Αφορισμοί (Παρατηρήσεις για την αμαρτία, τον πόνο, την ελπίδα και τον αληθινό δρόμο) – Φραντς Κάφκα – Εκδόσεις Στιγμή

dsc00287

Του Μάκη Πανώριου

Φραντς Κάφκα, Αφορισμοι,
Εισαγωγή – Μετάφραση: Σπύρος Δοντάς,
Εκδόσεις Στιγμή, Αθήνα 2012,
σελ. 90
Τιμή € 8,52

Μπορεί η αμφίβολη ρεαλιστική πραγματικότητα να προκαλεί την μετάπλασή της σε λογοτεχνικό έργο. Αν όμως αυτή η διεργασία αρκεστεί στην φωτογραφική απεικόνισή της, τότε είναι καταδικασμένη να υποστεί την «μοίρα» της φωτογραφίας∙ την αναπόφευκτη σταδιακή φθοράς της.

Υπό αυτήν έννοια, και το μοιραία ξεπερασμένο, ως εκ τούτου, έργο, κάποια στιγμή παύει να «ομιλεί». Κατά κύριο λόγο, ο βηματισμός της όποιας ιστορίας του, ο οποίος συνεχώς διαμορφώνεται και, ως εκ τούτου, διαμορφώνει και την καθημερινότητα, άρα και τον Λόγο που την προσεγγίζει, είναι πολύ φυσικό, προϊόντος του χρόνου, να ακυρώνει και την περιστασιακή «στιγμή» της «πεπερασμένης» μυθολογίας του, αλλά και αυτόν τούτο τον Λόγο που επιστρατεύτηκε για να την «παγιδεύσει» και καμιά προσπάθεια «μετάφρασής» του εις τα καθ’ ημάς δεν μπορεί να τον «αναστηλώσει». Η όποια διάρκειά του ήταν περιορισμένου χρόνου και βραχύβιας διαδρομής. Αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως ότι στερείται σημασίας. Κάθε άλλο∙ μπορεί, πιθανώς, να λειτουργήσει ως ανοδικό σκαλοπάτι στην συνεχώς ανερχομένη κλίμακα της Λογοτεχνίας, προς ένα πλέον σύνθετο και απαιτητικό Έργο.

Ωστόσο, το εξαιρετικά ειδικό αυτό Έργο, υπερβαίνοντας τους ερεθισμούς της χωροχρονικής πραγματικότητας, ακόμη κι όταν τους χρησιμοποιεί ως αναγνώσιμα σύμβολα, μπορεί να τους υπερβεί και να αποκτήσει κοσμική, συμπαντική διάσταση. Στην περίπτωση αυτή το ανθρώπινο τοπίο έχει υποστεί εσωτερική υπαρξιακή μεταστοιχείωση, και ο εξωτερικά «καθημερινός» κάτοικός του αποκαλύπτεται αυτός που είναι στην πραγματικότητα: Κεντρικό πρόσωπο της αιώνιας τραγωδίας του που συνεχώς την επαναλαμβάνει στον αιώνα τον άπαντα. Ολομόναχος ξαφνικά έρχεται αντιμέτωπος με το μυστήριο του Χάους, κυρίως, με το αβυσσαλέο μυστήριο του Εαυτού. Ή διαπιστωμένη άνευ λόγου και αιτίας ύπαρξη του, τον ωθεί σε τολμηρές προσεγγίσεις, έως και αφάνταστες αποκρυπτογραφήσεις του Αγνώστου, οι οποίες, όμως, τον οδηγούν εν συνεχεία σε σκοτεινά αινίγματα, που όσο και αν επιχειρείται η επίλυσή τους, τόσο πιο περίπλοκα και δυσεπίλυτα αποδεικνύονται.

