Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κέρματα V

2

Τρίστιχο μόνο
κι όμως χωρά μέσα του
μεγάλο πόνο.

***
Τρίστιχο μόνο
μ’ ακέραιο εκφράζει
το συναίσθημα.

***
Το καλοκαίρι
τρέχει ο ιδρώτας μου
κι ας μη δουλεύω.

***
Θλίψη το δείλι
κι ας βάφεται κόκκινος
ο ορίζοντας.

*** ΄Ομορφη φύση.
Κοιτά κι αποκοιμιέται.
Ντροπή, Ποιητή.

Erich Mühsam, Στο κελί

38

Άλλη μια μέρα που περνά αθόρυβα, δειλά:

κενή σταγόνα που προστίθεται στα χρόνια, φευγαλέα,

κι απ΄το πηχτό το Τίποτα της νύχτας σαν κυλά

και μέσα στην αυγή σκορπιέται η σκιά η τελευταία,

ευφρόσυνα για σένα το ψυχρό φιλί της μέρας δεν χαράζει,

γιατί το αύριο σαν σήμερα και χθες θα μοιάζει.

Στη φυλακή είναι η ζωή χωρίς παρόν

και της ελπίδας την επιστροφή μονάχα θέλει,

γεμάτη είναι ως τα χείλη απ΄το παρελθόν,

σκληρό αν είν΄το στρώμα που ησυχάζεις δεν την μέλει,

αν το πινάκι σου είναι άδειο ή τροφή αν έχει
-
απατηλός, χωρίς συναίσθηση στιγμής, ο χρόνος τρέχει.

Νέος δεν μένεις, αλλά ούτε δεν γερνάς,

συνήθεια είναι ό,τι σε ξυπνά κι ό, τι σε νανουρίζει,

το «Πότε;» και ποτέ το «Πώς;» είναι αυτό που ρωτάς,

μα «Πότε;» είναι απαίτηση που μέλλον προσδιορίζει.

Αλίμονο, μπορεί η συνήθεια αυτή να σε σκοτώσει…

Μείνε Εσύ! Πάντα Εσύ! Στη λήθη η ελπίδα ας μην τελειώσει!

*Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης. Από το http://www.poiein.gr

Κώστας Ρεούσης, Τρία ποιήματα

eaneia-dhiethiaoa-1993-1997

Χαμαιλέων

ΔΡΟΜΕΑΣ

Της αποκριάς η προσωπίδα

φώναξε μεστωμένη στο σάλιο

του προηγούμενου φιλιού

τα μάτια ανοιχτά το νερό

τρέχει τον κατήφορο

πρωταθλήτρια των στίβων

η ασώματη φορεσιά.
 
*

ΑΝΑΠΑΥΛΑ

Έναν ύπνο χρωστώ να κοιμηθώ

για να ’ναι η αύριο καλή

μέρα όμως τ’ άνοιγμα του

ματιού διαρκεί περισσότερο

όπως το βλέφαρο

ξεκολλάει την τσίμπλα ο νεκρός

φιλιέται με την ξεκούρασή μου.
 
*

ΚΡΕΑΣ ΠΛΕΕΙ ΣΤΟ ΒΥΘΟ

Μες στο σπέρμα με τη

μύξα της ίωσης ξερή

να υγραίνω την πλάτη

στα σεντόνια της φανέλας

ώσπου το σπίτι έγινε θάλασσα

ώρες ξυπνώ με τη σαπίλα

δίπλα να κοιμάται ακούω

τη φωνή της και κρυώνω

όνειρο φέρνω παντού

μουσκεμένο βλέπει στάλες

να κυκλώνουν κάμπιες όταν

η μούχλα καλύπτει με

πράσινα στίγματα την

ανάποδη όψη του σώματος.

*Από τη συλλογή “Καρίνα”, εκδ. Φαρφουλάς, 2012.

