Erich Fried, Τρία ποιήματα

ΝΥΧΤΑ

Την νύχτα
οι όρκοι χορεύουν
μ’ ανήμερες γάτες

Ό,τι απομένει
το καταβροχθίζουν τα ψάρια
το ξημέρωμα

Η νύχτα εγγράφεται
μέσα σ’ όλες τις άλλες νύχτες
η νύχτα υπεργράφεται
πάνω απ’ όλες τις άλλες νύχτες
Η αγάπη είναι αλλιώς

Η νύχτα είναι τόσο μεγάλη
όσο μακραίνει
Η νύχτα είναι τόσο σύντομη
όσο βαθαίνει
Η ζωή είναι αλλιώς

*

ΔΟΛΟΦΟΝΙΕΣ

Πρώτα ο ήλιος
μετά μια μύγα
ίσως ένα ποντίκι
μετά όσο το δυνατόν
περισσότεροι άνθρωποι
μετά πάλι ο χρόνος

*

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΟΣΟΥΣ ΒΑΖΑΝ ΤΙΣ ΦΩΤΙΕΣ

Εσύ τι έκανες;
Τους
άφησα να φωνάζουν

Οι άλλοι τι έκαναν;
Τους
βούλωσαν το στόμα

Τι φώναζαν;
Φώναζαν
για βοήθεια

Βοήθεια για ποιον;
Κάποιες φορές πιστεύω
για μένα

*Από τη συλλογή “κόβοντας με τα δόντια το κεφάλι της ποίησης”, Εκδόσεις Ενύπνιο, Αθήνα 2024. Μετάφραση: Γιώργος Λίλλης – Άκης Παραφέλας.

Χρίστος Κινάνι, Πέντε ποιήματα

KINTSUGI

Η συνάντηση·
Το παιχνίδι·
Το σμίξιμο·
-Χύτευση χρυσού
Σε χρονίζουσα ουλή-
κι έπειτα,
-μεταμόρφωση-
αυτή η διακριτική λάμψη
στο βλέμμα.

*

ΣΕ ΤΡΟΧΙΑ

Ένα αστεροσκοπείο πήρε Φωτιά.

Κάποια ουράνια Σώματα μπορούνε
τώρα να αγαπιούνται πιο ιδιωτικά.

Χορεύουν.

Ο Χορός τους μεταξένιος.

Είναι Σοβαρό.

*

ΠΛΕΧΤΟ

Μία λεπτή κλωστή

-Ραμμένα είναι
τα ακροδάχτυλά μου
στα γόνατά σου-

που όλο και κονταίνει·

(πόσες ακόμα
αυτόνομες βελονιές
Ανάμεσα στις υποδιαιρέσεις
του σώματός μας;)

*

ΚΑΙ ΤΟ ΤΑΝΓΚΟ

Τελευταία μεταλλική
εκπνοή·
Άνοιγμα βλεφάρων·
Στερνή αποσύνδεση του
στέρνου·
Αλάμπρα και Σιέρα Νεβάδα·

*

ΕΛΕΓΟΣ

Σκέφτομαι το τώρα
που τρεμοσβήνεις.

Τ ώ ρ α
που σήπεσαι στο υπέδαφος.

Τ ώ ρ α
που λείπεις.

Τι θα κάνω;
-Το μέλλον φέρει μέσα του κάτι από υστερία-

Κάποτε:
Ψωμί με βούτυρο και ζάχαρη στην παράγκα.

*Από τη συλλογή “Προσάναμμα”, Κάπα Εκδοτική, Φεβρουάριος 2024.

Nikola Madžirov, Τέσσερα ποιήματα

Δεν ξέρω

Μακριά είναι όλα τα σπίτια που ονειρεύομαι,
από μακριά ακούγεται η φωνή της μητέρας μου
που με καλεί για βραδινό, όμως εγώ τρέχω στα σιτοχώραφα.
Είμαστε μακριά όπως η μπάλα που αστοχεί στο τέρμα
και κατευθύνεται στον ουρανό, είμαστε ζωντανοί
σαν το θερμόμετρο που είναι ακριβές μόνο όταν
το κοιτάζουμε.
Η μακρινή πραγματικότητα με ρωτά κάθε μέρα
όπως ο άγνωστος ταξιδιώτης που με ξυπνά στη μέση της διαδρομής
λέγοντας Αυτό είναι το σωστό λεωφορείο;
και απαντώ Ναι, αλλά εννοώ Δεν ξέρω,
δεν ξέρω τις πόλεις των παππούδων σου
που θέλουν ν’ αφήσουν πίσω όσες αρρώστιες ανακαλύφθηκαν
και τις θεραπείες που φτιάχτηκαν με υπομονή.
Ονειρεύομαι ένα σπίτι στον λόφο των επιθυμιών μας,
από όπου θα βλέπω τα κύματα της θάλασσας να αποτραβιούνται
το καρδιογράφημα των πτώσεων και των ερώτων μας,
τους ανθρώπους που πιστεύουν για να μη βουλιάξουν
και βαδίζουν για να μην ξεχαστούν.
Μακριά είναι όσες καλύβες μάς προστάτεψαν από την καταιγίδα
και από την οδύνη της ελαφίνας όταν πέθαινε μπροστά στα μάτια
των κυνηγών
που ένιωθαν περισσότερο μοναξιά παρά πείνα.
Η μακρινή στιγμή που η κάθε μέρα με ρωτά
Αυτό είναι το παράθυρο; Αυτή είναι η ζωή; και απαντώ
Ναι, αλλά εννοώ Δεν ξέρω, δεν ξέρω αν
τα πουλιά θ’ αρχίσουν να μιλούν, δίχως να προφέρουν τη λέξη Πόλεμος.

*
 
Είναι ταχύς ο αιώνας

Είναι ταχύς ο αιώνας. Αν ήμουν άνεμος
θα είχα ξεφλουδίσει τον φλοιό των δέντρων
και τις προσόψεις των κτιρίων στις παρυφές.
Αν ήμουν χρυσός, θα με είχαν κρύψει σε κελάρια,
στο εύθρυπτο χώμα και ανάμεσα σε σπασμένα παιχνίδια,
θα με είχαν ξεχάσει οι πατέρες,
και οι γιοι τους θα με θυμούνταν για πάντα.
Αν ήμουν σκύλος, δεν θα φοβόμουν τους
πρόσφυγες, αν ήμουν φεγγάρι
δεν θα έτρεμα τις εκτελέσεις.
Αν ήμουν ρολόι τοίχου
θα είχα καλύψει τις ρωγμές στον τοίχο.
Είναι ταχύς ο αιώνας. Επιβιώνουμε μετά από ασθενείς σεισμούς
κοιτάζοντας στον ουρανό, όχι στο χώμα.
Ανοίγουμε τα παράθυρα για να μπει ο αέρας
των τόπων που δεν επισκεφθήκαμε ποτέ.
Πόλεμοι δεν υπάρχουν,
αφού κάποιος πληγώνει την καρδιά μας κάθε μέρα.
Είναι ταχύς ο αιώνας.
Ταχύτερος από τον λόγο.
Αν ήμουν νεκρός, θα με πίστευαν όλοι
τότε που σιωπούσα.

*
 
Μετά από εμάς

Μια μέρα κάποιος θα διπλώσει τις κουβέρτες μας
και θα τις στείλει στο καθαριστήριο
για να αφαιρεθεί κι ο τελευταίος κόκκος αλατιού από πάνω τους,
θα ανοίξει τα γράμματά μας και θα τα χωρίσει σύμφωνα
με την ημερομηνία
όχι ανάλογα με τη συχνότητα που διαβάστηκαν.
Μια μέρα κάποιος θα αλλάξει τη θέση των επίπλων στο δωμάτιο
όπως τα πιόνια στην αρχή μιας νέας παρτίδας,
θα ανοίξει το παλιό κουτί παπουτσιών
όπου φυλάμε κουμπιά από πυτζάμες,
ξελιγωμένες μπαταρίες και πείνα.
Μια μέρα θα επιστρέψει ο πόνος στην πλάτη μας
από το βάρος των κλειδιών του ξενοδοχείου
και την καχυποψία του ρεσεψιονίστ
όταν παραδίδει το κοντρόλ της τηλεόρασης.
Ο οίκτος των άλλων θα αρχίσει να μας κυνηγά
όπως το φεγγάρι κυνηγά ένα περιπλανώμενο παιδί.

*
 
Είδα όνειρα
Είδα όνειρα που κανένας δεν θυμάται
και ανθρώπους που θρηνούσαν σε λάθος μνήματα.
Είδα αγκαλιές σε ένα αεροπλάνο που έπεφτε
και δρόμους με αρτηρίες ανοιχτές.
Είδα ηφαίστεια που κοιμήθηκαν περισσότερο
από τις ρίζες του οικογενειακού δέντρου
κι ένα παιδί που δεν φοβάται τη βροχή.
Μόνο εμένα δεν είδε κανείς,
μόνο εμένα δεν είδε κανείς.

