Νικόλαος Μωραΐτης*, Σφαγείον

getImage

Σ’ αυτό το μαύρο μνήμα
Που Λαύριο το λεν
Βλέπω πολλαίς με μαύρα
Που κάθονται και κλαίν

Βλέπω γρηαίς μητέραις
Γυναίκες και παιδιά
Γυμναίς και πεινασμένες
Χωρίς παρηγοριά.

Βλέπω παιδιά αγγελούδια
Να κλαίνε για ψωμί
Κορίτσια σαν το κρίνο
Πωλούντα την τιμή.

Βλέπω και κάτι άλλους
Π’ αφεντικά τους λεν
Μ’ απάθεια να βλέπουν
Ταίς μαύρες οπού κλαίν

Και ειν’ αυτοί αιτία
Σ’ αυτών την συμφορά
Αλλά τρώγουν και πίνουν
Και δεν δίδουν παρά.

-Κι’ αν πέντ’ εξ εργάται
Θαυτίκαν ζωντανοί
Τί τάχατε με τούτου;
Τι πρέπει να γενή;

Αμ’ έχομαι το χρήμα
Θα ’ρθούνε στην δουλειά
Κι’ άλλοι να σκοτωθούνε
Και δεν θα πουν μιλιά.

Ναι τέρατα ακόμη
Λίγον καιρόν θαρθούν
Για να σας βγάλουν πλούτο
Εργάται να θαφτούν.

Αλλά πλησιάζ’ ημέρα
Που θα θαφτήτ’ εσείς
Για να γενούν εργάται
Για πάντα ευτυχείς.

*Ξυλουργός
1893

Βάσσος Γεώργας, πετροβολούν απ΄το πρωί

Artwork: Angelos Tziortzinis

Artwork: Angelos Tziortzinis

πετροβολούν απ΄το πρωί
αλύπητα στα σοκάκια
ανυπεράσπιστοι άγγελοι
του θυμού και της σιωπής
χωρίς ηλικία και επώνυμα
που μηχανεύονται την ανατροπή
σκάβουν στα κούφια θεμέλια
βαθύτατων αισθημάτων
να ανακαλύψουν ίχνη από
τη σκόρπια περηφάνια τους
που χρόνια τώρα
ακρωτηριάστηκε στουρνάρα και μπόταση γωνία
σε έναν εύφλεκτο παράδεισο
όπου το πνεύμα μου δύσκαμπτο
δεν ήταν πρόθυμο να ακολουθήσει
τους λυγμούς της φτωχής μου καρδιάς
τι κουβέντες φουρνέλο περιμένεις
να ακούσεις απ΄το στόμα μου
ένα βροχερό λυπημένο πρωινό;
αργά το μετάνιωσα που
ο πανικός με σκέπασε
με ματωμένη φανέλα
νοικοκυρεύτηκα και σιώπησα
συνένοχο κάθαρμα κι εγώ
χαμαιλέοντας αντί να γκαρίζω
με όλη μου τη ψυχή
ακέφαλε δολοφόνε με στολή
σε ποιας μανούλας τα μάγουλα
ζωγράφισες παντοτινά δάκρυα
και πότε επιτέλους
θα βρεις λίγο κουράγιο
να ζητήσεις συγγνώμη;
στους δρόμους σε ήθελα
ανάσα μου να ζήσεις
σε οδοφράγματα
κι όχι να γράφεις
στοίβα από ποιήματα
να κλαίνε τα μάτια σου
από τα δακρυγόνα
διχοτομημένος ανάμεσα
στο σωστό και το άδικο
κι ας είχες νικηθεί
προκαταβολικά
εν καιρώ ειρήνης Artwork: Angelos Tziortzinis

Βασίλης Φαϊτάς, Αλήτες

10670247_383472811802278_8798118177805449713_n

Περάσαμε αλήτες

παιδιά κάποιου εξόριστου θεού

μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα

μ’ ένα σπασμό στο βλέμμα

με τα χέρια να γράφουν σκοτεινούς κύκλους.

Το περιβόλι με τ’ αστέρια ποτέ

δεν φθάσαμε.

Μείναμε προσηλωμένοι χρόνια

σε κάποιους δρόμους

στων ανθρώπων το πλήθος.

Στην κλειστή ζωή μας

περίγυρο ο έρωτας

και καρδιά ο ανεμοδείχτης.

*Από τη συλλογή “Άποικοι της νύχτας” (1966). Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης πάρθηκαν από τον τοίχο της φίλης Αλεξάνδρας Βουτσίνου στο facebook.