Έκτωρ Κακναβάτος, Σκύλος τοξότης

10168099_627320234026830_7482429859224850288_n

Τώρα σε τέταρτη διάσταση συνεχίζω όσα δεν είπαμε.
Χαμογελώ του χρώμιου χτες του ψευδάργυρου
αύριο πεθαίνω του λιγνίτη
χαλκός και νίκελ ματώνουν μες στα χέρια μου
που πρέπει τ’ αναστάσιμα καρφιά μας να ισιώνω
κ’ η διεθνής του αντιμόνιου απ’ το χαράκωμα
ατέλειωτο ταμπούρλο.

Θεόσταλτοι αφορισμοί από τους άμβωνες με οχταήχι
με σιγγίλια π ε ί θ ο υ ν ε με ξιφολόγχες και
χρηματιστήρια, με οχτάστηλα η τέταρτη εξουσία
κι ο δεξιός ιεροψάλτης λουστρίνι μάγουλο
βήμα που τό ’μαθε η χήνα
καινούργιος στη μασχάλη του ο χαρτοφύλακας
από το δέρμα σου πατρίδα.

Μόνο ο ιδρώτας μου ερυθρόδερμος παραμερίζει
υπόκλιση άψογη, χαμόγελο νέα μανιφατούρα
ξάφνου αμολάει το κανελί σκυλί του
κι όλα γίνονται της πουτάνας.
Δεν περνάει το δικό σου,
όχι.

*Από την ποιητική συλλογή: “Οδός Λαιστρυγόνων” και από το βιβλίο: Έκτωρ Κακναβάτος, «Ποιήματα 1943-1987», Εκδόσεις Άγρα, 2010, σελ. 225.

Σπύρος Μεϊμάρης, Ξημέρωσε Επιτέλους

digital-surrealism-3

Ξημέρωσε επιτέλους
εκεί πίσω στα βουνά.
Το αεράκι εισέρχεται
μέσα από το παράθυρο.
Δροσιά στους ώμους.
Βήματα αργά στην κουζίνα.
Ποτήρι κρύο νερό.
Όνειρα που αφήνω δυσαρεστημένος.
Μακρινές οπτασίες που διαλύονται
ενώ κάθομαι με τον εαυτό μου.
Χέρια που αφοσιώνονται.
Μνήμες που έρχονται.
Ηλιόλουστες σκηνές ταξιδεύοντας.
Επιστροφή στα οικεία,
στα καθημερινά.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα 2009-2013”.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Κλινικά απών, εκδ. Γαβριηλίδης

Χλόη+Κουτσουμπέλη-Κλινικά+Απών

Της Ρένας Πετροπούλου-Κουντούρη*

Κλινικά απών είναι ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής της Χλόης Κουτσουμπέλη, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Πρόκειται για την έβδομη κατά σειράν συλλογή ποιημάτων που εκδίδει η Θεσσαλονικιά ποιήτρια μετά την πρώτη εμφάνισή της στα Γράμματα το 1984, με το ποιητικό έργο Σχέσεις σιωπής (Εκδόσεις Εγνατία).

Με βαθιά, γήινη φωνή –ανοίγοντας έτσι μια μικρή χαραμάδα στην εγγύτητα της επικοινωνίας με τον αναγνώστη–, η ποιήτρια καταδύεται στις διαστάσεις του αδόκητου, της αλληγορίας, του συμβολισμού, στο γήινο των πραγμάτων ταξίδι και στο άλλο ταξίδι το ονειρικό, παρεμβαίνοντας καθοριστικά στη λογική τους. Όλοι οι στίχοι της υπαινίσσονται την ύπαρξη ενός υπερφυσικού, σκοτεινού κόσμου, που δεν τον βλέπουν τα μάτια, αλλά που φανερώνεται ακέραιος μέσα από τη φαντασιακή ανασυγκρότησή του και παρουσιάζεται στο ποίημα σαν οργανικό σύνολο. Η ποίησή της αναπτύσσει:

Η Θεσσαλονικιά ποιήτρια της νέας γενιάς, και με τις προηγούμενες συλλογές της αλλά και με το παρόν έργο, αποτελεί πλέον μια αναγνωρίσιμη, σπουδαία και πρωτότυπη ποιητική φωνή, αφήνοντας ήδη από τώρα σημαντική παρακαταθήκη στη σύγχρονη νεοελληνική ποίηση.

