνα του ΄

στο μαξιλάρι του γράφει:

”κι αν βλέπεις τα δακρυά μας

δεν είναι που έφυγες

είναι που μας αγάπησες πολύ”

στο μαξιλάρι της γράφει:

”σπρώξτε τις αγορές

τα γίδια τα βοσκάω και μόνη μου”

Ο πιστολέρο εκτελεί

την πρώτη φορά χέζεται πάνω του

τη δεύτερη αφαιρεί το πορτοφόλι του πεθαμένου
εκεί μέσα πάντα βρίσκεις μιά μάνα.

Θωμάς Γκόρπας, Απόφοιτοι Γυμνασίου

35196

Μνήμη Γιώργη Ζάρκου
Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Εσύ που στο σχολείο σήκωνες το χέρι για να πεις
Όχι το μάθημα μα την αλήθεια
Σήκωνε πάντα αυτό το χέρι που το γέννησε
Της δικαιοσύνης ο καημός κ’ η σιγουριά του αύριο.
Νεολαίε με το χαρτί του γυμνάσιου
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε τραπέζια καφενείων
Καταχνιασμένων από την τσιγαρίλα
Και τις ανάσες πεινασμένων
Τα χέρια σου ανεβοκατεβαίνουν
Πάνω σε μεγάλες πόρτες
Που Δε θ’ ανοίξουν ποτέ από μέσα.
Νεολαίε με το χαρτί του γυμνασίου
Είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία
Και θα κάψει τις σημαίες των αρχόντων.
Και αν το ψωμί κ’ η γνώση ανταλλάσσονται
Με τ’ άλλο χαρτί που εσύ δεν έχεις
Μην αρνηθείς γι’ αυτό το ρόλο που σου ανάθεσε ο καιρός.
Οι μέρες μας κυλούν σαν χειμωνιάτικα ποτάμια
Στους δρόμους φέγγουν φαναράκια μίσους
Στους δρόμους αλαφιάζονται οι μικρές παρέες
Καθώς απ’ τις γωνιές οι μισθοφόροι
Με στιλέτα ξεμπουκάρουν και παγίδες.
Όμως τα δαγκωμένα λόγια ακολουθούν τραγούδια.

*Στη φωτογραφία της ανάρτησης ο συγγραφέας Γιώργης Ζάρκος (1902-1967).
**Πάρθηκε από το http://poihtikostayrodromi.blogspot.gr

Tι είπε για μένα ο Ντύλαν Τόμας στον Kάτω Kόσμο των ποιητών

ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ's avatarΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ

ti

Μαθαίνω αρκετά πράγματα απ’ την έμφυτη ανοησία μου. Είναι ίσως η πιο σπουδαία δασκάλα. Η ανοησία δεν είναι αμαρτία ή ενοχή. Το ανθρώπινο πνεύμα χωρίς την ανοησία καταντά σκέτο τσόκαρο. Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να είναι ιδιοφυΐα. Εκτός φυσικά απ’ τα ψώνια. Αυτά τα ψώνια που φορούν τη λεοντή της εξυπνάδας και πλαστογραφούν τα πάντα γύρω τους χωρίς καμιά επίγνωση. Κι ίσως η ανοησία θα ήταν ακίνδυνη και χαριτωμένη αν δεν εγκωμίαζε τον εαυτό της ως ξεχωριστό και ιδιοφυή.

Ο ψυχισμός του κακομοίρη που στράβωσε δυο αράδες στο χαρτί ή τύπωσε μια οκά βιβλία είναι τρικυμιώδης. Το ψώνιο θα κάνει επίκληση στην αυθεντία. Σε πεθαμένους που τον προσκύνησαν και προφήτεψαν τη μεγαλοσύνη του. Όσοι δε γράφουν γι’ αυτόν είναι πουλημένοι και κομπλεξικοί και ζηλιάρηδες. Κι έτσι ο πονηρός μεταμφιέζεται σε αδικημένη μεγαλοφυΐα και τη βγάζει καθαρή. Πουλάει την ανοησία του στους αυλικούς του που χάσκουν μέσα στην άσπιλη από αδυναμίες…

View original post 289 more words

Χρήστος Τουμανίδης, Εφτά εκδοχές της σιωπής

wpid-20140725110507

(Με τον τρόπο του Χαϊκού)

1
Κοίτα στη Γάζα!
Σκοτωμένα παιχνίδια.
Ποιος να τα κλάψει;

2
Στην Παλαιστίνη.
Μέσα στα δάκρυα της.
Εκεί θα με βρεις.