Το έργο του Τσεχο-Εβραίου γερμανόφωνου συγγραφέα Φραντς Κάφκα (Πράγα 1883 – 1924), επικυρώνει και επιβεβαιώνει τα ανωτέρω προλεχθέντα. Νεανίας ακόμη, δέχτηκε την λεγόμενη επίθεση της πραγματικότητας∙ και προϊόντος του χρόνου, και της υπαρξιακής του ενηλικίωσης, το όραμα του κόσμου άρχισε να αποκτά τερατώδη χαρακτηριστικά και εφιαλτικές διαστάσεις. Το οικείο περιβάλλον του μεταμορφώνεται σε σκηνή αρχαίας τραγωδίας, με κεντρικό «αντιήρωα» τον ίδιο, ως συμβολική «μυθιστορηματική» περσόνα του ανθρώπου γενικότερα. Βίωσε προβληματική, μάλλον δυστυχισμένη ζωή, με σύντομες ανάπαυλες σχετικής ηρεμίας. Κατά πάσα πιθανότητα ευτυχισμένος, με την φιλοσοφική ερμηνεία της ευτυχίας, δεν υπήρξε ποτέ. Όχι μόνο το εξωτερικό αλλά και το εσωτερικό περιβάλλον, η γονική εστία κυρίως, του αποκαλύπτονται ως τόποι μαρτυρίου-τιμωρίας του ενόχου. Το περιεκτικό αυτό σχήμα αποτελεί και το κέντρο της φιλοσοφίας του, με τις διακλαδώσεις του οποίου οικοδόμησε όλο το μνημειώδες έργο του. Βασικό σύμβολό της, με πλήθος παραλλαγές του, η μυθική σχεδόν μεταφυσική μορφή του Πατέρα που θα αποκτήσει οικουμενικά χαρακτηριστικά, τα οποία δεν θα επιβεβαιώσουν τον παραδοσιακό Πατέρας Αφέντη, αλλά θα αποκαλύψουν τον Πατέρα Κυρίαρχο. «Καταλάμβανες όλη τη Γη, και για το Παιδί δεν υπήρχε ούτε ένα κομματάκι της να σταθεί», τον προσδιορίζει υπαρξιακά, στην συγκλονιστική «Επιστολή στον Πατέρα» (1952), προσδιορίζοντας έτσι τη σχέση μεταξύ Γεννήτορα και Τέκνου, όπου Γεννήτωρ ο Ανώτατος Άρχων και Τέκνο ο Άσωτος Υιός. Υπό αυτή την οπτική, το ανθρώπινο πλάσμα αποκτά μια τρομαχτική συμβολιστική διάσταση, σύμφωνα με την οποία δεν είναι απλώς ένα «τυχαίο φαινόμενο», όπως τον θεώρησε η μοντέρνα ψυχαναλυτική οπτική του Έριχ Φρομ, αλλά ένας εκ προοιμίου αμαρτωλός που πρέπει να εκτίσει την ποινή του στη Φυλακή-Γη, μέχρι τη στιγμή που η Δικαιοσύνη θα την εκτελέσει. Η τραγωδία του έγκειται στο ότι δεν γνωρίζει το αμάρτημά του, ούτε και θα του αποκαλυφθεί στη διάρκεια της ζωής του. Πολύ φυσικό να είναι αδύνατον να εισέλθει στο Ανώτατο Δικαστήριο για να αποδείξει την αθωότητά του, που ενδέχεται και μην υπάρχει, εφ’ όσον ο κατηγορούμενος είναι δεδομένος και ως εκ τούτου δεν υπάρχει λόγος να δικαστεί. Στον Πύργο, ως αποσυνάγωγος, δεν θα του επιτραπεί ποτέ να μπει. Ούτε και στον περιβάλλοντα χώρο του έχει θέση. Θα εξοριστεί σε μια φανταστική Αμερική που λειτουργεί συμβολικά ως Φυλακή-Γη. Θα επιχειρήσει ματαίως να καταφύγει στο Νόμο, αλλά φυσικά η είσοδος δεν θα του επιτραπεί. Θα αφήσει την τελευταία του πνοή μπροστά στην Πύλη του, πεθαίνοντας «σαν το σκυλί».