*Από το βιβλίο “Nikola Madžirov, Απομεινάρια μιας άλλης εποχής”, Εκδόσεις Θράκα, , 2024. Μετάφραση: Ελευθερία Τσίτσα.

 “Πώς να καταπιέσεις τη γυναικεία γραφή” : μια ανάγνωση 

Βάγια Κάλφα*

Η Joanna Russ στη φεμινιστική μελέτη της How to Suppress Women’s Writing, που εκδόθηκε το 1983 και επανεκδόθηκε το 2018 μελετά τους τρόπους με τους οποίους καταπιέζεται η γυναικεία γραφή δίνοντας παραδείγματα από την αγγλική και αμερικανική λογοτεχνία του 19ου και 20ου αιώνα. Από όσο γνωρίζω, το βιβλίο δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά ούτε υπήρξε κάποια αναφορά σε αυτό σε ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά. Παρακάτω, θα αναφερθώ στους τρόπους της Russ και θα δοκιμάσω κάποιες αναφορές στο ελληνικό συγκείμενο, περισσότερο για να συνεχιστεί ο διάλογος επάνω στην πρόσληψη της γυναικείας γραφής και εδώ.

Ο πρώτος τρόπος, κατά τη Russ, καταπίεσης της γυναικείας γραφής είναι οι υλικές συνθήκες. Η φτώχεια, η απουσία ελεύθερου χρόνου λόγω παιδιών και δουλειάς στο σπίτι ακόμα και σε περιπτώσεις γυναικών με κάποια οικονομική άνεση, κράτησαν πολλές λογοτέχνιδές έξω από τη γραφή. Δεν είναι τυχαίο ότι σημαντικές λογοτέχνιδες, όπως η Γουλφ, δεν έκαναν παιδιά. Στη χώρα μας, όπου ακόμα το να κάνεις παιδιά θεωρείται φυσικό και η υπέρτατη ευλογία και η αποκλειστική ανατροφή τους όπως και ο οικιακός μόχθος συνολικά επαφίεται σε σένα, αναρωτιέμαι πόσες ποιήτριες επέλεξαν να μην το κάνουν, πόσες ενώ το έκαναν έχουν δει τη γραφή τους να στραγγίζει και πόσο χώρο έχουν να γράψουν γι’ αυτό ανοιχτά. Ένας από τους λόγους για τους οποίους η φεμινιστική και η λεσβιακή γραφή δεν υπάρχει στον λογοτεχνικό κανόνα είναι η αναπολογητική άρνηση εκ μέρους των ποιητριών να αναλάβουν το ρόλο της αναπαραγωγικης μηχανής του έθνους και του καπιταλισμού, η προτεραιότητα που δίνουν στη σεξουαλική απόλαυση, η αναπολογητική δήλωση της γυναικείας φιλοδοξίας (στις καλύτερες στιγμές της όχι χωρίς την άσκηση κριτικής στον καπιταλισμό και το νεοφιλελευθερισμό), η κριτική των έμφυλων ρόλων.

Γράφει η Αργυρώ Αξιώτη (Ερχόμαστε από τη Ντροπή στο Ερχόμαστε από τη Ντροπή/Τρύπα στο Πάτωμα, Εκδόσεις των Άλλων, Αθήνα, 2021):

Ερχόμαστε από τη ντροπή
Εμείς που δε βρήκαμε νόημα σ ‘αυτό που λένε ένστικτο μητρικό
πασχίσαμε να ακούσουμε τα βιολογικά ρολόγια
πήραμε ορμόνες κάναμε όλα τα απαραίτητα τεστ
γίναμε εργαστήρια αναπαραγωγής
πενθήσαμε μια προς μια
όλες τις αποτυχημένες εμβρυομεταφορές
είχαμε πάντα κάποιο φταίξιμο
μέναμε με απορία
σώματα παραμορφωμένα
πόδια πρησμένα
αιμορραγίες ξαφνικές
φαντασιώσεις τρομακτικές
νιώσαμε να μεγαλώνει κάτι στα σωθικά μας
μας έλειψε το σεξ

Φωτεινή
Θεοδώρα
Κωνστάνς
Φρύνη
Ουρανία
Βερόνικα
Ρωξάνη

Δεν εκπλήσσομαι καθόλου αν ένα τέτοιο ποίημα θεωρηθεί μη καθολικό. Και αυτό όπως και όλη η συλλογή είναι γραμμένη για τις γυναίκες, μας καλεί να πούμε την ιστορία μας, να έρθουμε μπροστά, να δηλώσουμε παρουσία. Κάτι τέτοιο ενοχλεί για πολλούς λόγους στους οποίους θα επανέλθω στην ανάγνωση της συλλογής που θα κάνω σε επόμενο άρθρο.

Όσο για την τάξη της ποίησης, την επικρατούσα αισθητική, αυτή ήταν και είναι ξεκάθαρα μεγαλοαστική. Σε ένα ποίημα της (το αντιγράφω από το προφίλ της στο Facebook) που τιτλοφορείται “Η ημέρα ποίησης” η Έλενα Πολυγένη γράφει:

Δεν προλαβαίνω να γιορτάσω την
παγκόσμια ημέρα της ποίησης
δεν γίνεται να πάρω άδεια απ ‘τη δουλειά
πρέπει να ξυπνήσω στις 7 όπως κάθε άλλη μέρα
να πλύνω τα πιάτα, να στρώσω το κρεβάτι μου
να κουβαλήσω τις τσάντες απ’ το σούπερ μάρκετ
διαπιστώνοντας πως τα χρήματα ίσα που φτάνουν
και ύστερα να εξυπηρετώ τους πελάτες που
ιδέα δεν έχουν για τη μέρα της ποίησης
κι ίσως αν τους το έλεγα να γελούσαν
μετά να πάρω το λεωφορείο και να βρεθώ
στρυμωγμένη ανάμεσα στους επιβάτες
που δεν δείχνουν να τους ενδιαφέρει η μέρα της ποίησης
το μόνο που θέλουν είναι να φτάσουν σπίτι τους
και να πετάξουν από πάνω τους την κούραση
αυτό θα κάνω κι εγώ, για να πω την αλήθεια
θα φάω στα γρήγορα και θα καθίσω μπρος στην τηλεόραση
βλέποντας πράγματα άσχετα με την ημέρα της ποίησης
έπειτα θα σηκωθώ και θα καθαρίσω το σπίτι
θα πετάξω τα σκουπίδια θα πλύνω τα πιάτα
κι όλο θα σκέφτομαι τους
λογαριασμούς που δεν πλήρωσα
τα ατελείωτα χαρτιά πάνω στο τραπέζι
που κάτω από άλλες συνθήκες
θα μπορούσαν να είναι και ποιήματα.

Την ίδια στιγμή υπάρχει ακόμα η άκρως αποστειρωμένη και εξουσιαστική αγωνία μέρους της κριτικής μην τυχόν και εκπέσει η ποίηση από το βαθύ στοχασμό και λυρισμό της, μην αρχίσει και χρησιμοποιεί “αντιποιητικές” λέξεις όπως “λογαριασμός” ή “σκουπίδια”, μην αποσύρει το βλέμμα της από την “ομορφιά” και χάσει την παιδική της αφέλεια μέσα στην πραγματικότητα, εν ολίγοις, μην πάψει να είναι ένας ναός αγνότητας για λίγους εκλεκτούς.

Η Δανάη Σιωζιου στο ” Ποίημα για τα γενέθλια μου” (Ενδεχόμενα Τοπία, Αθήνα, Αντιποδες 2021) επίσης χαλάει την εικόνα της ποιήτριας που δεν έχει ιδέα από τον κόσμο. Η εικονοποιία της είναι γεμάτη φορολογικά έντυπα, λογαριασμούς που εκκρεμούν, και ταυτόχρονα δεν έχει τίποτα από οπισθοχώρηση, ευαλωτότητα που αναζητά σωτήρα, παραίτηση. Το να ζεις μέσα στον κόσμο ως ποιήτρια δε σημαίνει να καταπιείς αμάσητη την κρατική εξουσία, σημαίνει ότι έχεις τα μάτια ανοιχτά και ψάχνεις πέρασμα, σκοτώνεις την ησυχία, την επίπλαστη και έμφυλη χαρά που έχεις αναλάβει να συντηρείς ως γυναίκα, όπως γράφει και η Sara Ahmed, χαλάς το πάρτυ.