Τη θεματική της ερωτικής απώλειας και ματαίωσης:
Φορώ ένα σκονισμένο νυφικό/ με μακριά ουρά που σέρνεται στο δρόμο/
η αρρώστια καλπάζει/ κόκκινο άλογο μέσα στην καρδιά./ –αγαπώ νεκρά γιατρέ/
ή
το να συντηρεί κανείς κατεψυγμένους έρωτες/ είναι κι αυτό μια τέχνη.

Της απουσίας που επίκειται και εντέλει συντελείται:
Αν ήμουν πιο προσεκτική
θα είχα από τότε αποσυνθέσει την ελπίδα
επίσημα θα ήσουν τώρα
κλινικά απών.

Της λήθης που αναπαράγει μνήμες και ταυτόχρονα αναπαράγεται:
Η Μνήμη μπορεί να εκτιναχτεί/ με ένα μόνο τηλεφώνημα/ και όλη η λήθη να καταποντιστεί/ στον ζεστό κόλπο της αλήθειας.
Της αποδοχής του πένθους, όπου οι συλλήψεις του παράδοξου και του αλλόκοτου συνιστούν μιαν ενόραση κατεξοχήν ποιητική.

Να το κρατάτε εξημερωμένο στην αυλή./ Κάποιες νύχτες να αφήνετε την πόρτα ανοιχτή./ Θα ανεβαίνει στο κρεβάτι/ πηχτές κηλίδες στα σεντόνια/ δαγκωματιές στο στήθος, στο λαιμό./
Θα το ακούτε ν’ αλυχτάει./ Δεν θα το αλυσοδέσετε ποτέ./
ή
Να υιοθετήσεις κοράκι υπηρέτη/ με μαύρη ρεντιγκότα και στιλπνά παπούτσια/ για να επιμεληθεί της νεκρικής πομπής.

Η ποιήτρια αμφιδρομεί ανάμεσα στις πληγές της παιδικής ηλικίας:
Βρισκόμουν σε ορφανοτροφείο/
φορούσα γκρι φουστάνι κι άσπρες κάλτσες/ έψαχνα μια κούκλα δίχως χέρια
ή
Δεν έβρισκα το σωστό νούμερο ανθρώπου/ η πλέξη ήταν χαλαρή/ ή οι τεράστιες βελόνες μπήγονταν στο στέρνο.

Της μεταφυσικής αγωνίας που μεταμορφώνεται σε αδημονία:
Το πρόβλημα είναι
πως δεν άκουσα τις κούκλες.
Ανοιγόκλειναν
τα γυάλινά τους μάτια
λέρωναν τα λευκά φορέματα
έχαναν τα νάιλον μαλλιά.
Πρόσεχε τα Σάββατα
μου έγνεφαν,
είναι πάντα ξεκούρδιστα
ο μηχανισμός κλάματος δεν λειτουργεί
το κεφάλι δεν είναι κολλημένο
κυλάει σε μία μόνη Κυριακή.

Της άφατης τρυφερότητας που προστατεύει και ξαγρυπνά:
Κι ανησυχώ
αν είναι μαλακά τα όνειρά σου
νεογέννητα πουλιά
μες στη φωλιά τους
και τρέμω μήπως κάποιο θελήσει να πετάξει
και πέσει κάτω και χτυπήσει.
Και της σκοτεινής Περσεφόνης, που βασιλεύει μέσα στον προσωπικό μας Άδη:
Η γλώσσα σάλεψε μέσα στην κόκκινη σπηλιά
και τεντώθηκε να αγγίξει
τους σταλακτίτες δόντια
ποια διαδρομή είναι πιο σύντομη
το δάγκωμα του σκορπιού 
ή ένα αιλουροειδές φιλί;

