Βίκυ Βανίδη, Ξεσκούριασμα συναισθημάτων

Φωτογραφία: ROBERT AND SHANA PARKEHARRISON

Φωτογραφία: ROBERT AND SHANA PARKEHARRISON

Σταγόνες βροχής πέφτουν πάνω στους τσίγκους 

που παράτησε χθες βράδυ, όπως όπως, στο δρόμο 

το συνεργείο επισκευών στραπατσαρισμένων ελπίδων 

και αυτός ο ήχος, άχρονη θύμηση 

απόηχος παιδικών αναμνήσεων,

σκονισμένων ονείρων 

και σκουριασμένων συναισθημάτων.

Το σπίτι του Παππού μου με τα τσίγκινα υπόστεγα,

σκεπαστές αγκαλιές για τα ζώα της ζωής του.

Μια βροχερή Κυριακή με κυνήγησε ένα φτερό. 

Ο ήχος της βροχής κυλούσε σαν λυγμός

ξεθωριάζοντας την κηλίδα του βαθύ κόκκινου

που έβαψε τις πλάκες της αυλής. 

Με τρόμαξε το αίμα, η επιβολή του δυνατού, 

το κατασπάραγμα του πουλιού.

Δεν κουνήθηκα, μόνο κοιτούσα

μια αόρατη δύναμη ακινητοποίησε τα πόδια. 

Το φτερό, κινούμενο από τον άνεμο, κόλλησε πάνω μου

ζητώντας εξηγήσεις για την απάθεια μου. 

Το αιλουροειδές με τα μουστάκια του να στάζουν αίμα

γύρισε και με κοίταξε με βλέμμα βαθύ και κίτρινο. 

Με ευχαριστούσε που παρέμεινα μόνο θεατής

αυτού του άνισου αγώνα.

-Παππού Παππού κρύψε με στην αγάπη σου 

φοβάμαι την εύνοια του αιλουροειδούς 

ένα πούλι έρχεται στον ύπνο μου και ζητάει δικαίωση. 

– κοιμήσου μικρή μου 

πολλά πουλιά ζητούν δικαίωση, 

εσύ είσαι ένα τόσο δα κοριτσάκι 

και η αδικία του δυνατού πιο παλιά και από το θεό

πώς να τα βάλεις μαζί της χωρίς να γίνεις θεριό; 

Έλα μη φοβάσαι 

ο θεός είναι μεγάλος, κάποτε 

θα δικαιώσει όλους τους αδικημένους.

Αυτός ο τσίγκινος ήχος 

ήρθε από το πιο βαθύ σκοτάδι μου 

για να μου ψιθυρίσει μοχθηρά 

πως το πουλί έφυγε από μέσα μου
και η διάσταση είναι πια οριστική.

Πότισα με αντισκωρικό τα συναισθήματα μου. 

Το πιο υποχθόνιο ξεσκούριασε πρώτο

μίσος.. ναι, μισώ το θεό 

ποτέ δεν δικαίωσε το πουλί 

ούτε τους εν ζωή αδικημένους. 

Μισώ τον παράδεισο που υπόσχεται 

μεταθανάτια δικαίωση 

και τελειώνει τη ζωή με ήττα.

Τώρα πάω να ξεσκονίσω τα όνειρα μου.

Φωτογραφία: ROBERT AND SHANA PARKEHARRISON

Wallace S tevens, Infanta Marina

10526001_10204526978190155_8996497772215487908_n

Η πεζούλα της ήταν η άμμος

Και τα φοινικόδεντρα και το σούρουπο.

Από τις κινήσεις του καρπού της συνέθετε

Τις μεγαλοπρεπείς χειρονομίες

Της σκέψης της.

Το πλατάγιασμα των φτερών

Αυτού του πλάσματος της νύχτας

Μεταμορφώθηκε σε ακροβασίες πανιών

Πάνω στη θάλασσα.