Όταν έχω γενέθλια, θέλω να κοιμάμαι όλη μέρα
σκεπασμένη με λογαριασμούς, έντυπα Ε1, καρτ ποστάλ
και να κλαίω, αλλά επειδή δεν είμαι κλαψιάρα,
λέω απλώς ότι θα λιποθυμήσω και πάω για ύπνο.
Το να έχεις γενέθλια μετά τα τριάντα είναι
σαν να σου ανοίγουν την αλληλογραφία
σαν να προσπαθείς να παρκάρεις
και να ‘χεις σταματήσει την κυκλοφορία
είναι σαν τηλεφώνημα για ληξιπρόθεσμες οφειλές
είτε έχεις αυτοκίνητο, παιδιά, σύζυγο, σκύλο
είτε όχι, το να έχεις γενέθλια μετά τα τριάντα
είναι σαν να περιμένεις να ψωνίσεις στις εκπτώσεις
και να μη βρίσκεις τίποτα στο νούμερο σου
σε γενικές γραμμές δεν είναι δικο σου λάθος
όταν έχω γενέθλια είμαι ένας τηλεφωνητής
χωρίς χώρο για νέα μηνύματα,
κάποιος που κάνει ωτοστόπ στη λάθος μεριά του δρόμου
όταν έχω γενέθλια δεν θυμάμαι
τι νόημα έχει όλη αυτή η φασαρία
είμαι αφόρητη
και δεν φοβάμαι καθόλου τις μεταφορές
όταν έχω γενέθλια, ξαφνικά θυμάμαι
πως θέλω να ζήσω για πάντα
και χαλάω το πάρτυ.

Ένας δεύτερος τρόπος είναι η άρνηση ότι η ίδια η ποιήτρια υπήρξε συγγραφέας του βιβλίου της.

Η Russ αναφέρει με απολαυστικό τρόπο όλα τα εξωφρενικά που έχουν διατυπωθεί από τον 19ο αιώνα και μετά για τη γυναίκα συγγραφέα και τη γυναικεία “έμπνευση”, απο το “δεν το έγραψε εκείνη, το έργο γράφτηκε μόνο του” στο “το έγραψε ο άντρας μέσα της” μέχρι στο “το έγραψε αυτή αλλά είναι εξαίρεση, δεν είναι ακριβώς γυναίκα”. Αυτή η ρομαντική ιδέα της μούσας, της γραφής ως αντρικής έμπνευσης, έχει μέσα της ελιτισμό του ταξικού προνομίου, πατριαρχία, ιατρικοποίηση. Η ιατρική του 19ου αιώνα, έχοντας ως υπόβαθρο το νόμο της διατήρησης ενέργειας που ήθελε τα αναπαραγωγικά όργανα να ανταγωνίζονται τα υπόλοιπα όργανα για την παροχή ζωτικής ενέργειας του σώματος, συνέβαλε καθοριστικά στην κατασκευή της (μεγαλοαστής) γυναίκας ως ασθενικής η οποία στην καλύτερη περίπτωση μπορούσε (για την ακρίβεια, της επιβάλλονταν, στα πλαίσια της φυλάκισης στο σπίτι “για το καλό της”) να είναι αναγνώστρια (με μέτρο και οπωσδήποτε ακίνδυνων αναγνωσμάτων) αλλά όχι συγγραφέας αφού οι διανοητικές αναζητήσεις έβαζαν σε κίνδυνο την αναπαραγωγικότητα της και ήταν απόδειξη υστερίας/τρέλας, κάτι που περιέργως, όπως γράφουν οι Ehrenreich και English στο Complaints and Disorders: the Sexual Politics of Sickness (μεταφρασμένο από το Τεφλόν, Παθήσεις και διαταραχές: φύλο, ιατρική και ασθένεια, 2016, ανατ. 2018), δεν ίσχυε για τους άντρες. Έχοντας ως καθήκον να συγκεντρώνουν την ενέργεια τους προς τη μήτρα, οι γυναίκες ήταν αδιανόητο να γράφουν, κάτι τέτοιο σήμαινε ότι υπέσκαπτες το γάμο και τον άντρα από μέσα, πρόδιδες τη φύση και το ρόλο σου, η γραφή ήταν ένα είδος αντισύλληψης που έπαιρνες κρυφά όχι χωρίς τύψεις (εδώ μπορεί να σκεφτεί κανείς την ηρωίδα του Yellow Wall-paper της Σάρλοτ Πέρκινς Γκίλμαν). Η γυναικεία γραφή έπρεπε λοιπόν να φιμωθεί με κάθε τρόπο και όταν δε γινόταν, έπρεπε να χτυπηθεί είτε η γυναικεία φύση είτε η συγγραφική ιδιότητα. Αυτό γινόταν είτε με την επίκληση στην τυχαιότητα, είτε με τη μυθοποίηση και ψυχιατρικοποίηση της συγγραφέως είτε ακόμα με την παρουσίαση του κοινωνικού περίγυρου ως πραγματικού συγγραφέα και της συγγραφέως ως μέσου από το οποίο περνά η γραφή. Έτσι, πολύ συχνά δεν ήταν η ποιήτρια που είχε γράψει το ποίημα, αλλά ο σύζυγος της, οι άντρες στον κύκλο της από τους οποίους επηρεάστηκε, της έβρισκαν και της βρίσκουν μέχρι και σήμερα αντρικές επιρροές αλλά όχι συνομιλίες με γυναίκα.

Η άρνηση του να παραμείνεις μούσα, διαμεσολαβημένη από τον αντρικό λόγο και το αντρικό βλέμμα, γίνεται φεμινιστικό πρόταγμα. Η γραφή, ειδικά για τις μη προνομιούχες ομάδες, είναι ένας τρόπος, όπως γράφει και η Audre Lorde, να ορίσεις η ίδια των εαυτό σου για να μην σε καταβροχθίσουν οι φαντασιώσεις τους. Η δολοφονία του αγγέλου του σπιτιού, του πατριαρχικού φαντάσματος της συμπαθητικής, υποτακτικής γυναίκας που προλαβαίνει τις γνώμες και τις επιθυμίες των άλλων, όπως το συστήνει η Γουλφ στο Γυναικεία Επαγγέλματα (μεταφρασμένο πια στα ελληνικά από τη Λαμπριανα Οικονόμου, εκδ. Κοβάλτιο) επανέρχεται στην Αξιώτη:

Ερχόμαστε από τη ντροπή
Εμείς που λαχταράμε να ανήκουμε
Εμείς που προσφέραμε ηδονή γονατίζοντας
Εμείς που μετρήσαμε τις τρύπες σαν δώρα
Εμείς που στηθήκαμε στα τέσσερα
Εμείς που αγωνιστήκαμε για τον οργασμό
Εμείς που βιαστήκαμε με κάθε τρόπο
στο σώμα την οθόνη το χαρτί
Εμείς που υπήρξαμε πάντοτε πιο άχρωμες
από τις φαντασμαγορίες των φαντασιώσεων
Εμείς με τα κορμιά μας σκηνοθετημένα
Εμείς αφέντρες πουτάνες υποτακτικές

Ζιστίν
Μαρία
Ayanna
Βάντα
Αρετούσα
Νίνα
Ιουδίθ

Αναλογιζόμενη σήμερα τους τρόπους με τους οποίους ακυρώνεται η συγγραφική ιδιότητα της γυναίκας, δεν μπορώ να μην σκεφτώ τους επιμελητές και τον τρόπο που παρουσιάζουν ως δικό τους πρότζεκτ τις ποιήτριες, συχνά παρουσιάζοντας τον εαυτό τους ως ghost writer ή δείχνοντας το πριν και μετά τη δική τους παρέμβαση βιβλίο που αποδεικνύει πόσο φριχτά επαρχιώτισσα, ανορθόγραφη και αμόρφωτη, γενικώς μια μετριότητα υπήρξε. (Από την άλλη, δε γίνεται να μην παρατηρήσει κανείς και τα βιβλία που κυκλοφορούν χωρίς όνομα επιμελητή με τους συγγραφείς να μην αναγνωρίζουν το έργο εκείνου που συχνά, πράγματι, πάει το αρχικό ποίημα παραπέρα. Η διαφορά ανάμεσα σε έναν επιμελητή που πατρονάρει από έναν επιμελητή που κάνει τη δουλειά του, ωστόσο, φαίνεται στο ύφος του βιβλίου : όταν αναγνωρίζεις το ύφος του επιμελητή μέσα, μπορείς να αρχίσεις να υποψιάζεσαι πατρονάρισμα.)