Τα στοιχεία που εντοπίζονται είναι αναγνωρίσιμα στους αναγνώστες της Κουτσουμπέλη. Ατμόσφαιρα του υάκινθου της θλίψης, γκόθικ ή γκροτέσκ, μοβ της spleen μελαγχολίας, άνθρωποι –γυναίκες, κυρίως– που μετρούν οδύνες, απώλειες, ελλείψεις, απουσίες, στέρηση, πίκρα, μοναξιά. Αφετηρία βιωματική η παιδική ηλικία. Σίγουρα τραυματική…

Κόβω με ψαλίδι την παιδική μου ηλικία/ δυο μαυρόασπρα κοριτσάκια που επιπλέουν θολά/ θρυμματίζονται στο πάτωμα./ Είχα ποτέ δίδυμη αδελφή/ ή ήμουν αυτή που δεν γεννήθηκε ποτέ.

Με λιτά εκφραστικά μέσα, η χαρισματική ποιήτρια σχηματίζει υπερρεαλιστικές εικόνες, με τον χρωστήρα των εξπρεσιονιστών με θέματα τη φθορά, τον θάνατο, την εχθρότητα και την οργή, τη θλίψη, τη ματαίωση, ενώ με τη φαντασία ως πηγή έλκεται από τον έρωτά της και μονομαχεί με ένα άλλο σώμα. Σάρκα με σάρκα, ανάμεικτη με αίμα, ο ένας πάνω στον άλλο/ πεινούσαν και χόρταιναν σάρκα, οι παθιασμένοι εραστές κατασπαράσσουν βουλιμικά αλλήλους εις το όνομα της αρχαίας γνώσης που κατοικεί στα κύτταρα.

Την παρακολουθούμε καθώς καταδύεται σ’ ένα δάσος αντιθέσεων και αντιφατικών οραμάτων: καθρέφτες που ραγίζουν, στοιχειωμένοι έρωτες που κοιμούνται σε σεντούκια, μικρές αλεπούδες που γερνούν στο σαλόνι, το μαλακό κουνουπίδι του εγκεφάλου που γεμίζει συνέχεια θάλασσα, μια μουχλιασμένη άνοιξη, που απλώνω για ν’ αεριστεί, υποδηλώνοντας έναν ψυχισμό ευάλωτο και ανασφαλή, με ανεκπλήρωτες επιθυμίες κι εμμονές, με μια φρενίτιδα να καταλαμβάνει το ποίημα.

Ακούω τα σκυλιά που αλυχτούν δεμένα/ καθώς άγρια τραντάζουν τις αλυσίδες/ ξαναγυρνώ στο σπίτι./ Κλείνομαι στο δωμάτιο/ και με μια ψαλιδιά/ κόβω σύρριζα πέρα ως πέρα τα μαλλιά.
Ενοράσεις πρισματικών εικόνων μιας σπουδαίας φωνής έντονα θηλυκής μετουσιωμένες σε στίχους, που ασθμαίνουν κάτω από το βάρος των λέξεων των γυναικείων αρχετυπικών συμβόλων:
Εκάτη, Κάλι, Λίλιθ, Αντιγόνη το όνομά μου./ Λίλλακε, Μπελίλι, Μπααλάτ./ Κάποιοι με αποκαλούν Αρχόντισσα του Σκότους/ ή ηγέτιδα των Θηλυκών Βαμπίρ/