Και έτσι περιπλανήθηκε

Στις περιπλανήσεις της βεντάλιας της,

Στοιχείο κι αυτή της θάλασσας,

Και του δειλινού,

Που κυλούν γύρω της

Και σχηματίζουν ήχους που σβήνουν.

Για τον Καρούζο

Ευτυχία Παναγιώτου's avatarΕυτυχία Παναγιώτου | exwtico

Φανταστικός επίλογος

της Ευτυχίας Παναγιώτου

nikos_karouzos-18

Δεν θυμάμαι πότε πρωτοδιάβασα Νίκο Καρούζο. Δεν θυμάμαι ποιο ποίημα ήταν το πρώτο ούτε πώς ακούστηκε το πρώτο καρουζικό σκίρτημα. Ίσως γιατί η ακαταμάχητη λεξιπλασία του είχε διάρκεια εκσκαφέα. Ίσως και για κάποιο άλλο λόγο· στον ποιητή οφείλω την πρώτη μου δουλειά.

Ακούγεται οξύμωρο. Ας το διατυπώσω καθαρότερα: ο ποιητής Νίκος Καρούζος μ’ έσπρωξε στην άκρη της πραγματικότητας, στην άκρη του γκρεμού. Κι έτσι όπως κοιτούσα

― «Τώρα να ιδούμε τι είναι τα ποιήματα», τον άκουσα να λέει.

Με την άγνοια σκυμμένη στις σελίδες ενός νέου λογοτεχνικού περιοδικού ―έντυπο με μοντέρνο παρουσιαστικό (τρίτο τεύχος, χρώμα μπλε) σε αλυσίδα βιβλιοπωλείων― είχα εντοπίσει ένα μικρό αφιέρωμα στον Καρούζο. Αισθάνθηκα ακαριαία κάτι. Έξαψη. (Έξαψη, γιατί;) Οι λογοτεχνικές σελίδες έκοβαν τον πολυπλόκαμο αέρα της Αθήνας στη μέση. Από πάνω ο ουρανός, από κάτω το μπετόν. Και στη μέση η στιγμή μιας ανάμνησης, η στιγμή μιας αναγνώρισης. Η στιγμή κατά…

View original post 839 more words

Arthur Rimbaud, Οι βιβλιοθηκάριοι

Henri Fantin-Latour, The Corner of the Table

Henri Fantin-Latour, The Corner of the Table

Μάτια πρασινοκύκλιαστα, μαύροι από κρεατοελιές,

βλογιοκομμένοι, με χοντρά δάχτυλα,

συσπασμένα

στ’ ατζιά. και πάντα μ’ ασαφείς καυγάδες

πλακωμένα

τα μέτωπα, όπως στους παλιότοιχους οι

ανθήσεις οι λεπρές.

Τ’ αλλόκοτά τους κόκαλα μπόλιασαν, 

μ’ επιληπτικήν αγάπη, 

στων καθισμάτων τους τον μαύρο σκελετό

απ’ το πρωί ως το βράδυ, τα πόδια τους

επί καιρό

ατέλειωτο, σε μια περσόνα πλέκουνε ραχητική.

Οι γέροι, με τις έδρες τους, πλοκαμό έχουνε

κάμει,

νιώθοντας να τους διαπερνά ένας ήλιος ζωηρός,

ή τρέμουν, μ’ ένα ρίγος φρύνου οδυνηρό,

τα χιόνια αν δουν να κρουσταλλιάζουνε στο τζάμι.

Κι η Έδρα καλοσυνάτη είναι μαζί τους:

βρακωμένη

στα σκούρα, υποχωρεί στων κώλων τις γωνίες

το άχυρο που βράζει από σπόρους – είναι

οι θημωνιές,

όπου η ψυχή παλιών ήλιων καίεται σμαλτωμένη.

Κι οι βιβλιοφύλακες, πράσινοι

κλειδοκυμβαλιστές,
κάτω απ’ την έδρα τους τα δέκα δάχτυλα χτυπούνε

σε τύμπανου ρυθμό: θλιμμένης βαρκαρόλας

παφλασμούς ακούνε

κι οι κεφαλές τους σ’ ερωτικούς σάλους

είναι αμολητές.