Ένας τρίτος τρόπος, κατά τη Russ, είναι η μόλυνση της συγγραφικής υποκειμενικότητας κάτι το οποίο είναι, κατά τη γνώμη μου, πιο σύνηθες από την άρνηση της συγγραφικής ιδιότητας. Αυτό γίνεται με κριτικές που χτυπούν στο ήθος της ποιήτριας (ή στην εμφάνιση της, η Russ αναφέρει την περίπτωση της Brigid Brophy για την οποία είχε ειπωθεί ότι είναι φτιαγμένη για έρωτα και όχι για να γράφει) ή της γενιάς στην οποία ανηκει ή της συντροφιάς (της γυναικείας σαφώς) που την παρέσυρε στην αισθητική της κατρακυλά. Στην δική μας περίπτωση, βλέπω τη χρήση των προηγούμενων βιβλίων της συγγραφέως τότε που ακόμα δεν ενοχλούσε αρκετά και ήταν καταναλώσιμη να γίνεται ένα όπλο που στρέφεται εναντίον της: η σοβαρή ποιήτρια με τις τόσες δυνατότητες κατέστρεψε το μέλλον της με ιδεολογίες. Εδώ πρέπει να δούμε το ρόλο των βραβείων στην αναπαραγωγή μιας συγκεκριμένης αισθητικής, ανδροκεντρικής και ακαδημαϊκής (και με τη σειρά τους τα ακαδημαϊκά προγράμματα σπουδών της νεοελληνικής φιλολογίας που προδιαθέτουν για τα βραβεία στο βαθμό που οι ακαδημαϊκοί είναι και στις κριτικές επιτροπές με τις σχέσεις δύναμης μεταξύ τους να αναπαράγονται από την ακαδημία στις επιτροπές). Επίσης, την συμμόρφωση των βραβευμένων ποιητριών σε αυτά τα ξένα στάνταρ (εκτός αν πιστεύουμε ότι η βραβευμένη κάνει τα βραβεία και όχι τα βραβεία τη βραβευμένη) : αναρωτιέμαι αν είναι μόνο δική μου αίσθηση ότι τα δεύτερα βιβλία των βραβευμένων ποιητριών είναι λιγότερο ελεύθερα από τα πρώτα και αν η καθυστέρηση ή η ιδιαίτερη θέση του δεύτερου βιβλίου στην συνολική παραγωγή της ποιήτριας έχει να κάνει με μια οπισθοχώρηση, μια τάση να επαληθεύσεις αυτούς που σε βράβευσαν η διάρκεια της οποίας ποικίλει με το τρίτο βιβλίο στην καλύτερη περίπτωση να είναι πιο αντιπροσωπευτικό- στη χειρότερη να γίνεται προοικονομία μιας ατέλειωτης, ακίνδυνης μανιέρας που κάποτε θα φέρει ένα Κρατικό.

Πέρα από την επίδραση που έχει η αγωνία να μείνεις στο αισθητικό ύψος που σου διέγνωσαν πάνω στην ταυτότητα της ποιήτριας, το στίγμα της τρελής/γραφικής/ψευτοεπαναστάτριας/ έξαλλη γενικώς σημαίνει τον αποκλεισμό της από τις λογοτεχνικές παρέες, τα βραβεία, μέχρι και στην επαγγελματική ζωή: δεν είναι λίγες οι ποιήτριες που εκφράζουν το δισταγμό τους να συμμετάσχουν σε κουηρ ή φεμινιστικές ανθολογίες γιατί έχουν “σοβαρές επαγγελματικές ιδιότητες” ενώ η χρήση ψευδωνύμων, πέρα από την ελευθερία που επιτρέπει να παίζεις με τις ταυτότητες, δείχνει και μια διαμερισματοποίηση που δέχεσαι να κάνεις γιατί, ναι, κάπως πρέπει να επιβιώσεις (η Russ αναφέρει την περίπτωση της Olga Broumas που δέχτηκε απειλητικά τηλεφωνήματα από τους εξοργισμένους συμπολίτες της που υποστήριζαν τη νομιμότητα των διακρίσεων στη στέγαση και την εργοδότηση στη βάση της σεξουαλικότητας – τα σόσιαλ μίντια σήμερα, με την παρακολούθηση των “πιπεράτων περιπτώσεων” και την κοινωνική εξόντωση που ακολουθεί συχνά χωρίς να έχει ιδέα ή ποιήτρια παίρνουν τη θέση αυτών των τηλεφωνημάτων).

Σκέφτομαι εδώ τον αποκλεισμό της Γώγου από τους σύγχρονους της, την χρήση του θυμού της που αποτελεί ξεκάθαρη κοινωνική κριτική ως λόγου άρνησης της λογοτεχνικότητας της (βλ. Δέσποινα Αδαμου, Η Οργή ως κοινωνική κριτική στην ποίηση της Κατερίνας Γώγου (διδακτορική διατριβή), ΕΑΠ 2020,επ.Αθ.Κουγκουλος) . Το άρθρο του Χρήστου Μαυρή στο Ποιειν (“Αλήθεια τι γνώμη έχετε γι αυτή τη Γώγου;” – Η γόνιμη συνομιλία της Κατερίνας Γώγου με Έλληνες και ξένους κορυφαίους ποιητές”, 4. 7.2013), όπου διαβάζει τις συνομιλίες της με άλλους ποιητές για να αποδείξει ότι ο θυμός της δεν ήταν κούφιος και η απλότητα των ποιημάτων της ήταν αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς και όχι προχειρότητας και ευκολίας είναι χαρακτηριστικός της αντιμετώπισης του γυναικείου θυμού, σε αυτήν απαντά, αυτήν την κριτική καταδεικνύει – φυσικά σήμερα, με ταχυδακτυλουργικές κινήσεις, η Γώγου έγινε το μέτρο του δικαιολογημένου θυμού και σε συγκρίνουν μαζί της για να σου αποδείξουν την πλαστότητα/το λιγο σου (αν δεν σε τακτοποιούν με μια σύγκριση με τον Μπουκόφσκι, τον πιο τοπ από τους τοπ θυμωμένους). Ομοίως, αν γράψεις για κατάθλιψη ή αυτοκτονία μιμείσαι την Πλαθ και τη Σεξτον, αλλά, μη χαίρεσαι, ποτέ δεν τις φτιάνεις. Σε μια πιο καλοκάγαθη ίσως (αλλά οπωσδήποτε πατερναλιστική) περίπτωση θα σου αναγνωρίσουν την ποιητικότητα σου και θα σε παραπέμψουν σε ψυχολόγο, ειδικά αν είσαι νεαρή, θα σε συμβουλεύσουν να δεις τα καλά της ζωής – να γράψεις για τον έρωτα ντε και το φεγγάρι- στη χειρότερη θα βγάλουν ότι καπηλεύεσαι ξένα τραύματα ή κεφαλοποιείς τα δικά σου σε μια πορνογραφία του τραύματος. Αυτό μας φέρνει σε αυτό που ονομάζει η Russ παρουσίαση μιας συγγραφέως που δεν μπορείς να διαγράψεις με άλλο τρόπο ως εξαιρετικής περίπτωσης που επαληθεύει τον κανόνα ότι οι γυναίκες γενικά δεν τα καταφέρνουν πολύ καλά : μην βλέπετε την Πλαθ, ήταν κάτι άλλο.

Επιστρέφοντας στη Russ, εκτός από το χτύπημα στο ήθος σου και την αισθητική του έργου, ένας ακόμη τρόπος μόλυνσης της συγγραφικής ιδιότητας είναι η άρνηση του λόγου ύπαρξης του έργου. Τέτοιες κριτικές τονίζουν την απόκλιση από τις συμβάσεις του είδους για να εξηγήσουν γιατί δεν είναι τέχνη λες και η τέχνη έχει την υποχρέωση να αναπαράγει τον εαυτό της και το καλλιτεχνικό κατεστημένο (να είσαι πρωτοπορία ναι αλλά, ξέρεις, ελεγχόμενη, σκέφτομαι εδώ την κριτική του Λαμπρίδη στη Βακαλό : για τον κριτικό Λαμπρίδη ενδιαφέρον έχει η μεταπτυχιακή εργασία της Παρασκευής Αντωνογιάννη, Όψεις της μαρξιστικής λογοτεχνικής κριτικής. Η περίπτωση του Μανόλη Λαμπρίδη, ΑΠΘ, 2008,επ.Μ.Πεχλιβανος) : τη φεμινιστική γραφή θα την πουν μανιφέστο και δοκίμιο, τη γυναικεία (αλλά όχι αρκετά φεμινιστική) γραφή θα την εντάξουν σε κάποιο είδος λογοτεχνίας, αλλά υποτιμημένο. Αν δεν τη διαγράψουν, απενεργοποιούν τον κίνδυνο που συνιστά προσπαθώντας να την αφομοιώσουν: ονομάζουν μη ενοχλητική τη χρήση “κακών” λέξεων σε μια περίπτωση ποιήτριας χωρίς να εξηγούν γιατί σε εκείνη την περίπτωση δεν ενοχλούνται (η ποιήτρια που δεν ενοχλεί ή που έτσι της λένε έχει κάθε δίκιο να θίγεται) ενώ ενοχλούνται σε άλλη, ισως μετά από έναν συγκεκριμένο αριθμό “κακών” λέξεων (καλό είναι να μας πουν ποιος είναι αυτός) και πάνω καίγεσαι.