Υπό αυτή την ερμηνεία του μυστηρίου της ύπαρξης, όπως την νοεί ο Κάφκα, η ζωή δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένη, ούτε «φυσιολογική», διότι πώς μπορεί να είναι ευτυχισμένος και «φυσιολογικός» ο εκ φύσεως «ένοχος»; Πολύ «φυσικά», επομένως, όταν του «αποκαλύπτεται η ενοχή του να διαπιστώνει ότι στη ζωή δεν υπάρχει ευτυχία, μόνο οδύνη, και η Γη δεν είναι παρά το κολαστήριο της τιμωρίας του. O συγγραφέας Κάφκα, θα την σχεδιάσει με ανεπανάληπτους μύθους, ως «καθημερινός» άνθρωπος όμως, υποσυνείδητα πιθανώς, θα επιχειρήσει να την εξορκίσει σε επίπεδο διαπροσωπικών σχέσεων. Θα προσπαθήσει να δημιουργήσει μια γέφυρα επικοινωνίας με το εξωτερικό (γυναίκες, φίλους) και το εσωτερικό (γονική εστία κυρίως) περιβάλλον. Αυτή τη γέφυρα δεν θα την «χτίσει» ποτέ. Θα αποτυγχάνει συνεχώς στην προσπάθειά του να την «οικοδομήσει». Ούτε και ο συγγραφέας που πίστευε ότι ήταν, «είμαι μόνο λογοτεχνία», τον κάλυπτε. Θεωρούσε τον συγγραφικό του Λόγο μάταιο∙ δεν ήταν αυτός που θα ήθελε να είναι. Μισοτελειωμένα έργα, συνεχείς παραλλαγές τους, σπαράγματα κειμένων, αγχωτική αλληλογραφία, ασθματικά ημερολόγια, μια αφάνταστη παραμορφωτική εικόνα της καθημερινής του τραγωδίας. Θα ήθελε, αναχωρώντας απ’ αυτή, να μη μείνει τίποτε απ’ αυτόν τον «ένοχο», δεν ήθελε «η ντροπή να εξακολουθήσει να ζει και μετά απ’ αυτόν»∙ και ζήτησε απ’ τον φίλο του Μαξ Μπροντ να καταστρέψει ό,τι είχε γράψει. Ευτυχώς ο Μπροντ δεν τον υπάκουσε, κι έτσι ο κόσμος πλούτισε με την μοναδικής ποιότητας και ύψους πνευματική κληρονομιά του.

Οι ανά χείρας «Αφορισμοί» του, γράφτηκαν μεταξύ 1917 – 1918, και δεν έχουν καμιά απολύτως σχέση με την χριστιανική-εβραϊκή-καθολική σημασία τους. Ωστόσο, σύμφωνα με τον Μπροντ πάντα, «σχεδιάζουν και εικονογραφούν την προσωπική θεολογία» του φίλου του. Πρόκειται για σύντομα αινιγματικά κείμενα, αλλόκοτα, παράδοξα, απόκοσμα, ανερμήνευτα εν πολλοίς, που αποκαλύπτουν ένα εσωτερικό ανθρώπινο σύμπαν σε συνεχή αναταραχή. Δεν υπονομεύουν απλώς τον ρεαλισμό που τα προκάλεσε, αλλά υπερβαίνοντάς τον λειτουργούν ως ποιητικά σπαράγματα, την «ουσία» των οποίων ο αναγνώστης πρέπει να αναζητήσει στο βάθος της εικόνας τους και πίσω από τις λέξεις τους. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι, αυτός ο απαιτητικός αναγνώστης, επανέρχεται συνεχώς στο ανεξερεύνητο τοπίο τους, ανακαλύπτοντας συνεχώς άγνωστες εισόδους προς αυτό, που του είχαν διαφύγει στην προηγούμενη επίσκεψή του, και που τον οδηγούν σε άλλες «περιοχές», την αμφίβολη ερμηνεία των οποίων είναι προτιμότερο να αποφύγει και να αφεθεί στην απόλαυση της ποιητικής τους διάστασης. Η «μελωδία» τους και μόνο είναι, πιθανώς, ένα ανεκτίμητο κέρδος. Ούτως η άλλως, η ωραιότητα και η όποια εσωτερική της διάσταση απολαμβάνεται τέτοια που είναι εκ φύσεως, και χωρίς «βαθυστόχαστες» αναλύσεις, που μάλλον τις βλάπτουν αν δεν τις παρερμηνεύουν μάλιστα. «Όλος ο κόσμος θέλει να καταλάβει την ζωγραφική», είχε πει ο Πικάσο. «Γιατί δεν προσπαθεί να καταλάβει το κελάδημα ενός πουλιού ή τα κύματα που φλοισβίζουν;»