– Ω, μα μην τους σηκώνετε! Ναυάγια είναι…

Ξυνίζουν

τα μούτρα τους, γρυλλίζοντας σαν

δαρμένες γάτες,

και ω, λύσσα! ανοίγοντας, αργά, τις ωμοπλάτες,

στα φουσκωτά νεφρά τα πανταλόνια ξεφουσκίζουν.

Και τους ακούτε να χτυπούνε τις φαλάκρες

σε τοίχους σκοτεινούς, πατώντας και

πατώντας στα στραβά.

Από δαμασκηνιά άγρια πυρρόχρωμα

έχουνε κουμπιά,

που το βλέμμα απ’ των διαδρόμων σέρνουν τις άκρες.

Κι αόρατο έχουν χέρι, που σκοτώνει, μα το

βλέμμα τους έχει το φαρμάκι το μαύρο

διηθημένο,

που φορτώνει, στο μάτι που πονεί, σκύλο δαρμένο

κ’ εσύ ιδρώνεις, μπασμένος σε χουνί φριχτό.

Με τις γροθιές, μες στα βρώμια μανίκια τους, θα πάρουν

τη θέση τους, ποιοι τους σήκωσαν ενώ

σκέφτονται, ξανά,

κι από το πρωί ως το βράδυ, κάτω από

τα ισχνά

πηγούνια τους, οι αμυγδαλές τους πάνε να κρεπάρουν.

Κι όταν, κάτω απ’ τον αυστηρό ύπνο,

χαμηλώνουν

πάνω στα μπράτσα τους βαθιά τις κεφαλές,

αγάπες ονειρεύονται μικρές κι αληθινές

για πολυθρόνες, που λαμπρά γραφεία τις

πλαισιώνουν.

Όπως στον μίσχο των γλαδιόλων πέταγμα

νυμφών,
άνθη μελάνης, που έφτυσε κομμάτων γύρη,

τους λικνίζουν οι κάλυκές τους, που έχουν γείρει,

-κ’ ερεθίζεται ο μπούτσος τους από τα

γένια των σταχυών.

*Μετάφραση: Άρης Δικταίος

Jack Kerouac, Δύο ποιήματα

165420_330482543746891_2087322793_n

2ο Χορικό

Κάποια μέρα θα είσαι ξαπλωμενος
εκεί σε μια ωραία έκσταση
και ξαφνικά ένα ζεστό
πινέλο με σαπούνι θα
απλωθεί πάνω στο πρόσωπό σου
-θα είναι απρόσδεκτο
-κάποια μέρα ο
νεκροθάφτης θα σε ξυρίσει
Αυτά τα ποιήματα σχεδόν τα ονομάζω
Μπλουζ του Πορτοφολά
Γιατί είναι η αποστήθιση
από μνήμης
παλαιότερων ποιημάτων
που μου τα έκλεψαν
κ λ ε φ τ ε ς δ ώ δ ε κ α

42ο Χορικό

Καλύτερα να είμαι ποιητής
Ή να πέσω νεκρός.
Μικρά παιδά είναι άγγελοι
Που κλαίνε στον δρόμο
Φοράνε αστεία καπέλα
Περιμένουν τα πράσινα φανάρια
Κουαλούν σπασμένα σιφώνια
Στο λαιμό τους
Και πλανιούνται στους σιδηροδρόμους
Των μεγάλων πόλεων
Ψάχνοντας για τρένων μηχανές
Μες στο σκατό
Τρέχουν πέρα στην προκυμαία
Και ονειρεύονται την Κατάη
Γάντζο κατάρτια με Γλάρους
Αθανατοκενής σκέψης.