Εδώ αξίζει να σκεφτούμε λογοτεχνικά ιστολογία που έχουν δεχτεί αναφορές από ενοχλημένους χρήστες και έχουν πέσει γιατί απλά ανάρτησα ποιήματα που ειχαν αναφορές στο γυναικείο κορμί (αυτός ο φόβος/φθόνος του αιδοίου) και τη σεξουαλικότητα την ίδια στιγμή που άλλες σελίδες που επίθενται ανοιχτά, με το πρόσχημα της σάτιρας, φωτογραφίζοντας ποιήτριες (που φυσικά δεν μπορούν να απαντήσουν γιατί θα αποδειχτεί κατευθείαν πόσο μη πνευματώδεις, χωρίς χιούμορ, ανοργασμικές, κρυφολεσβίες, μίσανδρες φεμιναζί είναι) να λειτουργούν κανονικά. Η ελευθέρια του λόγου και η αναγνώριση της καλλιτεχνικής αξίας λειτουργούν πολύ ιδιαίτερα και στην ελληνική πραγματικότητα και με αυτό πηγαίνουμε στον επόμενο τρόπο καταπίεσης της γυναικείας γραφής, κατά τη Russ, στα διπλά στάνταρ.

Όπως αναφέρει η Russ, ο Γκινσμπεργκ δεν θεωρήθηκε εξομολογητικός με τον ίδιο τρόπο που θεωρήθηκε η Πλαθ. Πέρα από την εμφυλοποίηση των συναισθημάτων ή την αξιολόγηση του ίδιου συναισθήματος με θετικό πρόσημο για τον άντρα και με αρνητικό για τη γυναίκα, η ιεραρχική αξιολόγηση ενός σετ εμπειριών ως αξιου λόγου σε αντιδιαστολή με ένα άλλο που πρακτικά ήταν της μορφής “δημόσιο vs ιδιωτικό, σπουδαίο/πολιτικό vs ασήμαντο/νοικοκυριό και σερβιέτες, άντρας vs γυναίκα” είναι κάτι που παρατηρεί η Russ και που οπωσδήποτε καταπίεσε τη γυναικεία γραφή.

Γράφει η Πρόκνη στο ποίημα “Μάθημα Ιστοριογεωγραφιας” (Το ίδιο ποίημα, Αθήνα, Queer Ink 2019):

Λέσβος.
Σφουγγαρίζω τα πλακάκια
των μεγάλων αντρών του έθνους.
Δεν θα με βαθμολογήσει κανείς
για τις επιδόσεις μου.
Δεν είναι αρκετά καταρτισμένοι.
Βεράντα, κάγκελα και τζαμαρίες.
Όλα εντάξει.
Ινσταμπουλ.
Μπαλκόνια από την απέναντι πόλη.
Είναι μια πόλη πολύ όμορφη.
Στις φωτογραφίες πιο όμορφη.
Εσωτερικό σπιτιών, εξωτερικό πόλης,
άνθρωποι και μπαταρίες.
Αλλά είναι εντελώς άδεια στην απουσία σου.
Κλαίω ξανά.
Ξανά υπολογίζω την απώλεια.
Ανυπολόγιστη.

Ο για αιώνες υποστηρικτικός και αφανής γυναικείος ρόλος έχει ανοίξει έναν άλλο χωροχρόνο για τις γυναίκες που κάνει τους άντρες ανεπαρκείς στην κατανόηση, πόσο μάλλον αποτίμηση της γυναικείας εμπειρίας. Η απώλεια του έρωτα, της συντροφικότητας, της γυναικείας παράδοσης που δίνει γλώσσα έχει μια πολιτική διάσταση που καμιά μεγαλόστομη ηρωική αφήγηση δε χωρά. Και πράγματι, η Russ κάνει λόγο για την στέρηση γυναικείων μοντέλων μέσα στον αντρικό λογοτεχνικό κανόνα και πόσο αυτό καθυστέρησε τη γυναικεία γραφή, η οποία, ωστόσο, δεν έπαψε ποτέ, πάρα το περιθώριο, ή και χάρη σε αυτό, να υπάρχει.

Γράφει η Χαρά Τρε (στο εξής Το Καρτ) (συλλ. Ελ Ποι, 2020, για τη συλλογή μπορείτε να απευθυνθείτε στο προφίλ στο Facebook, Colomba Dipasqua) στο ποίημα “Ευχαριστώ” δείχνοντας αυτή την ανάγκη :

ευχαριστώ όλες τις λεσβίες
που υπήρξαν πριν από μένα
όσες τόλμησαν
όσες φώναξαν
όσες αγάπησαν
όσες έγραψαν κείμενα και βιβλία
όσες γύρισαν ταινίες
όσες μου μίλησαν
όσες με αγκάλιασαν
με παρηγόρησαν
ευχαριστώ
χάρη σε εσάς μπορούμε και υπάρχουμε

Κλείνω μεταφράζοντας ελεύθερα ένα μικρό χαρακτηριστικό του ύψους απόσπασμα του βιβλίου που αφορά στους τρόπους αφαίρεσης της γυναικείας ταυτότητας από το έργο ώστε να μοιάζει καθολικό. Μέσα σε παρένθεση είναι η περίπτωση της συγγραφέως της οποίας το έργο δέχτηκε την αντίστοιχη παρέμβαση. Γράφει η Russ δίνοντας τα αντρικά εργαλεία στον άντρα wannabe κριτικό :

-αν η γραφή της έχει μια πολιτική πλευρά, διάγραψε την και δώσε έμφαση στα ερωτικά που γράφτηκαν για τον σύζυγο (Elizabeth Barrett Browning)
-αν γράφει ετερόφυλα ερωτικά ποιήματα, διάγραψε αυτά που θίγουν αντρικές ανεπάρκειες (Aphra Behn)
-αν τα ποιήματα της είναι ομοφυλόφιλα, αγνόησε το, παρουσίασε την ως δυστυχισμένη γεροντοκόρη (Amy Lowell)
-αν δεν μπορείς να την εξηγήσεις με τίποτα, να εφεύρεις αποτυχημένες ετερόφυλες σχέσεις για να ερμηνεύσεις το έργο της (Emily Dickinson)
-αν τα ποιήματα της είναι φεμινιστικά, αφαίρεσε την φεμινιστική πλευρά και ονόμασε τα χωρίς πάθος, ήσσονα, θηλυκά (Anne Finch, Countess of Winchelsea)
-αν ειναι δύσκολη στην διαχείριση, γράφει για γυναίκες πρωταγωνίστριες, τη σεξιστική καταπίεση, αποσιώπησε την πλήρως, είναι σπασμένη (Margaret Cavendish, Dutchess of Newcastle)
-από όλα της τα ποιήματα επίλεξε και παρουσίασε μόνο τα πρώιμα ή τα ακίνδυνα της (H. D.)
-παρουσίασε την ως υστερική η εξομολογητική (Sylvia Plath, Anne Sexton)
-αν επιλέξει να αφήσει έξω το φύλο της, και να γράψει “αντικειμενικά”, επαίνεσε της αρχικά, μετά απόρριψε την ως αδιάφορη (Marianne Moore)

© Poeticanet Βάγια Κάλφα

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.poeticanet.gr/katapieseis-gynaikeia-grafi-anagnwsi-a-2324.html

Κατερίνα Φλωρά, Κάπου στη λήθη

Χαμένη στα άδυτα του χρόνου η ορμή
που παντοδυναμία έδινε στα όνειρά μας
Κοπιώδης τώρα η επαναφορά του άπιαστου υλικού της αρχής μας
στη μέση εδώ ξεθωριασμένο αντίγραφο
Σαν αφουγκραστούμε τον πόνο και τα δάκρυα των μακρινών μας άλλων
μεμιάς θολώνει η σταγόνα στου ονείρου την εικόνα

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Βροχή

Τρελή σταγόνα μ’ αγκυροβόλιο ανέμων
γαργαλάς υπόκωφα το τζάμι μου
σαν μια μαριονέτα φυλλοβόλων ήχων

η αράχνη ζαλίστηκε και άφησε τη γεωμετρία της
στο δωμάτιο σίγησαν οι λαλίστατες […απροσδι-]αοριστίες
κι όλος ο βόμβος της φύσης σου έτσουξε

ως μέσα
τα ριζά και τα κράσπεδα
το σώμα μου χορτάριασε σε μια παλίνδρομη ρωγμή

όλη η πλημμυρίδα του χαλάρωσε τους αρμούς/-φρους
και στο κρεβάτι τώρα λιωμένο –σχεδόν θανατερό
οργάζεται με αναφιλητά και υγρόληκτους κοπετούς:

λάθρα
μου
αίσθηση

ρητίνη
του
πάθους

μου
πυρ-
-ρέουσα

Θεώνη Κοτίνη, Δύο ποιήματα

Λέξεις

Αγραπιδιές στο λόγγο
γκορτσιές και θεριστάπιδα
γλυκές καμπάνες κίτρινου
βαθύλαλες στη γεύση.