Οι «Αφορισμοί», δεν μεταδίνουν μόνο το κελάδημα ή τον φλοίσβο, αλλά κυρίως την κραυγή αγωνίας του πάσχοντος (σκεπτόμενου) ανθρώπου, που βασανίζεται από τα εφιαλτικά φαντάσματα του αινίγματος της ύπαρξης. Επιλέγω έναν απ’ αυτούς, όχι τόσο ως δείγμα γραφής τους, όσο, κυρίως, για το συμπυκνωμένο νόημα της φιλοσοφίας του Κάφκα, μια «ποιητική» γραφή, αν μπορεί κανείς να την ονομάσει έτσι, της ανθρώπινης τραγωδίας: «Ένα κλουβί αναζήτησε ένα πουλί» (16). Σε πρώτη ανάγνωση η παράδοξη αυτή φράση μοιάζει το λιγότερο παράλογη, αν όχι εξωφρενική, ακόμη και με ποιητικά κριτήρια. Μια δεύτερη, όμως, πιθανή αποκρυπτογράφηση του «κρυφού» συμβολισμού της, χωρίς αυτό να σημαίνει επ’ ουδενί ότι είναι απαραιτήτως μόνον αυτή, μας επιτρέπει μια τολμηρή ερμηνεία της, παρ’ όλο που είναι εντελώς αδύνατο να συλλάβει κανείς τις ψυχολογικές «αναταραχές» του συγγραφέα που υπαγόρευσαν τη γραφή της στη δεδομένη στιγμή. Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την «άλλη» ανάγνωση των συμβόλων της, Κλουβί είναι η Αιώνια Φυλακή-Γη η προορισμένη για τον Ένοχο. Πουλί είναι αυτός ακριβώς ο Άνθρωπος-Ένοχος. Το Κλουβί γνωρίζοντας τον υπαρξιακό του ρόλο αναζητά το Πουλί να το κατοικήσει, επειδή ως Καταδικασμένο η θέση του είναι μέσα σε αυτό. Δεν νοείται να το αποφύγει, δεν μπορεί να το αποφύγει, διότι αν «επαναστατούσε» απορρίπτοντας και την διαπιστωμένη ενοχή του και τον συμβολικό χώρο απόδοσης Δικαιοσύνης, τότε υπάρχει κίνδυνος διασάλευσης της Κοσμικής Τάξης, κατάρρευση των θεμελιωδών ισορροπιών της, απόρριψη των Νόμων που την συνιστούν, και ως εκ τούτων Καταστροφή του Σύμπαντος. Δεν θα επιτραπεί ποτέ σε ένα τέτοιο Έγκλημα να νομιμοποιήσει αυτή την Αναρχία. Το Πουλί οφείλει να αποδεχτεί το Κλουβί∙ και δεν έχει καμιά σημασία ότι δεν γνωρίζει το Σφάλμα του. Αυτό θεωρείται δεδομένο. Και μόνο η αναγγελία της ενοχής του το επιβεβαιώνει, το Κλουβί το συνυπογράφει και ο θάνατός του το επισφραγίζει. Η Κοσμική Τάξη πρέπει να αποκαθίσταται.

Θα μπορούσε κανείς να συνεχίσει επί μακρόν τις προσπάθειες «ερμηνείας», πιθανώς και υπό άλλες οπτικές γωνίες. Η προτεινόμενη δεν φιλοδοξεί να είναι η απόλυτη, προτείνει όμως ένα πιθανό βλέμμα ανάγνωσης των «Αφορισμών», τους οποίους ο προβληματισμένος αναγνώστης μπορεί να προσεγγίσει, θα τολμούσαμε να πούμε, ακόμη και αν δεν γνωρίζει τον συγγραφέα και το έργο του∙ επειδή το κάθε ένα απ’ αυτά εκπέμπει την δική του υπαρξιακή κραυγή.