*Από το βιβλίο Τζακ Κέρουακ, Ποιήματα, εκδ. Ηριδανός. Επιλογή, μετάφραση, εισαγωγή: Γιάννης Λειβαδάς.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Εις διπλούν Ύπαρξις

desert

Κοίταξε τον καθρέπτη
βλέποντας μια γερασμένη έαρ να ζωγραφίζει με νότες
την πορεία της στην περατότητα της θνητότητας

μαριονέτες, κούκλες και τρενάκια
ξεπήδησαν από την τσέπη της χορεύοντας στους ρυθμούς του Διονύσου,
μα οι μάσκες πάγωσαν κι έπεσαν,
οι Βάκχες σιώπησαν όμως ο οίνος
έρεε αμαρτωλά στη συνείδησή τους.

από τη ματιά μου ξεπήδησε ένας ήλιος, ματωμένος
έκλαιγε, ώσπου αναγκάστηκα να τον τυφλώσω
για να μην απαγχονιστεί ένεκα της ικανότητάς του
να ενοφθαλμίζεται τα πεπραγμένα και μη της ανθρωπότητας.
Μετανοώ εις το διηνεκές στην περατότητα των υπάρξεών μου,
από τότε ζωγραφίζω ήλιους ευνουχίζοντας τις ακτίνες τους.

Ανίκανη, πασχίζοντας το ακατόρθωτο.
όλα εις μάτην
κι η αιτία ∙ ασυναίρετος εσύ, κι ο πόνος αμετάβατος

Νέττα, 18/7/2013

John Upton reviews Andy Kissane’s Radiance

kissane-radiance

Radiance
by Andy Kissane

Puncher & Wattmann, 2014

Percy Bysshe Shelley is sailing a boat on Sydney Harbour, steering with the tiller between his knees as ‘a cheesecloth moon floats above Pinchgut’, but his companion, Australian poet Andy Kissane, can’t bear to make eye contact:

… I’m a little spooked by the empty caves

where his eyes used to be, and the bald white hill
of his cheekbone where a hungry mackerel feasted
on his flesh like a Catholic breaking his Lenten fast.

In ‘Percy Shelley’s Heart’, Kissane writes with gusto and surreal humour. But he is equally at home portraying domestic intimacies within the poet’s own relationship (‘Sea of Tranquillity’), or hardship and joy as a child plays soccer with his friends following a day scrounging a living in Phnom Penh’s garbage tip (‘On Smoky Mountain’).

The book discovers radiance and human endurance in a world of compromise and betrayal, and celebrates imagination’s wild joy. The poems come from a five-year period from 2009 to 2013. Kissane’s idiom is free verse, usually unrhymed (there’s one villanelle), with the metre frequently based around iambic pentameter but slipping unobtrusively into hexameter and tetrameter to keep the rhythm fresh. The pentameter is conversational, engaging, but rhythmic gear changes, along with judicious spondees and anapaests, keep it interesting.

Radiance is in four sections. The first ranges through a world of employment (sometimes dangerous) and daily routine such as transporting the kids; the second is surreal, featuring irreverent encounters with literary ‘greats’, framed by a dying angophora; the third looks at political principles with a botanical eye; and the fourth examines the poet’s relationships from metaphorical perspectives.

Section one opens with ‘Flight’, a poem of uplift as the poet, standing on a cliff, watches whales migrating:

The cool breeze ruffles the diamond quilt
until it’s as messy as an unmade bed …
… …
[you are] aware now of this immense, unknown life
going on around you, within you, as the buffeting,
lunging wind picks you up and gives you wings.

This spiritual world becomes grounded in the second poem, ‘Shuffles’, as it turns about, focusing on a baby elephant born in captivity at Sydney’s Taronga Zoo. The section examines the travails of young girls making matches with poisonous phosphorus in 1888, and everyday tasks such as taking the poet’s own teenage daughter; ‘she slams the car door / and says, “Go”’. In a black mood / because the school bus was slow, she changes /in the car…’ from ‘Trip to the Ice Rink.’