ενώ μια άλλη τάξη ονείρων επιβάλλεται σκιαγραφώντας το πορτρέτο μιας βαθιά πληγωμένης γυναίκας, που ανακαλεί ένα παρελθόν συντηρημένο σε κονσέρβα:
 Και όταν ερχόμουν
θα σ’ αγκάλιαζα
αν δεν υπήρχε το σιδερένιο τραπεζάκι ανάμεσα.
Γι’ αυτό σου λέω. Μην λυπάσαι.
Και στείλε αυτήν την τενεκεδένια απουσία
για ανακύκλωση.
Η έμπνευση της δημιουργού κινείται μέσα σε ένα αβυσσαλέο υποσυνείδητο. Ένας κόσμος παραίσθησης βουτηγμένος στην ένταση, την ψευδαίσθηση και τη φαντασίωση, μια καταβύθιση και συγχρόνως εξύψωση, ένα οδυνηρό παιχνίδι ανάμεσα στην απόκρυψη και την εμφάνιση, με ποιητικά μέσα το ασύλληπτο και το άρρητο. Τα όνειρά της έχουν δόντια κίτρινα.
Η Χλόη Κουτσουμπέλη μεταβάλλει τη ρευστότητα του χρόνου σε πορεία ποιητικής ακμής:
Ύστερα κάποιος μετατόπισε τους δείκτες
στο κουρδιστό ρολόι τοίχου στο σαλόνι
κι άργησα είκοσι χρόνια.
Θα σε ειδοποιούσα σίγουρα
αλλά τα ταχυδρομικά περιστέρια
καθηλώθηκαν υπέρβαρα στα σύρματα.
Διακρίνονται επιρροές από Ρεμπό, Μποντλέρ, Λόρκα, Πόε, Σολωμό, Καβάφη, Σαχτούρη, Χιόνη, Δημουλά, Σίλβια Πλαθ και Ανν Κάρσον, των οποίων οι καταβολές έχουν ζυμωθεί και ενσωματωθεί στο ποιητικό σύμπαν της ποιήτριας, δημιουργώντας ένα γοητευτικό συνονθύλευμα, όπου τα χρώματα και τα σχήματα των λέξεων διαλύονται και αναμειγνύονται για να ανασυνταχθούν στη συνέχεια σε πλήρη αρμονία και τάξη, διαμορφώνοντας τοιουτοτρόπως ένα εντελώς προσωπικό ύφος, χαρακτηριστικό πλέον της Χλόης Κουτσουμπέλη.

Η Θεσσαλονικιά ποιήτρια της νέας γενιάς, και με τις προηγούμενες συλλογές της αλλά και με το παρόν έργο, αποτελεί πλέον μια αναγνωρίσιμη, σπουδαία και πρωτότυπη ποιητική φωνή, αφήνοντας ήδη από τώρα σημαντική παρακαταθήκη στη σύγχρονη νεοελληνική ποίηση. Η γλώσσα της διασπά και καταργεί τη ρομαντική παράδοση, είναι λιτή, με τη σωστή δόση –στη μύτη του κουταλιού ίσα ίσα– γλυκασμού, ουσιαστική, ευθύβολη, αποφορτισμένη από λυρικές τονικότητες, παράγοντας δομική ύλη που μεταβάλλεται σε αισθητικό φαινόμενο –«ολόσωμα» ποιήματα– ενώ το απόρρητο-βέβηλο ομολογείται, με τη φύση δαιμονιακά ελεύθερη να ακκίζεται στην υπερβολή της, ορίζοντας άλλο δρόμο στην ανάσα.

*Από το http://diastixo.gr/kritikes/poihsh/2953-klinika-apon

Νάσος Αθανασίου, Το πορτατίφ

10413404_1002505939775525_2039134874662607998_n

– Έχω μια ορφάνια για την κυοφορία σου
ένα ξεπροβόδισμα για το βιασμό σου
μια παραλυσία για την αυγή σου
ένα διπλαμπάρωμα για το αναθάρρεμά σου
μια γυρτή αντέννα για την πρόσκλησή σου
ένα ηλεκτρικό κύκλωμα για την εμμονή σου, ανοιχτό
μια κολακεία για τον εφησυχασμό σου
ένα βραβείο για την επιμήκυνσή σου
μια κλωστή για το πεταμένο σου
αλλά και ένα ντεπόζιτο για τον γκρεμό σου.
Αυτό έχω μόνο.
-Μεγάλη κι αλλόκοτη η πραμάτεια σου
-Κοίτα πιο προσεκτικά.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Οι τόποι μου