Jessica L. Wilkinson 
reviews Luke Beesley’s New Works on Paper

new-works-paper

New Works on Paper
by Luke Beesley

Giramondo Publishing, 2013

I’ve been meaning to write this review for a year – in fact, there’s a wine stain on my copy and I can pinpoint the exact date that I first put it on my to-do list (i.e. engaged in other work → frustration → tipped glass). Despite all of my sideways swerving, a year is a good amount of time to let Beesley’s recurring bees swirl around the head; a year helps one to figure out their tune. Or, as the poet writes, ‘It’s not about bees. There are no bees.’ Have I tipped the wine glass again?

New Works on Paper reminds me of Stein’s Tender Buttons: windows open out to an ‘other’ view, wholly within our grasp but difficult to articulate; a sensual vision can feed the poet as well as food (‘You wear your aubergine swimmers that answer to no one. I peel you’ (24); ‘You caught the asparagus-green, oiled and wok-fired lights’ (25)); philosophical sketches on modern living are passed through a (green) prism: ‘After taking pencil shavings (green) out of the sharper than the air’ (15); ‘The green light inside/ a canary’ (54). Indeed, the following poem suggests the poet’s nearness to Stein, as he quotes her in the epigraph (‘all is as all as, is yet or as yet’):

Funny, to be in nature might be like

what? It is surprisingly icy, the sky.
Is it something within, or without?

I see as much from a window, hear.

I collect twigs. Fantastic. It’s a word
I’ve been meaning to use it
won’t take
isn’t necessary, or this evening – sky.

Near is nature might be like. As in it is.

(‘In Nature,’ 7)
Continue reading

Francesco Marotta, Ως την τελευταία συλλαβή των ημερών

ianiooa

να γράφεις είναι μια μοίρα που τρέφεται από τον ίσκιο των ωρών

το ερωτικό αγκάθι όποιου δεν αφήνει τίποτα πίσω του

για να ’ναι στάχτη, στοιχείο του ανέμου

είναι χαραγμένο πάντα με γράμματα φωτιάς

μες στις ίριδες των σημαδιών που σέρνει –ένα υμνολόγιο

ταπεινό, μια σύνοψη βημάτων δίχως ίχνη

ξεχειλίζει συλλαβές αθωότητας και μνημούρια άμμου

από το σιωπηλό λαγήνι που ξεδιψά τα χείλη,

όταν νοσηρές λέξεις άριας αποσπώνται απ’ τα χέρια

συνθλίβονται στην αδιόρατη άβυσσο

μίας σελίδας–

να γράφεις είναι μια ώρα που τρέφεται απ’ τη μοίρα

το αγκάθι που καθηλώνει το σώμα σε πλέγματα από χαραυγές

μες στη νυχτιά

και τρυπά ψηλαφά συρράπτει τραύματα ανοιχτά

ξεσχίζει τη σάρκα

μέχρι να ματώσουν ακόμη και τα όνειρα

μέχρι η εικόνα ν’ ανθίσει στους ήχους της πηγής

οι σβολιασμένες αλφαβήτες στην κραυγή

*

(είναι αυτές οι φωνές που λείπουν από μια πέτρα

για να νιώσει τόξο που σκόπευσε προς τον ουρανό,

είναι αυτοί οι τονισμοί

που συνοδεύουν το σπόρο στον τάφο του φωτός του – στον πύρινο γκρεμό

όπου ο θάνατος είναι οιωνός εποχών,

προφητεία των καρπών και της θύμησης)

Fino all’ultima sillaba dei giorni

scrivere è un destino covato dall’ombra delle ore

la spina amorosa di chi non lascia niente alle sue spalle

perché essere cenere, sostanza di vento

è inciso da sempre a lettere di fuoco

nelle pupille dei segni che trascina – un canzoniere

infimo, un breviario di passi senza orma

tracima sillabe d’innocenza e memoriali di sabbia

dalla brocca si

lente che disseta il labbro,

quando parole malate d’aria si staccano dalle mani

precipitano nell’impercettibile abisso

di una pagina –

scrivere è un’ora covata dal destino

la spina che costringe il corpo in reticoli d’albe in piena notte

e punge fruga ricuce orli slabbrati lacera la carne

fino a che sanguinano anche i sogni,

fino a che l’immagine fiorisce in echi di sorgente

gli alfabeti rappresi dentro un grido

*

(sono queste le voci che mancano a una pietra

per sentirsi un arco lanciato verso il cielo,

sono questi gli accenti

che scortano il seme alla sua tomba di luce – al precipizio ardente

dove la morte è presagio di stagioni,

oracolo dei frutti e del ricordo)

*Από τη συλλογή «Στίχοι γραμμένοι με τα μάτια» (Μετάφραση -Επίμετρο: Ευαγγελία Πολύμου).