Κλείνοντας το σημείωμα θα πρέπει να τονίσουμε την ποιότητα της λογοτεχνικής μετάφρασης του Σπύρου Δοντά, η οποία μεταγράφει εις τα καθ’ ημάς με μουσικά ελληνικά τους «Αφορισμούς». Η εμπεριστατωμένη και κατατοπιστική εισαγωγή του εξάλλου θα βοηθήσει τα μέγιστα τον αναγνώστη να «εισέλθει» στο μυστικό σύμπαν τους. Αφορισμοί (Παρατηρήσεις για την αμαρτία, τον πόνο, την ελπίδα και τον αληθινό δρόμο) (Betrachtuhgen uber Sunde, Leid, Hoffnung und den wahren Weg, 1917-1918).

*Πηγές: http://bookpress.gr
http://bibliokaibiblio.wordpress.com/page/3/

aforismoi

Εσμεράλδα Γκέκα, Από τον “Ουρανόδεικτο”

10606290_1494458167469470_4232727974117902119_n

Για πότε ο κόσμος γίνεται

υπόθεση ιδιωτική

σαν θάνατος

και μένεις δίχως λαλιά

να διδάσκεις την εμβρυακή σου γλώσσα

στ’ ανθρωπόμορφα άστρα

Ώσπου ν’ αδράχνεις μες στο χάος

κάτι που να μοιάζει με μειδίαμα 

και φως.

*”Ουρανόδεικτος”, εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Θωμάς Γκόρπας, Τσιγάρα

01-2

Μνήμη Μάριου Χάκκα

Μάταια κυνήγησα τα μάτια που ονειρεύονται στους άλλους τόπους.
Πολλές φορές βρήκα την άκρη μα όσες τη βρήκα χάθηκα μαζί της.
Είχαμε μια παρέα κάποτε τα πάντα είχαμε και τίποτα δεν είχαμε
ανάμεσα στα πλούσια δάχτυλά μας είχαμε φτωχά τσιγάρα
Τέλειον Ξάνθης Κιρέτσιλερ και Έθνος χύμα …
Χίλιες φορές κοιμήθηκα με το τσιγάρο αναμμένο
απ’ άλλα κάηκα κάηκα έγινα στάχτη μέσα από τη στάχτη μου
ξαναγεννήθηκα ο ίδιος κι απαράλλαχτος
μόνο λιγάκι πιο προσεκτικός με τους χαφιέδες …
Τελευταία τσιγάρα τελευταία λεφτά και τελευταίο μπάνιο
θλίψη μαύρη δροσιά και θλίψη προκαταβολή της ευτυχίας
παντέρημη πλαγιά βελανιδότοπος και ένας βράχος
θαυματουργός που έγινε γυναίκα σιωπηλή γυναίκα
μια απαρηγόρητη γυναίκα που έγινε βράχος
θαυματουργός βράχος πατρίδα χαμένη κερδισμένη πού πατρίδα
πού βράχος γυναίκα και γυναίκα βράχος και βράχος βράχος

πάει
τρελάθηκε η ποίηση
τρελάθηκα τρελάθηκες τρελάθηκε
τα ρήματα τα σύρματα τα σήματα τα σήμαντρα
ένα κελάηδισμα το ίδιο πάντα
άαααα …
πόσο μεγάλο είναι το ρεμπέτικο …

Κώστας Γαρίδης, Το ναυάγιο της χαράς

sea

Έτσι πρέπει να ήταν. Μάλωνε
το φεγγάρι, κάποια νύχτα, με τα σύννεφα
με τους ανέμους μάλωνε και προχωρούσε
στον ουρανό τρεκλίζοντας. Πρέπει έτσι
να ήταν, ή μπορεί και να έβρεχε πολύ.
Ήτανε, πάντως, νύχτα όταν βυθίστηκε
το πλοίο “Χαρά” στη θάλασσα της Απόγνωσης.

*Παρμένο από το Ποιητικό Σταυρορόμι στο http://poihtikostayrodromi.blogspot.gr

Roberto Bolaño, Ανάσταση

βελανιδιες

Για το Ρομπέρτο Μπολάνιο Άβαλος

Η ποίηση μπαίνει στο όνειρο
όπως ο δύτης σε μια λίμνη.
Η ποίηση, πιο τολμηρή απ’ τον καθένα
μπαίνει και πέφτει,
σαν μολύβι
σε μια λίμνη άπατη όπως το Λοχ Νες
ή θολή και άτυχη όπως η λίμνη Μπαλατόν.
Παρατηρήστε τη από το βυθό:
Ένας δύτης
αθώος
τυλιγμένος στα φτερά
της θέλησης.
Η ποίηση μπαίνει στο όνειρο
όπως ένας δύτης νεκρός
στο μάτι του Θεού.