Section two dives into the surreal. Kissane’s encounters include sailing with Shelley; striding beside an irritated John Keats, ‘he’s sick of being stuck on my dream’, helping compose Keats’s lost ‘last great ode, “To a Cormorant’”; berating Virginia Woolf and desperately gathering stones before she can pocket them; and watching Dylan Thomas postponing the attentions of a pretty young America heiress to sink another pint. The Keats, Shelley, and Woolf poems, together with a mock Romantic piece, were shortlisted for the Newcastle Prize in 2011. The framing angophora poems are tongue-in-cheek nods to two of Romanticism’s preoccupations; Nature and Death, ‘I long for its rebirth, an arboreal Lazarus.’

Section three is botanical and political. It opens with a doing/being poem as a man becomes his work, splitting a petrifying tree stump. A ‘Political Fruit’ sequence – ‘Quince’, ‘Mango’, ‘Rhubarb’ and ‘Mulberries’ – finds metaphor for death camps, love, immigration and race relations. The section includes a witty lantana thicket of mixed metaphors called ‘The Writer Talks to Her Aspiring Fans’, with phrases and images plundered good-naturedly from a conversation between Kathryn Lomer and Cate Kennedy.
Section four, ‘Sea Of Tranquillity’, was shortlisted for the Newcastle Prize in 2012. This series of nine poems explores the poet’s relationship with his partner, also referred to as The Moon. This section discusses contemporary families, as in ‘At The Movies’:

The Moon likes to catch a film on Friday nights.
She likes art house, film noir and a clever script,
but whatever you do, don’t mention werewolves.
We sit up the back because of her tendency
to glow in the dark and disturb the other patrons.
… …
The Moon likes to kiss in the boring bits and refuses
to talk on the way out in case she says something embarrassing.
The Moon waits for me to comment on the movie,
then disagrees. Violently. The Moon loves a good argument.
The night ends with The Moon having the last word.

Or working and raising children, as in ‘Stargazing’:

The Moon tells me her back is sore from weeding the garden.
Leaving for work, she can’t bend over to kiss me.
… …
[Her father] didn’t live to see The Moon
grow into a woman of stature: one who cares for pregnant,
incarcerated women; one who tells resistant teenagers
that bingeing on alcohol and drugs is neither cool nor smart.
These young waifs, as old as our daughter, have never heard
of the twelve dancing princesses who cross a lake
each night by the light of a honeycomb moon
and dance until their slippers are holey as a user’s forearm.
Their stories of being motherless and fatherless are sadder
than any spiritual I’ve ever heard.

Andy Kissane confronts suffering and exploitation, but his poems are an affirmation of strong relationships, and of the world of imagination that can liberate us, at least for a time.

*John Upton has extensive drama credits for TV and stage over 25 years. He wrote for many top-rating TV shows, and won the Australian Writers Guild’s Best New Play award for Machiavelli, Machiavelli, and several awards for other plays. Since he recently returned to poetry, he has been published in SMH, Canberra Times, Quadrant, Famous Reporter, Eureka Street and other literary magazines.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

Αλέξης Αντωνόπουλος, Ελένη

ap1fm0k

Παρακολουθούσα την τριμελή οικογένεια με όλη την υπομονή και την προσοχή που τους άξιζε. Τη γλυκιά σύζυγο, τον prince charming σύζυγο, και την αγία πεθερά που ξεχείλιζε από αγάπη για τον γιο της και την αγαπημένη του.
Δύο εναντίον ενός, ναι, αυτό έχει πλάκα. Ας έχουμε μια ψυχή η οποία ξέρει τι συμβαίνει, και υποφέρει, μια ψυχή που ενώ ματώνει, καταλαβαίνει επιτέλους την αληθινή φύση του κόσμου. Πρώτα μίλησε η πεθερά με τη φωνή μου: Ένας ήχος τραχύς, με βάρος και βάθος που καμιά ανθρώπινη φωνή δεν θα μπορούσε να κατακτήσει. Μα ούτε και οι βρισιές δεν θα μπορούσαν να ειπωθούν από άνθρωπο˙ τέτοιο μίσος, μέσα από τέτοια ποίηση.