1912501_658583424194923_289238308699928154_n


I

Οι τόποι μου
βρίσκουν καταφύγιο
σε ρημαγμένα κτίρια
σε αποπνικτικές ατμόσφαιρες
σε φωτιές που θεριεύουν

II

οι τόποι μου
κυλιούνται πρηνηδόν
σε μάτια χαμένα
βλέμματα κατακερματισμένα
σε κοινούς κατατρεγμούς
και ακρωτηριασμούς σωμάτων

III

οι τόποι μου
λυγίζουν απ’ την απόγνωση
σε βομβαρδισμένες γειτονιές
μορφές με βαθουλεμένα μάτια
από την πείνα
και τις αγρύπνιες

IV

οι τόποι μου
έπαψαν να είναι διατηρητέοι
γιατί απώλεσαν παντελώς
το παρελθόν τους
αρρώστησαν οι θάλασσές τους
και νόθευσαν τις φορεσιές τους

V

οι τόποι μου
δεν έχουν βιολιά
ούτε χορούς της φωτιάς
μόνο ένα σκίρτημα απομίμησης
λικνισμάτων της πεντάρας

VI

οι τόποι μου
αναμνήσεις απο σιδερένια κρεβάτια
σε θαλάμους στρατοπέδων
και χαρακιές στα μπράτσα
τοίχοι με υγρασία
πρόσωπο ένα με τους βράχους
της πατριδογνωσίας

VII

οι τόποι μου
μέρη όπου κανείς
δεν λυπάται
πολιτείες που γκρεμίστηκαν
εκ των έσω
κι έμειναν πένθιμες
απόμακρες όχθες

VIII

οι τόποι μου
σε παράξενη ηρεμία
σε χειμερία νάρκη διαρκείας
σαν να ρίχνουν τα παιδιά τους
στα καψαλισμένα φοινικόδεντρα
όταν σφίγγει ο κλοιός
των μεταλλαγμένων αναγκών

IX

οι τόποι μου
μένουν ακίνητοι
πίσω από πολυβολεία
και πολεμίστρες
πίσω από πυρπολημένα σύδεντρα
μόνοι σ’ εγκαταλειμένες προκυμαίες
όξινες βροχές
σωρούς αποβλήτων
αναμονές ταξιδίων

X

οι τόποι μου
προϊστορικά αγάλματα
λήθης και ασημαντότητας
σε λαιμητόμους στραμένες
σε χαλιναγωγημένα ξέφωτα
διαλύονται
εξοστρακίζονται
σε αιμάτινα κομματάκια
σε κάθε δάπεδο

XI

οι τόποι μου
πύργοι μεσαιωνικοί
με πολεμίστρες και δόρατα
με βίγλες και κρυψώνες
όπου κρεμούν άδικα
τους αντιφρονούντες
όταν μιλούν με ρίγος
και σύγκορμα πάθη

XII

οι τόποι μου
ρευστοί σαν το φως
των κεριών
σε ανταύγειες
σε αβέβαια τραγούδια
και συνθήματα πολυκαιρισμένα

XIII

οι τόποι μου
εγκάρσιες αντηχήσεις
με παρωχημένους κώδικες
σε πύργους ανελέητους
διασχίζουν πένθιμα νερά
και καρμανιόλες
σε πλήρη ανάπτυξη

XIV

οι τόποι μου
λικνίζονται έντρομοι
μπροστά σε ελάχιστα φεγγάρια
χαμένοι σε ερείπια
με θειάφι απομόνωσης
σε σωρούς σκουπιδιών
όπου ανεμίζουν πύρρειες
αιματοβαμμένες σημαίες

XV

οι τόποι μου
μετέωροι μέσα
στην ολική κατάρρευση
του χρόνου
μουλιασμένοι μέσα
στην κίτρινη βροχή
που τους σκέπασε
ως άλλο νεκροσάβανο
κι οι κάτοικοί τους
έμειναν
χωρίς μνήμη

*Η πρώτη δημοσίευση αυτής της σύνθεσης έγινε στο τεύχος 33 (Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβρης 2014) του περιοδικού “Ένεκεν” από τη Θεσσαλονίκη που ήδη κυκλοφορεί. Με την ευκαιρία, πολλές ευχαριστίες στον εκδότη του περιοδικού και ποιητή Γιώργο Γιαννόπουλο.