*Μετάφραση: Κωσταντίνα Παναγοπούλου-Pérez. Από το http://www.poiein.gr

Ειδήσεις 76

228281_141568239250055_7357410_n

*Δεν ξέρω τον ή την συγγραφέα αυτών των στίχων. Απλώς μου άρεσαν, είδα επίσης ότι είναι πολιτικοί στίχοι και τους αναδημοσιεύω εδώ. Όποια/ος γνωρίζει κάτι ας με πληροφορησει…

Μιχάλης Παής, Τόσο απλά

Artist impression shows swirling clouds of hydrogen and helium gases illuminated by the first starlight to shine in the universe after the Big Bang

Κι όμως…
… οι έννοιες που θαρρούμε
ότι ο νους μας γεννά
Δεν είναι άλλο από «τοπία»
Που περιγράφει η σκέψη
από την ισόβια Οδύσσεια της
στη δομή των πραγμάτων

Ούτε η διαστολή του σύμπαντος
οφείλεται σε κάποια μεγάλη έκρηξη,
αλλά στα όσα τυχαία ξεπηδούν στο χώρο
από το ξεχείλισμα της ενέργειας
και προσδένονται στη συνείδηση
του όλου κτίσματος…

Όλα διασυνδέονται
και εξελίσσονται αλυσιδωτά
Από την ικανότητα
των αρχικών μικρόκοσμων
να μορφοποιούν
με τις διακυμάνσεις της ενέργειας
τη πολυπλοκότητα
του νου των αισθήσεων
και να οργανώνονται
σε σύνθετες οντότητες-κοινωνίες…

Τόσο απλά!;

© M.Pais
Melbourne 2014

Dylan Thomas, Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία

Dylan-Thomas

Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί θα γίνουν ένα
Με τον άνθρωπο του ανέμου και του δυτικού φεγγαριού
Όταν ασπρίσουν τα κόκκαλά τους και τριφτούν τ’ άσπρα κόκκαλα
θάχουν αστέρια στον αγκώνα και στο πόδι
Αν τρελλάθηκαν η γνώση τους θα ξαναρθεί,
Αν βούλιαξαν στο πέλαγος θ’ αναδυθούν
Αν χάθηκαν οι εραστές δεν θα χαθεί η αγάπη
Κι ο θάνατος δεν θαχει πια εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία
Όσους βαθειά σκεπάζουν οι στροφάδες των νερών
Δεν θ’ αφανίσει ανεμοστρόβιλος
Κι αν στρίβει ο τροχαλίας κι οι κλειδώσεις ξεφτίζουν
Στον τροχό αν τους παιδεύουν δεν θα τους συντρίψουν
Στα σπασμένα τα χέρια τους θαναι η πίστη διπλή
Κι οι μονόκεροι δαίμονες ας τρυπούν το κορμί
Χίλια κομμάτια θρύψαλα κι αράγιστοι θα μείνουν
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία
Ας μη φωνάζουν πια στο αυτί τους γλάροι
Ας μην σπάζει μ’ ορμή στο γιαλό τους το κύμα
Εκεί που εν’ άνθι φούντωνε δεν έχει τώρα ανθό
Να υψώσει την κορφή του στης βροχής το φούντωμα
Τρελλοί, μπορεί, και ξόδια, ψόφια καρφιά, μα ιδές
Φύτρα των σημαδιών τους, να, σφυριές οι μαργαρίτες
Ορμούν στον ήλιο ωσότου ο ήλιος να καταλυθεί,
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία
(And Death Shall Have No Dominion, 25 Poems, 1936)