Πάντα ξεκινάει το ίδιο, με το έκπληκτο βλέμμα, που περιμένει να γελάσει σε μια κακόγουστη -αρρωστημένη μάλλον- φάρσα. Έτσι κι εδώ, η κοπέλα περίμενε, ενώ ο σύζυγος την κοιτούσε χαμογελαστός. Και όταν ο σύζυγος άρχισε να μιλάει με τη φωνή μου, εκείνη ήταν έτοιμη να κλάψει, και άρχισε να κλαίει όταν η πεθερά άρχισε να της ανοίγει μικρές πληγές στο κορμί με το μαχαίρι.

Η κοπέλα έτρεχε, και είχες τους λυγμούς πάλι – δεν είχες πολλά ουρλιαχτά, ήταν υπερβολικά τρομοκρατημένη για να ουρλιάζει- κι ενώ συνέχιζα με το όμορφο χέρι της πεθεράς να ανοίγω κομψές πληγές με το μαχαίρι, η σύζυγος ήξερε πως σε λίγο θα πεθάνει. Πλέον μπουσούλαγε -όχι πια προς την πόρτα, εκεί τώρα βρισκόταν ο σύζυγος- αλλά μπουσούλαγε, σαν αυτό το αξιολύπητο σύρσιμο που έβαφε το πάτωμα με αίμα να ήταν ένας τρόπος να κρατήσει λίγη αξιοπρέπεια, ή έστω λίγο χρόνο ακόμα.

Μετά από λίγο άρχισα να βαριέμαι, οπότε ήρθε επιτέλους ο σύζυγος, με το δικό του μαχαίρι. Ήταν εξαιρετικά σημαντικό να την κοιτάει στα μάτια, αφού τα μάτια της θα αναζητούσαν την αγάπη του˙ τους είχα δει ενώ έκαναν έρωτα, είχα δει την αγάπη, ήθελα να τη ζητήσει. Ήθελα να ελπίζει για την αγάπη, μα στα μάτια του να δει μόνο τη δική μου καρδιά.

Και έψαξε για την αγάπη στα μάτια του, μα ήδη το μαχαίρι έμπαινε, αργά, στην κοιλιά. Ήταν εξαιρετικά σημαντικό να μπει αργά. Το μαχαίρι βγήκε αργά και η σύζυγος έκανε ήδη τις τελευταίες της σκέψεις. Όλες οι τελευταίες της σκέψεις τελείωναν με ερωτηματικά. Το μαχαίρι μπήκε ξανά αργά, βγήκε αργά, και η μητέρα ήρθε δίπλα στον γιο, και με τα μαχαίρια τους εργάστηκαν σε τέλειο συγχρονισμό. Πρέπει να συνέχισα αρκετή ώρα αφού το κορίτσι είχε πεθάνει, μου άρεσαν τα χρώματα.

Και μετά, όπως πάντα, ήρθε το τελείωμα, το τελευταίο αυτό κομμάτι που αποτελεί το αποκορύφωμα της πράξης. Δίχως αυτό το κομμάτι, το Έργο Τέχνης δεν έχει γεύση. Φεύγω από την πεθερά, φεύγω από τον σύζυγο. Και η πεθερά, και ο σύζυγος, βλέπουν με τα μάτια τους τώρα, βλέπουν τα χρώματα, και καταλαβαίνουν, και δεν μπορούν να μιλήσουν, αλλά ούτε και να κλάψουν, ένας ήχος μονάχα, σαν κάποιο ζώο που δεν θα πρεπε να υπάρχει, και τα κορμιά τους τρέμουν, και ξερνάνε, και ο ένας φοβάται τον άλλον και ο ένας φοβάται για τον άλλον. Εγώ ξεκαρδίζομαι στα γέλια όσο πιο αθόρυβα μπορώ. Δεν θέλω να δείξω την υπογραφή μου. Είμαι μια καλλιτέχνις δίχως εγωισμό.

