Παναγιώτης Χαχής, Δύο ποιήματα

07+fuji


049

Το σώμα γράφει
Στη μηχανή του βλέμματος
Πτώματα δευτερολέπτων
Εκκρεμότητες
Στους θαλάμους νοσηλείας.
Ζωφόροι σκαλισμένες
Στα δόντια των πεινασμένων
Δέρμα του χρόνου στα
κορμιά των αστέγων.

Με το ίδιο δεκανίκι
Βελόνα και χαρτί
Καρφί σκουριασμένο
Να σταυρώνει
Την αθωότητα.

Λέξεις
Μικρού μήκους
Αμετάφραστη γλώσσα
Καταπλέοντας την Πειραιώς
Χώμα στο χώμα
Στάχτες στις στάχτες
Χρυσόσκονη στη σκόνη.
Δεν θυμάμαι τα λόγια.
Ό,τι επιμένει, επιστρέφει.
Υπόλοιπα
Αθροίζουν το
Ελάχιστο.

***

Ανελέητα πρωινά

Και χάνεσαι
Ανάμεσα στα ίχνη
Από τόσες οπλές.
Ζωήλατα μυαλά
Όλα τα πρόσωπα
Όλα τα φύλα
Του κάποτε έρωτα
Zdenka Και Σίσυ,
Εν λευκώ.

Πάνω απ’ τον ξεσκισμένο
Πλακούντα της
Νύχτας, λεωφόροι
Καλοκαίρι σαν
Φλόγα, τρύπα
Στις σελίδες,
Κυλιόμενες σκάλες
Ως τα σπλάχνα της μέρας.
Σέρνοντας τη ζάλη
Μισοκλείνοντας
Θηλαστικά τα μάτια
Στις ξεβαμμένες διαβάσεις.

*Από τη συλλογή “Anus Mundi”, Εκδόσεις Πανοπτικόν, 2014.

Joaquín O. Giannuzzi, Δύο ποιήματα

101190322846961136TpZoNRQfc


ΛΟΙΠΟΝ, ΠΕΘΑΙΝΟΥΜΕ

Λοιπόν, πεθαίνουμε.
Εκατομμύρια χρόνια
για τον θάνατο, για μια διαδικασία
αλλόκοτη, κατά κάποιο τρόπο
ξένη. Αλλά η αλήθεια
είναι πιο ματαιόδοξη
από τη σκέψη
και αποσυντίθεται εκείνη τη στιγμή.
Ίσως να υπάρχει ένα λάθος
προοπτικής σε όλο αυτό·
αλλά προηγουμένως
έχουμε παραγγείλει κρασί
και ζαλισμένοι
είδαμε να πέφτουν τα σταφύλια.

Πεθαίνουμε, κάτι το παράξενο,
αλλά πάντοτε εκ των υστέρων.
Και παρόλα αυτά άνθρωποι υπάρχουν,
σε όλα τα μέρη και πάνω από όλα
πάνω στη Γη.

Ο άνεμος, ένα τριαντάφυλλο πάνω στο τραπέζι
ο καφές. Όλα υποτάσσονται
στο φως· ο θάνατος
δεν έχει λογική.

***

Ο ΔΡΟΜΟΣ, Ο ΚΟΣΜΟΣ

Πόσες αποστάσεις διανύσαμε
οι δρόμοι
τα χρόνια που περάσαμε
με τα πόδια κολλημένα στο οδόστρωμα.
Η ζωή που σεργιανάει κυκλικά
και συχνάζει εκεί
όπου τίποτα δεν διακόπτεται και κανείς δεν θέλει να
πεθάνει.
Αγάπη μου, κοίταξε προσεκτικά
έξω από το παράθυρο, άκουσε εδώ στη γη
την ανθρώπινη μουσική,
τον κατευναστικό νόμο της ωριμότητας
που όλα τα ανακτά, τον ζωντανό ψίθυρο
της σκόνης,
τα πράγματα που δηλώνουν σύμφωνα και συνεχίζουν.
Ο δρόμος είναι γεμάτος αθάνατους ανθρώπους.

*Από το βιβλίο “Χοακίν Χιανούτσι, Ποιήματα” σε εισαγωγή Οσβάλδο Πικάρδο και μετάφραση-σχόλια Στάθη Ιντζέ. Εκδόσεις “Θράκα” 2014. Η εικόνα της ανάρτησης πάρθηκε από το http://argentinoi-poihtes.blogspot.com

Γεωργία Τρούλη, Ων-μονάδα

zen_stones_by_3dbasti

Πολλά σώματα
Ολόκληρο δάπεδο κλειδωμένα
Αγκυροβολημένα σε οπές σε συνδυασμούς

Μοιάζουν με άμμο
Δεν κάνουν εκπτώσεις στο χρώμα
Δεν ξεθωριάζουν [στέκει πάνω τους η ανυπαρξία]

Τεφροδόχος από άμμο
Φιλοξενούν χώμα
Χέρια από χώμα
Δεν γνωρίζουν πού να σκορπιστούν ως άνθρωποι
Πώς να φροντίσουν την αποσύνθεση
Μια Ευρασία ζωντανή σε τόση σκόνη πάνω να κάθεται
Και η σκόνη να κάθεται πάνω σε έπιπλα και ταμεία
Και οι σημύδες λαξευμένες με όνομα και ημερομηνία