*Η πληρέστερη -ίσως- μέχρι σήμερα συλλογή ποιημάτων του μεγάλου Ουαλού ποιητή Ντύλαν Τόμας. Ενός ανθρώπου που αγαπήθηκε και λατρεύτηκε όσο τίποτε άλλο από την αμερικάνικη και βρετανική λογοτεχνική κοινότητα την εικοσαετία από το 1930 και έπειτα. Σε μετάφραση του έλληνα ποιητή-μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα, από τις Εκδόσεις Ερατώ το 2003, ουσιαστικά η συλλογή στηρίχτηκε στο βιβλίο “Collected Poems, 1934-53”, που εκδόθηκε αρχικά το 1988 και ύστερα το 2000. Όμως ο μεταφραστής έλαβε υπόψη τους ένα σύνολο βιβλιογραφίας, που περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα βιβλία που έχουν εκδοθεί για τον Τόμας είτε ποίησης είτε πεζογραφίας, καθώς επίσης ραδιοφωνικές εκπομπές, κινηματογραφικές ταινίες, την σπουδαία αλληλογραφία του και συλλογές κειμένων για τον σπουδαίο ποιητή. Το τελικό αποτέλεσμα, το βιβλίο “Το Χρώμα της Λαλιάς”, περιλαμβάνει ένα αξιολογότατο εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή με τίτλο “Διαβάζοντας το ποιήμα του Ντύλαν Τόμας”, μια πολύ καλή επιλογή ποιημάτων από όλες τις ποιητικές συλλογές του ποιητή, τα κείμενα του ίδιου του Τόμας για την ποιητική τέχνη, κριτικές των ποιημάτων του από σύγχρονούς του καθώς και ένα πλούσιο Χρονολόγιο της ζωής του.
Αγαπήστε με Ντύλαν Τόμας λοιπόν…


*Πηγή: http://vakxikon.blogspot.com

Fabio Morabito, Αλεξάνδρεια, Μιλάνο, Μεξικό

morabito.logoskaitexni

Ο Φάμπιο Μοράμπιτο γεννήθηκε από Ιταλούς γονείς το 1955 στην Αλεξάνδρεια, πέρασε τα παιδικά του χρόνια στο Μιλάνο, εγκαταστάθηκε το 1970 στο Μεξικό και γράφει στα ισπανικά, διηγήματα και ποιήματα. Λίγα πεζά του έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, την ποίησή του ανακάλυψε τώρα ο Χανς-Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ σαν μια νέα φλέβα χρυσού μέσα στην αχανή επικράτεια της ισπανικής λογοτεχνίας. Είναι μια ποίηση εντελώς απέριττη και βαθύτατα ανθρώπινη. 

Τα δόντια μου

Επί χρόνια παραμελούσα
το κόκκαλο που τα συγκρατεί,
και να τώρα οι συνέπειες.
Έχω χάσει κιόλας τρία,
ενώ ακόμα τέσσερα
βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο.
Στα πενήντα μου και κάτι
και κατά τα λοιπά σε άριστη φόρμα
έχω τη μασέλα ενός γέρου.
Κάθε μήνα εξετάζω με το δάχτυλο
Ένα-ένα τα δόντια μου και τρομάζω όταν κάποιο κουνιέται.
Αν πίστευα ακόμα στον θεό,
θα τον παρακαλούσα να διαφυλάξει
τη μασέλα μου στην παρούσα κατάσταση,
ούτε ένα δόντι λιγότερο ούτε ένα περισσότερο.
Αλλά τι να εκνευρίζω τώρα τον θεό
μόνο και μόνο για μερικά δόντια;
Καλύτερα να προετοιμάζεται κανείς
Για τα χειρότερα από την οδοντόπτωση.
Εξάλλου έχω σταματήσει από καιρό
να μασάω άγαρμπα
και να φιλώ αχαλίνωτα.
Είμαι ακόμα σχετικά εμφανίσιμος.
Αλλά η κατάπτωση έχει αρχίσει,
έστω κι αν την υπομένω με αξιοπρέπεια,
με έχει πειράξει αυτός ο εκφυλισμός των οστών,
στον βαθμό που δεν είναι αναστρέψιμος.
Το ξέρουμε: τα εμφυτεύματα δεν κάνουν τίποτα,
το κόκκαλο δεν είναι ανόητο, όπως νομίζαμε,
κανένα κόκκαλο δεν ξεγελιέται με άλλα ένθετα οστά,
το απόθεμα κοκκάλων είναι καθορισμένο διά παντός,
όπως και ο μέσος όρος ηλικίας.
Αυτά τα πράγματα δεν πολλαπλασιάζονται σαν το κεφάλαιο.
Ένα κι ένα κάνουν δύο, κι από κει και πέρα πρέπει να τα βγάλει
κανείς πέρα μόνος του, πόσο μάλλον που όπως τα δόντια
έτσι κι ο θεός, το χειρότερο όλων των εμφυτευμάτων,
μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκπέσει.