Μια χούφτα λέξεις η παιδική σου ηλικία
ένα ιδίωμα εύοσμο που εκρύγνηται
όταν ανοίγεις τα παράθυρα
σ’ εκείνο το παλιό σου σπίτι και ακούς
βραχνό το γέλιο του πατέρα
με τη μαγκούρα φτάνοντας στο χρίσμα του δάσους
σεβάσμιες ελιές να τον πηγαίνουν
σ’ αυγούλα αρχαγγελική
με ποτισμένο πέρα το χορτάρι ν’ αναπνέει
βρεγμένο βέλασμα αμνού,
ξεκούρδιστο της μνήμης κουδουνάκι.

*

Από ψηλά

Κάτω η θάλασσα
θηλάζει
βρέφη κυμάτων,
μόλις έναρθρα,
μικρές στην άπνοια συλλαβές,
Εγκάρδια όλη.

Και ρίχνεσαι
σε μια αρχαία συμμαχία
βουτώντας
άφωνο στήθος στο νερό
βαθύ κορμί. Ρωτώντας

Τι να ‘ναι αυτό το βάπτισμα,
ετούτος ο καθρέφτης τι βαστά;

*Από τη συλλογή “με το σώμα”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2024.

Η αναγκαιότητα του λάθους στην τέχνη ή μικρό δοκίμιο για τη στιγμή της δημιουργίας

Χρήστος Διαμαντής*

Αν ξέρεις διάβασε το τέταρτο κεφάλαιο, τα υπόλοιπα είναι μια μικρή ιστορία για να γίνει κατανοητό το κεφάλαιο αυτό και στους άξεστους.

ΜΗΔΕΝ

Έπρεπε να προχωρήσω.
Ήμουν μόνο δύο βήματα μακριά και αν και το είχα σκεφτεί αρκετά μου φαινόταν δύσκολο. Αν και ήξερα ότι αυτή είναι η μόνη διαδρομή, στην αρχή δίστασα. Κοντοστάθηκα και έπειτα συνέχισα σταθερά την πορεία μου δίχως να κοιτάζω δεξιά ή αριστερά. Μόνο ευθεία, κάτω χαμηλά, μπροστά από τις μύτες των παπουτσιών μου. Το είχα σκεφτεί αρκετά το προηγούμενο βράδυ και ήξερα ότι δεν έχω επιλογή. Όσο και να βασάνισα το μυαλό μου, ήξερα πως η μόνη διαδρομή ήταν αυτή μέσα από το πάρκο.

Δεν είχα κάνει δέκα βήματα όταν την αναγνώρισα. Ήταν η ίδια. Γεμάτη και έντονη. Ακριβώς όπως την προηγούμενη μέρα. Η ίδια βαριά μυρωδιά από άνθη και χόρτα. Η ίδια μυρωδιά που σε συνδυασμό με την υπερβολική υγρασία της πόλης με κρατούσε σταθερό στη γη και με δυσκόλευε να ανασάνω.

Προχωρούσα αργά και σταθερά, με σχεδόν αποφασιστικά βήματα προς έναν εχθρό που παρ’ όλα αυτά δεν φοβάμαι. Αργότερα, όταν έφτασα μπροστά από την πόρτα, ξαναθυμήθηκα τη διαδρομή και μου έκανε εντύπωση το πόσο χρόνο μου πήρε για να φτάσω. Σαν να απολάμβανα την διαδρομή και το επερχόμενο κακό. Σαν να ήθελα να προκαλέσω στον εαυτό μου αυτές τις στιγμές δυσφορίας. Αυτές τις στιγμές έλλειψης οξυγόνου, σωματικής παράλυσης και αναζήτησης εκείνης, της επόμενης ανάσας.

Στάθηκα για λίγο μπροστά στην πόρτα. Αναλογίστηκα το ταλαιπωρημένο μου αναπνευστικό σύστημα και μπήκα.

ΕΝΑ

Στην κύρια αίθουσα έκαναν πρόβα οι ηθοποιοί και οι χορευτές.

Οι ηθοποιοί είναι οι πιο πρόστυχοι από όλους τους καλλιτέχνες. Πιο πρόστυχοι από τους μουσικούς, τους χορευτές, τους ζωγράφους, τους γλύπτες ή το κοινό. Συχνά, γίνονται ακόμα πιο αποκρουστικοί όταν προσπαθούν να παντρέψουν όλες αυτές τις τέχνες. Η αντίθεση τους με τους μουσικούς έρχεται πρώτον και κυριότερον στις σπουδές. Ένας ηθοποιός ξεκινάει τις σπουδές του και την ενασχόληση του με την τέχνη στην καλύτερη περίπτωση στα δεκαοκτώ, όταν είτε με χρήματα είτε με άλλο τρόπο μπαίνει σε μία δραματική σχολή.

Στην ίδια ηλικία, ο μουσικός έχει, περίπου, δέκα με δώδεκα χρόνια σπουδών, συνεχών απογοητεύσεων και ατελείωτου διαβάσματος στην πλάτη. Έχει κυρίως μάθει την αξία της παύσης και της χαμηλής φωνής. Έχει έρθει σε επαφή με ιερά τέρατα της τέχνης, έχει διδαχθεί την ταπεινότητα και τη συστηματική εργασία, έχει μάθει να σωπαίνει και να αντιλαμβάνεται πολυδιάστατα την τέχνη στην ολότητα της. Έχει καταλάβει ότι για τρία λεπτά ενός μουσικού έργου απαιτούνται μήνες εργασίας, και επιπλέον η ερμηνεία αυτών των εκατόν ογδόντα δευτερολέπτων τέχνης είναι ικανή να δημιουργήσει συναισθήματα και γέφυρες επικοινωνίας που δεν μπορούν να συμβούν σε ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή. Αντίθετα, ο ηθοποιός είναι ένας άξεστος νέος που δίχως προηγούμενη ενασχόληση με την τέχνη, έρχεται ξαφνικά αντιμέτωπος με έναν τεράστιο όγκο έργων, τον οποίο καλείται να διεκπεραιώσει μέσα σε λίγα χρόνια. Έτσι, και σε συνδυασμό με τις περισσότερες ευκαιρίες έκφρασης και παρουσίασης που του δίνονται, γίνεται ένας άξεστος που μιλάει δυνατά και με στόμφο για πράγματα που δεν καταλαβαίνει, ορθοφωνεί ακόμα και στις συνομιλίες του με φίλους και γνωστούς και αποκαλεί με το μικρό τους όνομα θεατρικούς συγγραφείς παγκόσμιου διαμετρήματος για τους οποίους δεν γνωρίζει σχεδόν τίποτα. Ταυτόχρονα έχει και σκηνοθετική άποψη ενώ είναι έτοιμος να κρίνει τα πάντα γύρω από την τέχνη.

Βέβαια, όλοι οι υπόλοιποι πέρα από τους μουσικούς, είναι άνθρωποι που και αυτοί μπορεί από μικροί να ασχολήθηκαν με κάτι γύρω από την τέχνη. Οι περισσότεροι, βέβαια, είχαν ασχοληθεί με τη μουσική μέσα από ωδεία, σχολές και δασκάλους και κάποια στιγμή τα παράτησαν. Αυτό το γεγονός, της παιδικής τους αποτυχίας,το φέρουν βαρέως και γι’ αυτό δεν τολμούν να αγγίξουν τη μουσική και να εκφέρουν άποψη για τους μουσικούς, παρά μόνο τραγουδώντας και κριτικάροντας διάφορα αστικά ή λαϊκά τραγουδάκια.

Όλοι, είτε φανερά είτε ενδόμυχα, αναγνωρίζουν την ανωτερότητα της μουσικής έναντι των άλλων τεχνών.

Οι μουσικοί δεν δίνουν καμία σημασία στους ηθοποιούς, εγώ όμως συνήθιζα να τους ακούω να μιλούν καθώς περπατούσα στην κύρια αίθουσα ή τους διαδρόμους του κτιρίου και να γελάω με κάθε λάθος άποψη, ρηχή τοποθέτηση ή επιφανειακή ερμηνεία τους. Δεν με πρόσεχαν ιδιαίτερα αν και έχω την εντύπωση ότι με σέβονταν ή με φοβόντουσαν.

Όταν μπήκα λοιπόν σήμερα στην κύρια αίθουσα, οι ηθοποιοί με τους χορευτές βρίσκονταν στην ώρα του διαλείμματος της πρόβας. Οι τρεις πρωταγωνίστριες (που έμοιαζαν να βγαίνουν από το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα) συζητούσαν για τα λάθη του σκηνοθέτη και το πώς αυτές θα αναδείκνυαν καλύτερα τον ψυχικό κόσμο του ρόλου τους.

Γέλασα δυνατά και προχώρησα. Ψίθυροι ακούστηκαν από πίσω μου.

ΔΥΟ

Έφτασα στη μικρή, χωρίς ακουστική μελέτη, αίθουσα που ο δήμος είχε παραχωρήσει στην ορχήστρα για πρόβες. Έκατσα στη θέση μου και άρχισα να κουρδίζω. Όπως φαίνεται είχα έρθει νωρίς γιατί εκτός από τα δύο φαγκότα και μερικά δεύτερα βιολιά δεν υπήρχε κανείς στην αίθουσα. Άνοιξα τις παρτιτούρες και άρχισα να προβάρω τα μέρη μου.