Άλλη μια οικογένεια στα αρχεία, άλλη μια ιστορία να λένε όσοι ασχολούνται με το ”στοιχειωμένο σπίτι στο Χαλάνδρι”. Το σπίτι τώρα είναι άδειο. Βλέπω τους ανθρώπους στον δρόμο από τις μικρές τρύπες στα παντζούρια. Παρακολουθώ έναν κύριο για αρκετή ώρα και τινάζεται˙ ανατριχιάζει. Θα πει κι αυτός πως έφταιγε κάποιο ξαφνικό αεράκι. Ηλίθιοι. Τα ξαφνικά αεράκια έρχονται από τα βλέμματα μας. Ηλίθιοι. Σαν ένα κοπρόσκυλο που νομίζει πως ό,τι νερό και φαγητό καταπίνει δημιουργήθηκε από το αφεντικό του.

Μα είναι τυχεροί. Πρέπει να το ομολογήσω. Δεν γνωρίζουν. Και κάποιες στιγμές που καταλαβαίνουν, μπορούν να τις αγνοήσουν και να τις αποκαλέσουν ”στιγμές τρέλας”. Δεν μαθαίνουν μέχρι τέσσερις, πέντε μέρες αφού σταματήσει η καρδιά, και το σώμα πάψει να φυλάει την ψυχή. Δεν έχουν πολύ χρόνο, σίγουρα, ωστόσο είναι χρόνος που ζηλεύω.
Ζηλεύω. Εγώ δεν έχω αεράκια να μου κρύψουν αυτό που αισθάνομαι. Ζηλεύω. Ζηλεύω τον χρόνο τους. Την άγνοια τους. Και τα Έργα Τέχνης μου δεν αρκούν πια˙ τα έργα Τέχνης μου έχουν πεθάνει μέσα μου μόλις έρθουν και πλύνουν πάλι τους τοίχους.

Κολυμπάω προς το παντζούρι. Το σπίτι με κρατάει αλλά κολυμπάω ενάντια στην αντίσταση του και το παντζούρι έρχεται όλο και πιο κοντά. Μόλις το φτάσω, εκεί θα πρέπει να συγκεντρωθώ για να βγω, και μόλις βγω, θα είμαι άνθρωπος. Έτσι λένε οι ελάχιστοι κανόνες που συντηρούν τούτο τον σκοτεινό κόσμο: Αν δραπετεύσω, θα είμαι αληθινός άνθρωπος. Θα έχω ξεχάσει. Θα νομίζω πως γεννήθηκα αθώα. Οι αληθινοί άνθρωποι έχουν και μια γνωστή ιστορία γι’ αυτόν τον κανόνα: ”Πινόκιο”. Στην ιστορία, ένα τέρας, μια φρικιαστική μαριονέτα που μιλάει, δραπετεύει από τη δική της φυλακή και γίνεται αληθινός άνθρωπος. Οι άνθρωποι έχουν ιστορίες για κάθε ιστορία που δεν θέλουν να παραδεχθούν πως είναι αληθινή.

Αν βγω, θα γίνω αληθινός άνθρωπος, και την ίδια μέρα θα γεννηθεί μια ιστορία που θα μιλάει για την Ελένη, τα Έργα Τέχνης της Ελένης, και το κολύμπι της Ελένης προς το παντζούρι. Ίσως κάποια στιγμή να τη διαβάσω. Και τότε μάλλον θα συμβεί αυτό που συμβαίνει τις περισσότερες φορές στους ανθρώπους που δεν γεννήθηκαν άνθρωποι. Δεν έχει σημασία αν θα είμαι θηλυκό ή αρσενικό, τέτοια πράγματα ποτέ δεν έχουν σημασία. Όταν διαβάσω την ιστορία, θα ξέρω. Όλος ο υπόλοιπος κόσμος θα έχει αποσυρθεί για λίγο, και θα είμαι μόνο εγώ, και το σπίτι πάλι. Θα θυμάμαι. Μα στη συνέχεια, θα πείσω τον εαυτό μου πως αυτή η σκέψη ήταν μια στιγμή τρέλας. Θα αφήσω την ιστορία και θα κάνω ό,τι θα έχω να κάνω εκείνη τη μέρα. Θα είμαι ένας αθώος, αληθινός άνθρωπος.
Ίσως είναι καλύτερα να σταματήσεις να διαβάζεις τώρα.