Πρωινό Μέθης

Ο Ρεμπώ από τον Τζιακομέτ

Ο Ρεμπώ από τον Τζιακομέτ

Ω Αγαθό μου! Ω το Ωραίο μου! Φανφάρα βάναυση όπου δε σκοντάφτω καθόλου! Στρεβλή μαγική! Ουρά για το ανήκουστο έργο και για το θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά. Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών, θα τελειώσει από αυτά. Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σε όλες τις φλέβες μας, ακόμα και όταν, καθώς η φανφάρα στραφεί, θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία. Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι για αυτά τα μαρτύρια. Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας, αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη. Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα! Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε τον πολύ αγνό μας έρωτα. Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε, μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως από αυτή την αιωνιότητα, αυτό τελείωσε με ένα σκόρπισμα αρωμάτων.

Γέλιο των παιδιών, διακριτικότητα των σκλάβων, αυστηρότητα των παρθένων, φρίκη των μορφών και των εδώ αντικειμένων, να είστε καθηγιασμένοι με την ανάμνηση αυτής της αγρυπνίας. Να που τελειώνει με αγγέλους φλόγας και πάγου.

Μικρό ξενύχτι μεθυσιού, άγιο! όταν αυτό δε θα ήταν παρά για τη μάσκα  που μας χάρισες. Σε βεβαιώνουμε, μέθοδε! Δεν ξεχνούμε ότι δόξασες χθες την καθεμιά από τις ηλικίες μας. Έχουμε πίστη στο δηλητήριο. Ξέρουμε να δίνουμε τη ζωή μας ολάκερη κάθε μέρα.

Νάτη η εποχή των Δολοφόνων.

*Αρθούρος Ρεμπώ, Εκλάμψεις, μετάφραση: Αλέξης Ασλάνογλου, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα 1981.

Αντονέν Αρτώ, Ζωή σημαίνει να σε καίνε τα ερωτήματα

GR7

Ζωή σημαίνει να σε καίνε τα ερωτήματα.
 
Δεν αντιλαμβάνομαι το έργο σαν ξεκομμένο απ’ τη ζωή.
 
Δεν μ’ αρέσει η ξεκομμένη απ’ τη ζωή δημιουργία. Άλλωστε, δεν αντιλαμβάνομαι, δεν μπορώ ν’ αντιληφθώ το πνεύμα σαν ξεκομμένο απ’ το πνεύμα. Κάθε ένα από τα έργα μου, κάθε ένα από τα εσωτερικά μου επίπεδα, κάθε μία από τις ψυχρές ανθοφορίες της ψυχής μου επικαλύπτουνε, θαρρείς, με κάτι σαν γλοιό ολόκληρο το είναι μου.
 
Γι’ αυτό και μπορώ να με βρίσκω τόσο μέσα σ’ ένα γράμμα προορισμένο να εξηγήσει το ενδόμυχο σημείο αιχμής του είναι μου και τον υπέρλογο ευνουχισμό της ζωής μου όσο και μέσα σ’ ένα δοκίμιο εξωτερικό του εαυτού μου και το οποίο φαντάζει στα μάτια μου σαν μία κύηση αδιάφορη προς το πνεύμα μου.
 
Υποφέρω που το Πνεύμα δεν βρίσκεται εντός της ζωής και που η ζωή δεν είναι το Πνεύμα, υποφέρω από το Πνεύμα-όργανον, από το Πνεύμα-μετάφραση, το Πνεύμα-φόβητρο που με βία εγγράφει τα πράγματα εντός του Πνεύματος.

 
*Από τη συλλογή “Ο ομφαλός των φύλλων”, 1925).

 
πηγή: http://www.avgi.gr