Το έργο ήταν ένα πειραματικό πρότζεκτ ενός εβδομηνταπεντάχρονου εθνικιστή συνθέτη με σωστή άποψη για τη μουσική και ενορχηστρωτικές επιλογές που κέντριζαν το ενδιαφέρον μου. Είχα, ήδη, διαβάσει τα κείμενα του γύρω από την προσέγγιση της μουσικής ως καλλιέργειας του έθνους και είχα ενθουσιαστεί που θα συνεργαζόμουν μαζί του έστω και ως μέλος αυτής της ορχήστρας.

Ακριβώς την αντίθετη στάση είχε ο αρχιμουσικός της ορχήστρας. Ένας άνθρωπος με δημοσιοϋπαλληλική μουσική σκέψη και ακραία συντηρητική άποψη γύρω από την τέχνη, απρόθυμος να παρακολουθήσει τις συνεχιζόμενες εξελίξεις και ανίκανος να ερμηνεύσει και να απελευθερώσει τη δυναμική και τα συναισθήματα των πιο σύγχρονων καλλιτεχνικών ρευμάτων.

Οι σύγχρονοι συνθέτες της εποχής μου αφήνουν πάντα περιθώρια έκφρασης στους καλλιτέχνες, ιδιαίτερα στους μουσικούς και τους χορευτές, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με την εμμονή του αρχιμουσικού να έχει τα πάντα στον πλήρη έλεγχο του. Η ολοκληρωτική αυτή εποπτεία και ο μηδενισμός της όποιας αυτοσχεδιαστικής έκφρασης από την πλευρά των μουσικών είναι τάσεις αντιθετικές και με μη αναστρέψιμα τελικά αποτελέσματα στο έργο.

Βέβαια, αυτό είναι ένα γεγονός και μια κατάσταση των καιρών που συμβαίνει κατά κόρον όχι μόνο στην τέχνη αλλά και στην καθημερινή ζωή και την πολιτική.

ΤΡΙΑ

Μετά την πρόβα βρέθηκα με μια παρέα μουσικών, ηθοποιών και χορευτών στο καφέ δίπλα από το κτίριο. Δεν μου άρεσαν καθόλου αυτές οι παρέες και προσπαθούσα να θυμηθώ πως βρέθηκα μαζί τους. Θυμόμουν το κλείσιμο του αρχιμουσικού, τις βιαστικές κινήσεις της ορχήστρας, μια τελευταία σημείωση πάνω στις νότες και ξαφνικά βρέθηκα εδώ, στο καφέ των καλλιτεχνών με την πιο ποταπή παρέα.

Οι παρέες αυτές μού ήταν πάντα μισητές γιατί αποτελούνται από μέτριους ανθρώπους. Δεν είναι ποτέ ακραίοι αλλά τείνουν συνειδητά προς τον μέσο όρο. Δεν είναι ούτε σοσιαλιστές, ούτε φιλελεύθεροι. Ούτε αναρχικοί, ούτε εθνικιστές. Ούτε βέβαια πατριώτες. Είναι ένα κράμα μικροαστικών αντιλήψεων και συμφεροντολογικών θέσεων χωρίς ταυτότητα και χαρακτήρα.

Στα μάτια μου, πάντα, ο αρχιμουσικός ήταν τουλάχιστον πιο σαφής και ξεκάθαρος άνθρωπος πάρα την πλήρη αντίθεσή μου στις απόψεις του. Δεν άκουγε κανέναν και διατηρούσε ακέραιες τις θέσεις του όπου και αν βρισκόταν.

Αντίθετα, οι μέτριοι άνθρωποι προσαρμόζονται στις καταστάσεις και τις συνθήκες και μπορούν, σε κάποιες περιπτώσεις, να γίνουν μέχρι και συμπαθητικοί ή τουλάχιστον ανεκτοί. Στις στιγμές, όμως, που τους πετυχαίνεις όλους μαζί γίνονται ατίθασοι και συμπληρωματικοί ο ένας με τον άλλο. Η μετριότητα τους οργιάζει. Και βέβαια το χειρότερο είναι ότι μιλώντας μαζί τους όχι μόνο το μυαλό σου κατευθύνεται σε στερεότυπα και άχρηστες σκέψεις αλλά κυρίως πλήττεις.

Σε μια τέτοια κατάσταση βρισκόμουν τώρα, καθισμένος σε μια καρέκλα να τους ακούω να φλυαρούν ακατάπαυστα για πράγματα που δεν γνωρίζουν και να κρίνουν τους πάντες εκτός από τους εαυτούς τους.

-Η τέχνη ως εθνική ταυτότητα.

Οι λέξεις αυτές ξύπνησαν το μυαλό μου. Σήκωσα νωχελικά τα μάτια από το πάτωμα και διαπίστωσα ότι τα λόγια ήταν του εβδομηνταπεντάχρονου συνθέτη. Καθόταν δίπλα μου σε απόσταση αναπνοής ενώ απέναντι μου βρισκόντουσαν δύο χορευτές, οι τρεις πρωταγωνίστριες και ο αρχιμουσικός. Δίπλα μου καθόντουσαν δυο μουσικοί τις ορχήστρας και δεξιά μου, όπως είπα, ο συνθέτης. Όλο το καφέ ήταν γεμάτο από ανθρώπους του έργου και όλοι παρακολουθούσαν τη συζήτηση του τραπεζιού μας και ιδιαίτερα τα λόγια του αρχιμουσικού.

Έμεινα σιωπηλός, όπως θα έπρεπε σε αυτές τις καταστάσεις, όμως η θερμοκρασία του σώματος μου άρχισε να ανεβαίνει. Υπάρχουν πολλά κουτορνίθια που προσπαθούν να εμπλακούν σε τέτοιες συζητήσεις με σοβαρούς ανθρώπους της τέχνης, μόνο για τη χαρά της συμμετοχής, και βέβαια γρήγορα γελοιοποιούνται χωρίς οι ίδιοι να το καταλάβουν. Η ακοή μου είχε, σίγουρα, οξυνθεί και η θερμοκρασία μου ανέβαινε με την ώρα. Ένιωθα έτοιμος να αντιληφθώ συναισθήματα και καταστάσεις της τέχνης και πιο ικανός από τον καθένα μέσα στο καφέ για να εμβαθύνω στον τομέα αυτό. Ήξερα, όμως, ότι δεν έπρεπε να την πατήσω σαν πρωτάρης, έπρεπε να μείνω σιωπηλός.

-Και εσείς νεαρέ κύριε, τι έχετε να πείτε για το θέμα μας, απηύθυνε σοβαρά προς τη μεριά μου ο συνθέτης.

ΤΕΣΣΕΡΑ

Πολλές φορές όταν μιλούσα για τέχνη έσφιγγα τα δόντια. Συνήθως αυτό γινόταν με κάποιον άξεστο συναισθηματικά άνθρωπο που δεν μπορούσε να κατανοήσει την έννοια του λεγκάτο, το γιατί η μουσική ερμηνεία είναι προσέγγιση και όχι γεγονός ή να αντιληφθεί την απλότητα ως άκρο. Η αδυναμία της επικοινωνίας με φίμωνε σε βαθμό που τα χείλη μου ενώνονταν δυνατά και η πάνω γνάθος πίεζε τόσο την κάτω που αισθανόμουν τα δόντια μου να φτάνουν στα όρια της αντοχής τους. Η κατάσταση αυτή διαρκούσε αρκετή ώρα και μόνο κατόπιν ισχυρού πόνου γινόταν αντιληπτή.

Ήταν η στιγμή που ήθελα να μιλήσω για την αξία της καμπυλόγραμμης κίνησης και το πως αυτή σε συνδυασμό με τις ευθείες αναφορές και τις απροσδόκητες γωνίες αποτελούν την πυρηνική ύπαρξη της τέχνης, απογυμνοποιημένης από κάθε τι περιττό.

Όμως, η παύση μου διαρκούσε. Τα κάτω δόντια ετοιμάζονταν να κινηθούν απότομα δεξιά αριστερά και να διαλύσουν όλες τις μύτες από τους τραπεζίτες και τους φρονιμίτες.

Όταν άφηνα τη σιωπή, αντί για ένα καθαρό λόγο οι λέξεις εξέρχονταν σπασμένες και μετά από λίγα δευτερόλεπτα τραυλών ακατανόητων ήχων σιωπούσα ξανά. Το σφίξιμο γινόταν πιο δυνατό, το κεφάλι μου βάραινε, το σώμα μου καιγόταν και εγώ ήθελα να σηκωθώ και να δείξω με χορευτικές κινήσεις αυτό που δεν μπορούσα να πω. Το πάθος μου αυτό έψαχνε διέξοδο σε μια έστω και μηδενική έκφραση, όμως τα πόδια μου μαρμάρωναν και τα μάτια μου, υγρά και θολά, έμεναν κολλημένα στο πάτωμα.