Ο δοκιμιογράφος και ποιητής Χανς-Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ ανακάλυψε και παρουσίασε έναν Ιταλομεξικανό ποιητή, τον Φάμπιο Μοράμπιτο. Η αναπάντεχη λιτότητα και ευθυβολία των στίχων του εκπλήσσει.

Είθισται τελευταίες μέρες του Δεκεμβρίου να συνιστά κανείς από τα διαβάσματα της χρονιάς ενδιαφέροντα βιβλία, που για τον ένα ή τον άλλο λόγο έμειναν αλησμόνητα. Εμείς ας μην προτείνουμε σήμερα κανένα φετινό βιβλίο, αλλά ένα συγγραφέα άγνωστο και αμετάφραστο ακόμα στα ελληνικά. Το όνομά του Φάμπιο Μοράμπιτο. Για την ακρίβεια τον ανακάλυψε πριν από μας και τον παρουσιάζει αυτή την εβδομάδα στη Frankfurter Allgemeine Zeitung o Χανς-Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, ένας από τους σημαντικότερους δοκιμιογράφους και ποιητές της μεταπολεμικής Γερμανίας. Ας διαβάσουμε κατ’ ευθείαν, χωρίς να προηγηθούν άλλες πληροφορίες για τον άγνωστο και αμετάφραστο Φάμπιο Μοράμπιτο, ένα ποίημά του:

Οι κούνιες

Ο καθένας μας ξέρει τις κούνιες,
είναι απλές όπως ένα κόκκαλο
ή όπως ένας ορίζοντας.
Λειτουργούν με έναν επιβάτη
και για τη συντήρησή τους αρκεί
να τις ξαναβάφει κανείς που και που.
Κάθε γενιά τις περνάει ένα χέρι
με ένα καινούργιο χρώμα
(για να εξυμνήσει τα δικά της παιδικά χρόνια),
αλλά κατά τα άλλα τις αφήνει ως έχουν.
Κανένας δεν προσπαθεί να βρει καινούργιο ντιζάιν
για τις κούνιες, ουδέποτε υπήρξαν
αγώνες ή μαθήματα κούνιας,
τις κούνιες δεν τις κλέβει κανείς,
ποτέ το ραδιόφωνο δεν μεταδίδει το τρίξιμο
που κάνουνε οι κούνιες.
Οι άνθρωποι κάθε γενιάς τις βάφουν
με άλλο χρώμα,
για να θυμούνται τις κούνιες εκείνες
που σαν ήταν παιδιά τους μύησαν
στο κούνια μπέλα,
στη μελαγχολία,
στη μάταιη προσπάθεια
να θέλουν να είναι διαφορετικοί από τους άλλους,
εξαντλώντας έτσι σαν παιδιά
και τις τελευταίες δυνάμεις τους
για κάτι το ακατόρθωτο,
με την ελπίδα να μεταμορφωθούν,
ως ότου κάποια μέρα, χωρίς να χύσουν
ούτε ένα δάκρυ, κατέβηκαν από την κούνια τους
και ξαναβρήκαν τον εαυτό τους
και το καθαρά προσωπικό τους όνομα,
ένα βήμα πια πιο κοντά στον μακρινό ακόμα θάνατο.

Προλογίζοντας το μικρό απάνθισμα από την ποίηση του Φάμπιο Μοράμπιτο, ο Χανς-Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ γράφει: «Τα καλά ποιήματα μπορεί να τα διαβάσει κανείς εντελώς γυμνά, χωρίς σχόλια και ερμηνείες». Ας είναι αυτή η παρατήρηση και η δική μας κατακλείδα.

*Του Σπύρου Μοσκόβου
Πηγή: http://www.dw.de
Πηγή: http://entefktirio.blogspot.com