*Από το Ποιείν http://www.poiein.gr

Ion Vinea
 (Iωάννης Ευγένιος Γιοβαννάκης), Velut Somnia

64776_300752226794143_1212450704252113709_n

Ακούω τη γη, τα δέντρα, τα βράχια,

τον καμπυλωτό δρόμο μέσα στην σιωπή

ανάμεσα στη δύναμη που αναβλύζει απ’ τις πηγές,

κάτω από τις όχθες χωρίς το βήμα των αστεριών.

Ακούστε τον άνεμο, τα τριζόνια, τη μοναξιά

μέχρι την είσοδο της αυγής με τη δροσιά το χάραμα,

η νύχτα μια σκιά, η μέρα ένα φάντασμα

χωρίς κατανόηση αστράφτουν στη συνέχεια.

Από την αιώνια πρόσοψη εισέρχεται ο τόπος κι ο χρόνος,

μάρτυρας – ποίων; Μεταξύ άλλων και κανενός,

ποιο το όνομά μου πέρα από μένα,

τί μέτωπο να υψώσω στα μάτια του κόσμου;

Ο ήχος, η ακτίνα, η ταραχή και το όνειρο

καθώς σπέρνω το όραμα μέσα μου

με το βλέμμα στην ροή των υδάτων του παρελθόντος

με το βήμα στον βυθό των τάφων.

Περνώ τα δάχτυλά μου πάνω, από το σαν μάσκα περίγραμμά μου 

ρωτώ την μοίρα όπως οι τυφλοί μπροστά στο κενό,

σκληρή σιωπή οι απώλειες και οι μνήμες, –

στην στέψη των σιγοκαίνε οι λέξεις.

1938

*Ο Ion Vinea
 (Iωάννης Ευγένιος Γιοβαννάκης) ήταν ελληνικής καταγωγής μέγιστος υπερρεαλιστής ποιητής, συμμαθητής και στενός φίλος του Triastan Tzara (1895-1964)

Sam Moginie Reviews Breaking New Sky: Contemporary Poetry from China

breaking-new-sky

Breaking New Sky: Contemporary Poetry from China

edited by Ouyang Yu

Five Islands Press, 2013

Breaking New Sky is a happily variegated collection of work by contemporary Chinese poets, edited and translated by Chinese-Australian poet, novelist and translator Ouyang Yu. Strangeness produced by means of a ‘neutral’ or ‘plain’ English (a ‘Yu signature tone’) gives the poems and their objects a riddle-like quality whose pleasures and dramas implicate food, sex, work, river systems, animals, domestic space, relationships, the medical system, nostalgia, death, farming and sleep. This plainness is put to work as the material of an aphoristic narrative mode that defines this anthology; making small claims continuously and thereby amassing charm.

Yu’s introduction begins with an account of a ‘new taste’ he has experienced while running Chinese-to-English translation workshops for Chinese students in Melbourne: a preference for ‘down-to-earth’, ‘subtle and plain speaking’ poems. His anecdote serves to place the translations in Breaking New Sky under the sign of plainness, a category that introduces prose, ‘heart to heart’ communication, the familiar and normal (I’m thinking of ‘plain food’), ease of access, assimilation, the unremarkable, blending in and plainclothes policing as modalities for the poems. There’s also a plainness to Yu’s ‘direct translation’: lines like Zhou Suotong’s ‘I saw the back of a grass-hoeing person’ or He Xiaozu’s ‘even the mah-jong players don’t get in touch / making you feel a bit odd’. Yu’s direct translation method aims to render the original language ‘literally’, to produce ‘poetry that fills the lacuna of a target language … with something so quotidian in the source language, that one’s sense is numbed’. Another result is a highly productive, stretched or slow English.

Continue reading

Βύρων Λεοντάρης, Η ομίχλη μπαίνει από παντού

Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι
κι όσα για σένα είχες ελπίσει
έχουνε τώρα πια όλα σβήσει.
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.

Σκιά ήταν ό,τι για ζωή αγαπήθη
ήχος στεγνός μιας άδειας λέξης.
Σαν ήρθε η ώρα να διαλέξεις
είπες ας φράξουν τη φωτιά άλλα στήθη.

Ποτάμι που έχει μείνει ξερή η κοίτη
πώς να ’χεις έτσι ξεστρατίσει
σου άξιζε σένα αλλιώς να ζήσεις.
Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.