Τότε, παρατηρούσα ότι τα μπροστινά πάνω δόντια μου βρίσκονταν σε κατάσταση ετοιμότητας πίσω από τα αντίστοιχα της κάτω γνάθου, ικανά για μια ηρωική κίνηση προς τα εμπρός που θα προκαλούσε την οριστική διάλυση ή τουλάχιστον το ολοκληρωτικό ξερίζωμα τους από τα βάθη των ούλων.

Ήθελα να φωνάξω.

Ήθελα να εξηγήσω στους συνομιλητές μου όλα αυτά που σκεφτόμουν για την αναγκαιότητα του λάθους στην τέχνη ή την χρησιμότητα της μουσικής γραφής στην ποίηση, αλλά όλα αυτά μου φαινόντουσαν δεδομένα, πράγματα και θεωρίες που δεν αξίζουν να ειπωθούν γιατί όλοι τα γνωρίζουν και όλοι τα αισθάνονται.

Τα χέρια μου έτρεμαν, τα μάτια μου άνοιγαν διάπλατα και τα δάχτυλα των ποδιών μου έσφιγγαν δυνατά μαζί με το στόμα. Μικροί σπασμοί, στις άκρες των χειλιών και των ζυγωματικών μου, σε συνδυασμό με πολύ γρήγορα ανοιγοκλεισίματα των ματιών, γίνονταν τότε αντιληπτά ενώ ο καρδιακός μου παλμός εμφάνιζε σημάδια αρρυθμίας. Έπιανα δυνατά με το δεξί μου χέρι το αριστερό μου στήθος και προσπαθούσα να ανασάνω από τη μύτη.

Σιγά σιγά όλο μου το κορμί μούδιαζε και περνούσα σε μια κατάσταση μη ύπαρξης. Μια τεράστια άδεια τρύπα δημιουργούνταν στην κοιλιά μου και με ρουφούσε μέσα της ενώ ταυτόχρονα το σώμα μου έμενε ακινητοποιημένο στην καρέκλα. Το κάτω χείλος μου φούσκωνε και έβγαινε πιο μπροστά από το πάνω.

Η δυνατότητα έκφρασης μου έφτανε στο μηδέν. Η παράλυση μου γινόταν ολοκληρωτική και διαρκούσε περισσότερο από όσο μπορούσα να αντιληφθώ. Βυθιζόμουν σε μια ωμότητα συναισθημάτων μη σκέψης.

Όταν μετά από ώρα ξυπνούσα, είχα την ελπίδα ότι μέσα από αυτήν τη μη διαλογική κατάσταση θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή στο συνομιλητή μου έστω και μια εντύπωση συναισθημάτων. Πίστευα ότι το σώμα μου θα μπορούσε να εκκρίνει και ταυτόχρονα να δημιουργήσει ένα συναίσθημα στον άλλο, αδύνατο να το εξηγήσει αλλά ικανό να το αντιληφθεί.

Τότε, ένα τρέμουλο έπιανε τη στοματική μου κοιλότητα και μια σπασμένη μελωδία έβγαινε ψιθυριστή από μέσα, αδύναμη, χωρίς κανείς να μπορεί να την ακούει, ούτε εγώ ο ίδιος αφού τα αυτιά μου ήταν κλειστά από ένα συνεχόμενο βόμβο.

Το σώμα μου ίδρωνε, έτρεμε και καιγόταν.

Άκουγα το μουρμουρητό μου μόνο από τις δονήσεις των εσωτερικών μου οργάνων. Κάθε λογική σκέψη χανόταν και τη θέση της έπαιρναν αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα, που αργότερα προσπαθείς να θυμηθείς και να εξηγήσεις για χρόνια.

Τα δευτερόλεπτα και οι στιγμές εκείνες.

ΠΕΝΤΕ

-Ίσως ο νεαρός κύριος δεν μπορεί να αντιληφθεί την κατάσταση της δημιουργίας, πρόσθεσε ο αρχιμουσικός.
Γέλια ακούστηκαν γύρω μου.

Βγήκα γρήγορα από το καφέ και πήρα βαθιά ανάσα. Ο αέρας ήταν καθαρός και παγωμένος. Με ξύπνησε προς στιγμήν. Κατεβαίνοντας τα σκαλιά άκουσα μια φωνή από πίσω μου.
-Πού πηγαίνετε, νεαρέ κύριε; Ήταν ο συνθέτης.
-Σπίτι μου, είπα και έδειξα το δρόμο που οδηγούσε στο πάρκο.
-Μα μένετε στην αντίθετη πλευρά της πόλης, πρόσθεσε με απορία.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://rragia-lit.gr/rragia-lit.gr/teyxos2-lathos-texni.html

Ευαγγελία Τάτση, Τρία ποιήματα

Άνεμε
ποιος άνεμος είσαι συ
που φυσάς τις ανάσες μέσα μου;
Ορμάς αόρατος και νιώθω τη ζωή στην τραχεία
ανθίζεις στους βρόγχους
και κατακλύζεις τις κυψελίδες
εισπνέω και ξαναεισπνέω
και συστέλλομαι.
Είμαι το παιδί που τρέχει πίσω απ’ τη σαπουνόφουσκα
είμαι μικρή, μικρότερη
μέσα στη φυσαλίδα του χρόνου που διαστέλλεται
από την απουσία που εκπνέω.

Εγώ, όχι Γαλήνη και Μύρα
όχι Πόντος και Πόρος
όχι Θάλασσα
σε σένα, τον αληγή, τον αντιαληγή
τον αναβάτη και τον καταβάτη
στέλνω γράμματα.
Προς όλα τα γνωστά σου ονόματα.

*

[Τα τραγούδια]

Θα πω για τον Στράτο.
Έπαιζα τα ραδιοφωνάκια στα συνεργεία
στα καφενεία με τ’ απλωμένα χταπόδια
τα τραγούδια του.
Η μάνα μου τ’ άπλωνε στην αυλή
παρέα με την μπουγάδα.

Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς
ο κερδισμένος στα χαρτιά
μας ξεσήκωσε για τη Νεράιδα.

Ο Στράτος ίδιος όπως στα εξώφυλλα.
Γαρδένιες και σπασμένα πιάτα ανάμεσα στα τραγούδια
Και τα τραγούδια έγιναν άλλα.
Τα τραγούδια ήταν δυο.
Όσα αγαπούσα ήταν ρεφενέ
μα στη Νεράιδα
πλήρωνε ο καθένας τα δικά του.

*

[Ορφικό]

Για να σ’ ερωτευτώ
έγραψα ένα ποίημα μαύρο δάσος
κι εκεί σ’ έβαλα
εκεί να με μαγέψει η κιθάρα σου για να ‘ρθω
κι έπειτα τα μαλλιά σου να μυρίσω
έπειτα η νύχτα
με τα είκοσί της δάχτυλα
να ψηλαφίσει τη σιωπή του κόσμου.

Μα να σε βρω ποτέ μου δεν κατάφερα
με καταβρόχθισε τ’ αχόρταγο το ποίημα.
Μέσα στον Άδη του ξανά το ίδιο ποίημα
και ξανά να γράφω.

*Από τη συλλογή “θα γίνουν ΟΛΑ με τα μάτια ΑΝΟΙΧΤΑ”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2024.

Τάσος Φάλκος, Τέσσερα ποιήματα

Βραδιάζει

Ακόμα μια σκιά
εκεί που πρώτα ήταν χρώμα
Την κρύβουμε απ’ αυτούς
που πίστεψαν σε μας
Βράδιασε βράδιασε μεμιάς
Στον κήπο κρύβονται απειλές
Βράδιασε ξαφνικά μες στην καρδιά μας
Κι όλο πυκνώνουν οι σκιές

*

Ο άλλος

Ενώ σιωπάς μες στη βαθύτερη σιωπή σου
είν’ ένας άλλος που σκιρτάει βαθιά σου
τινάζεται κι απλώνει γύρω σου τα χέρια

Είν’ ένας άλλος που ετοιμάζεται
να σε πυροδοτήσει

*

Ο πηλός

Τώρα που έγινα μια μάζα
από άνυδρο πηλό
λυπήσου με εσύ φως αγνό
Μη με ξεραίνεις άλλο

*

Το κόκκινο

Βάδιζε στην προέκταση της παραλίας
μη βλέποντας παρά το κόκκινο
τον κόκκινο ορίζοντα
τα κόκκινα φτερά
Κανένας ουρανός
Πάρεξ μια τρύπα στάζει αίμα
Το αίμα γέρνει στη δύση
θα γείρουμε στο αίμα
στο αίμα
θ’ αναστηθούμε μες στο αίμα

*Από τη συλλογή “Σχεδιάσματα με φως”, εκδ. Ζήτρος, 2005. Ανασδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2024/10/18/4-ποιήματα-τάσος-φάλκος/#like-7059