3
Καμένα φτερά.
«Παιδιά γερασμένα!» λες.
«Τι άλλο ζητούν;»

4
Πάνω στους τοίχους.
Στη χλωρίδα της Γάζας.
«Βόμβες σιωπής!» .

5
Μέσα στις λάμψεις.
Στων νεκρών την λαχτάρα!
Είδα το «τέλος».

6 Άψυχη μάνα.
Στου παιδιού της τα χέρια.
Χαμογελάει!

7
Στον Ιορδάνη,
τα πουλιά δεν κελαηδούν.
Σταυροκοπιούνται…

*Από τη συλλογή “Οι ελεγείες της Ανατολής”, διαδικτυακή έκδοση http://www.24grammata.com (2013).

Argiris Chionis, The joy of knowledge

chionisargyris-icharatisgnosis-eikona-051

 
WHEN THE FIRST PUZZLEMENT went away, he tried to understand what was happening. Despite the biting, intolerable pain he felt in the middle of his back, he strived to turn his head to see what that ferocious vice that was cutting his body in two was.

He kept losing and regaining his senses and kept trying, until eventually he stopped and remained still looking that strangely woven wire in front of him and that piece of cheese he so desired a while ago but now was looking at it indifferently and considered it distant.

Time was passing and the vice was penetrating even deeper into his body, as his flesh and bones were surrendering slowly to its tight grip. He felt his entrails sticking together and he had the taste of vomit and blood in his mouth.
He was losing and regaining his senses, but he was so tense, that even without having his senses, his eyes were impossible to close. He had his eyes open thus, looking in front of him (seeing and non-seeing interchangeably) the small yellow (or maybe green, red or blue or…) piece of cheese he so desired a while ago (a while?) and now was looking at it indifferently and considered it distant, very distant or… close, very close, so close he would think at times that it had entered his head and was growing, growing… pressing the walls of his skull, making them creak.

He was trapped there, face to face with that piece of cheese growing and diminishing, going away and coming closer and in his tired mind started dawning shyly the thought that the strange piece of cheese, growing and diminishing, going away and coming closer, was an enemy that set him a trap.

He was losing and regaining his senses, always keeping his eyes open, striving, in the bright intervals, to remember his past life, to put his thoughts in order and to find the root of evil, as if it was possible to open the vice that tightened its grip on his crushed body.

He thought, first and foremost, what he did differently (the danger always lurks in the different thing, right?) that time than all the other times, the previous ones.

       He tried to remember all the details:
       How he waited to get dark…
       How he waited for those weird noises scaring him to stop
       How he emerged from the hole of…
       How he followed his smell…
       How… CRUNCH!

Everything had happened as usual and only that terrible clatter and that vice, cutting now his body in half, were the unknown elements. These were the result, though.

Aching more and more, with his eyes drier and the cheese growing and diminishing incessantly in front of them, losing and regaining his senses, thoughts he never had before came to him, because before he LIVED and that was, or at least it seemed to be simple and self-evident.

For the first time, he started wondering why he was scared by the daylight, why was he trying to avoid it?
       He couldn’t understand though and he kept passing out.
       His agony lasted long.
       His tired mind kept revolving around the same thoughts, to no avail.

Pinned there with his eyes open toward the piece of cheese incessantly growing and diminishing, with the vice wedged in his flesh, white darkness found him and it took the place of the black.

The noises that once scared him (only in the past) were heard again and they came closer, until they stopped beside him. Then, a magnificent force lifted him high and unstuck the vice from his body.

Right before he fell into the hot water, he understood. It was the first time in his life he understood something.

He almost felt happy and if he wasn’t only a mouse he might smile.