*Για περισσότερα κείμενα του συγγραφέα: http://www.alexantonopoulos.com

Γεωργία Τρούλη, Μια διάσταση απολιθωμένης απόλαυσης

1903018_578944885561634_8189813017738661339_n

Είπα πως θέλω να παραμορφώνονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου

Από την πολλή έκφραση την ένταση μέσα στην φλέβα την επιθυμία την σύγχυση

Δεν εξημερώνονται τα όνειρα εύκολα ούτε οι ακίδες των χρόνων πάνω στα έπιπλα

Κανένα γυαλόχαρτο δεν ζήτησα για τις λέξεις ξέρεις

Αλλά ούτε λύσιμο κόμπων επεδίωξα

Έτσι ήρθε η έννοια να πλακώσει την μορφή το σχήμα και το απόθεμα

Δημιουργήθηκε μορφή χωρίς σημασία

Τα ακρογωνιαία τρίγωνα τέλους συνεχίζουν

Ποτέ δεν είπα πως δεν έχω ανάγκη από χώρο που ορίζει το σώμα

Μετά από τρεις δεκαετίες το κατάλαβα

Όταν έφθασα στο όριο ρείθρο του δέρματος και αύξησα τον διάλογο

Με τον αέρα ανάμεσα στο μη και το εν

Όταν άρχισα να συλλέγω τα νεκρά κύτταρα ή πάνω να τα βάζω σε ζωντανά

Ως μέρος μιας αποφυγής αποσύνθεσης

Με ονόμασαν 

Διατεταγμένη φυγής ορίζοντα και βάθους πεδίο

Πέρα από μια αγωνιώδη συνάντηση με το αδύνατο

Μικέλης Άβλιχος, Δύο ποιήματα

images

Ο ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗΣ
υποψήφιος εν Κεφαλληνία

Ένας στην Αλεξάνδρεια ξακουσμένος,
που επλούτησε στο τζόγο με καρπιαίς,
μας ήρθε κολονάτα φορτωμένος
για βουλευτής στις νέαις εκλογαίς.
Κι έξω ντελάλι βγάνει και φωνάζει
«Για πούλημα ποιος είναι στα χωριά
ο Μαντζουράνης ψήφους αγοράζει
και τους πληρώνει κι όλα στα γερά!»
Κεφαλονίτες, αν στο πρόσωπό σας
φιλότιμο υπάρχει κι ανθρωπιά,
αποκριθήτε με το φάσκελό σας
σε κείνον που σας πήρε για τραγιά.
Της Σάμης χωρικοί, Πλαρνοί, Ρισιάνοι
πετάξτε του στα μούτρα ταις δραχμαίς.
Δείξτε του στην τιμή σας πως δε φτάνει
Και σεις πληρώσετέ τον με φτυσιαίς.

Φιλαλήθης, ατσαλένιος

Ο ΜΟΧΘΗΡΟΣ ΨΕΥΔΟΦΙΛΟΠΑΤΡΙΣ

Το πρόσωπό του εκείνο το γιωμένο,
Που της καρδιάς του δείχνει τη σκουριά,
Το γέλιο το κρυφό και λυσσιασμένο,
Που η δυστυχία των άλλων του γεννά,
Το φθονερό του μάτι το σβησμένο,
Που δείχνει βουλιμία για συμφορά,
Μας εξηγούν γιατ’ είναι διψασμένο
Τ’ αχείλι του, και πόλεμο ζητά.
Διψάει να ιδή στα μαύρα φορεμένους
Πατέρες και μανάδες που μισεί.
Να τους ίδη στα δάκρυα τους πνιγμένους,
Θάναι δροσιά στην έρμη του ψυχή.
Για τούτο υπέρ Πατρίδος σκούζει κράζει∙
Όρνιο, που για κουφάρια αναστενάζει.