Γιάννης Ρίτσος, Ερωτική ποίηση

ritsos


Από το «Γυμνό σώμα»

Το κρεβάτι, τα τσιγάρα,
το σώμα σου σ’ όλο το χώρο-
το άγαλμα του αίματός μου.

Ανάβω σπίρτα,
κόβω τα νύχια μου,
τρυπάω τα σεντόνια.
Λείπεις.

Είχες πει:
αγαπώ τα μαλλιά σου.
Τα μαλλιά μου μεγάλωσαν.
Μ’ έκρυψαν.

Υποσχεμένος μήνας.
Υποσχεμένη μέρα
Θάθω –είπες.
Περιμένω στην πόρτα.
Η πόρτα
είναι γεμάτη σφραγίδες.

Αυτά τα ελάχιστα
για μας τους δυο
πόσο μεγάλα.
Όλα.

Όχι τσιμέντο.
Άδειο
διαπερασμένο
απόνα σιδεροδοκό.

Τα ρούχα σου,
ζεστά απ’ το σώμα σου,
σε ποια καρέκλα; πού;
είναι ριγμένα;

Ο καφές, το τσιγάρο,
η αναμονή,
η αναμονή, το τσιγάρο.
Τα μάτια μου είναι πιο γαλάζια.

*

Περιμένοντάς σε
ξέχασα να παρατηρώ΄.
Τ’ όνειρο με κρατάει
στόνα του χέρι
γερμένον στον ώμο σου.

Το σώμα σου αόρατο.
Απλό.
Δυο πουλιά στις μασκάλες σου.
Ένας σταυρός στα στήθη σου.
Θάνατος τίποτα.

Όχι. Όχι.
Η ανάμνηση του σώματος
δεν είναι σώμα.
Σφίγγω
συμπυκνωμένο αέρα.

Με συσχετίσεις,
με ομοιώσεις,
σε αναπλάθω
κατά τμήματα.
Δεν ακεραιώνομαι.

Είπα παράθυρο.
Δεν είταν.
Όλα τα παράθυρα ανοίγουν προς εσένα.

Το απερίφραστο –έλεγε-
εξοστρακίζει το ποίημα.
Ας είναι.
Προτιμώ το σώμα σου.

Κείνη η καρέκλα.
Πάντα.
Εκεί που καθόσουν.
Αμετακίνητη.

Έλεγες:
είμαι εσύ, εσύ, εσύ.
Κι εγώ;
Εσύ
κ’ ήρθες.

Χιλιάδες φορές
ξανάπα τ’ όνομά σου.
Δεν σε είπα.
Τ’ όνομά σου ανεξάντλητο.

Υποσχόμενη μέρα.
Κ’ ήρθες.
Φωτιά και καπνός.
Καπνός και νύχτα.
Το κρεβάτι καίγεται.
Από φωτιά τα φτερά μας.
Δεν καίγονται.

Άρης Αλεξάνδρου, Θα επιμένεις

65886581_e6700080-tunguska_event_site-spl

Όσο ψηλά κι αν ανεβείς εδώ θα παραμένεις.
Θα σκοντάφτεις και θα πέφτεις εδώ μες στα χαλάσματα
χαράζοντας γραμμές
εδώ θα επιμένεις δίχως βία
χωρίς ποτέ να καταφύγεις στη βολική απόγνωση
ποτέ στην περιφρόνηση
κι ας έχουν σήμερα τη δύναμη εκείνοι που οικοδομούνε ερημώσεις
κι ας βλέπεις φάλαγγες ανθρώπων να τραβάν συντεταγμένοι
για το ξυλουργείο
να δέχονται περήφανοι
την εκτόρνευσή τους
και να τοποθετούνται στα αυστηρά τετράγωνα
σαν πιόνια.
Εσύ θα επιμένεις σαν να μετράς το χρόνο με τις σειρές
των πετρωμάτων
σάμπως να ’σουν σίγουρος πως θα ’ρθει μια μέρα
όπου οι χωροφύλακες κ’ οι επαγρυπνητές θα βγάλουν τις στολές τους.
Εδώ μες στα χαλάσματα που τα σπείραν άλας
θέλεις δε θέλεις θα βαδίζεις
υπολογίζοντας την κλίση που θα ’χουν τα επίπεδα
θα επιμένεις πριονίζοντας τις πέτρες μοναχός σου
θέλεις δε θέλεις πρέπει ν’ αποχτήσεις έναν δικό σου χώρο.