*Source: From the short story collection Istories mias palias epohis pou den irthe akoma (Aigokeros editions, Athens, 1981).

**Argiris Chionis (Athens, 1943-Throfari, Korinthia, 2011). Poetry, prose, translation. Lived and worked in Throfari, Korinthia. A collective edition of his poems is: I foni tis siopis. Poiimata1966-2000 (Nefeli editions, Athens, 2006). His last book: O,ti perigrafo me perigrafei. Poiisi Domatiou (Gavriilides editions, Athens, 2010).

***Translated from the Greek by Vassilis Manoussakis (Athens, 1972). Poet, short-story writer, translator. He holds a Ph.D. in Con­tem­porary American Poetry. He currently teaches at the Hellenic American University in Athens.

****Re-bublished by http://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2014/09/29/argiris-chionis-the-joy-of-knowledge/

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 709 (πεσμένα φύλλα)

Kieran Sperring από Surrealismo

Kieran Sperring από Surrealismo

μήνας,
από το χώμα
βγαλμένος, με αμυχές
στους φακούς της εστίασης,
χωρίς αγαλματίδια
στις παρέες των
γέλιων,
μόνο πλατύγυρα καπέλα
στα μισόκλειστα
μάτια
της υπόνοιας
και δάκτυλα εμπόλεμα
να πλέκουν συρματοπλέγματα κι εγώ,
να βλέπω την ουσία να βγάζει τον Νέρωνα,
ά ναι
και να γεμίζει
ο ομφαλός της μισάνοικτης
στέγης,
με θανατοποινίτες
του παραδείσου:
παράδοξα σε τυχαίους πλανήτες,
στα έσχατα
του υπογείου της αναμονής,
με τους ερημίτες
της σάρκας μου,
να αλυσοδένουν πινελιές ευτυχισμένων
λέξεων, φυσικά,
οι στίχοι είναι για να κλέβουν νοήματα,
από το
κενό της ψυχής
και να τα κάνουν απόπειρες,
για να γεμίζουν
φιάλες
αίματος,
για τα όνειρα
που υποφέρουν στις αμμοσπηλιές
της θεϊκής
μοχθηρίας,
γι’ αυτό,
θα με πιάσουν για κατοχή λέξεων παιδικών:
τους μορφασμούς
τρομοκρατούν,
τους
αυριανούς.

alexmil ©

Kieran Sperring από Surrealismo

Δήμητρα Καραφύλλη, Τρελή τυφλόμυγα

P5230353

Κλειδώνω.
Κλειδώνω καλά να φυλαχτώ από σένα, που
αθόρυβος, αθέατος, αδιάστατος
σχεδόν χωρίς αφή
μ’ αγγίζεις, με ζώνεις.
Φοράς τα χρώματα της ζωής μου
τη μυρωδιά των πραγμάτων μου
με ξεγελάς.
Τρελή τυφλόμυγα παίζω μαζί σου
ασυνείδητα.
Ξεχνιέμαι, σε ξεχνάω, ξεθαρρεύω.
Ας ήταν να ξεχνούσες μια φορά κι εσύ
φεύγοντας να με πονέσεις
φεύγοντας
να μη μου πάρεις τις στιγμές
να μη με λιγοστέψεις χρόνε,
απατεώνα.

*Από τη συλλογή “Τρελή τυγλόμυγα”, εκδόσεις Αρκαδικός Κήρυκας, 2013.

Τζούλια Φορτούνη, προληπτικά

Εκτός+Γραμμής

Πέμπτη σήμερα.
Νοτιάς. Θα βρέξει
να καθαρίσω όλα τα λούκια
από τις υδρορροές να μαζέψω
τα φύλλα των δέντρων
τα φύλλα της συκής
τα φύλλα ελέγχου
τα φύλλα των παραθύρων
τα φύλλα πορείας
τα φύλλα των εφημερίδων
κι εκείνα της καρδιάς

αειθαλής να μένει η ζωή
γιατί ό,τι φυλλορροεί
εύκολα σήπεται

*Από τη συλλογή, “Φυσικό αντίδοτο”, εκδόσεις Μανδραγόρας, 2013.