Τα υγρά προ πολλού χάθηκαν
Στην δυτική τοποθέτηση
Εάν υπήρχε η παραμικρή υποψία βροχής
Θα γινόταν λάσπη και ξανά σημείο μηδέν
Και από εκεί θα άρχιζε ο κόσμος
Από ψηλά δαπεδοχώρος ωχρός
Με αυλακώσεις πιτσιλωτές
Και άλλης δεκαετίας

Απλά και επώδυνα συρρικνώνει
Ο ήλιος
Και συρρικνώνεται
Η ροή
Η απόσταση
Αυτό που δεν έλαβε έλξη
Εάν κάποιος πέθαινε
Θα έπαιρνε θέση στο παζλ
Θα ήταν κομμάτι αυχένας και από κάτω κορμός
Στο άμορφο όμοιο διαρκές

Όλα τα σώματα εδώ που δεν ερημώνει εκ του φυσικού ο τόπος
Όλες οι σχισμές και τα δωμάτια γεμάτα
Απόλυτη εφαρμογή
Αλλά ούτε καν σαπούνι δεν γίνονται
Οι θυσίες
Προ πολλού με τα υγρά χάθηκε και το άρωμα

Όμως για πρώτη φορά
Ο θάνατος σε αυτόν τον κόσμο
Συντελείται σε σημείο βρασμού
Μικρότερο του ανθρώπου
Και με μεγάλη διάρκεια
Μια υδρόγειος με διάμετρο 1188

Ιστορικά γεγονότα

Απέχει το τέλος όσο απέχει
Η ρίζα από την ρωγμή του πιο ψηλού
Άκρου
Σε ένα δέντρο
Που
Διαρκεί
Αιώνες πάνω από είκοσι
Και ένα ων
[Τυλιγμένη στο όριο Γάζα]
Παλιά μονάδα μήκους
Σε στιγμιότυπα
Μηδέν- ένα

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Η ποίηση ως αντίσταση

contemporary-artwork

…είσαι η φωτιά που ετοιμάζει η απελπισία…
Θ. ΓΚΟΡΠΑΣ, 1957

Όποιος αποπειράται σήμερα να παρεμβάλει τα ερωτήματά του ή της ενστάσεις του στην “φιλοσοφία” του κέρδους η οποία κυριαρχεί υπό τη μορφή της απαστράπτουσας τιποτολογίας των ημερών, θα εισπράξει το λιγότερο, τον χαρακτηρισμό του άκυρου και άκαιρου σχολιαστή ή του ξεπερασμένου “παλαιομαρξιστή”.

Μέσα σε αυτό το κλίμα σκέπτομαι κάποτε πως κάποια πράγματα έχουν όντως τελειώσει, όση και αν η αγάπη μας για τα “παλαιά” είναι ίσως το μόνο, πλέον, μέτρο της αντοχής μας σε μια πληθωριστική πίεση που κατατείνει στην πολιτική άπνοια, την πνευματική οξείδωση και την ιστορική αμνησία.

Δεν έχω καμία όρεξη να υπερασπιστώ εδώ της παλιές γνωστές αγκυλώσεις της αριστεράς· δεν τις υιοθέτησα άλλωστε ούτε καν την ώρα της δόξας τους. Άλλα όταν βλέπω τώρα τα αναρριχητικά και τα παράσιτα ενός όψιμου κερδαλέου αντικομμουνισμού, “νοσταλγώ” πράγματι, δηλαδή τιμώ και προσκυνώ, την όρθια στάση της δρυός που κάποτε πετροβολούσα.

Το ξέρω πως τέτοιες δηλώσεις σε κατατάσσουν στους “νοσταλγούς” – και λοιπόν; Το αντικείμενο κάθε νοσταλγίας έχει τη δική του πραγματικότητα και το δικό του δίκιο. Μπορεί να “πάλιωσε”, λ.χ., ο νεαρός εκείνος ποιητής της δεκαετίας του 60′ ο οποίος είχε την – όχι μόνο ποιητική – τόλμη, σε πείσμα κάθε αντιαμερικανισμού από τη μια, και κάθε αντικομμουνισμού, από την άλλη, να σαβανώνει μέσα στον ίδιο στίχο τη Μέριλυν Μονρόε και το Νίκο Μπελογιάννη, μπορεί να “πάλιωσε”, λέω, εκείνος ο ποιητής αλλά πρόλαβε να αφήσει το ίχνος της γενιάς του, την ισχύουσα απάντησή του ενάντια στο πρόπλασμα του σημερινού γιάπη – του θύματος και μεταπράτη μιας εικονικής ζωής:

νεαρέ εμποράκο βλάκα
αύριο θα πεθάνεις για μιαν ένεση
που θα τιμάται με τη ζωή σου.

“Παλιές ειδήσεις” χαρακτήριζε ο Θωμάς Γκίρμπας τα ποιήματα του, εννοώντας ίσως αυτό το αεί ερχόμενο στοιχείο της ποίησης, την πρωθύστερη απάντηση στον Θάνατο – εκείνο το “παρά ταύτα” που επικαλέστηκε πρόσφατα ο Μάριος Μαρκίδης.

Αν κάποιοι στίχοι, λοιπόν, μας ξαναφέρνουν τις “παλιές ειδήσεις” της ψυχής, οι τρέχουσες ειδήσεις μας ξαναφέρνουν στα παλιά μας καταφύγια. Ο τρόμος της 11ης Σεπτεμβρίου ήρθα να μουδιάσει, να αιχμαλωτίσει, να πάρει όμηρο τη σκέψη μας. “Τίποτα δεν (θα) είναι πλέον όπως πριν”, σάλπισε η κυρίαρχη είδηση μεταξύ απειλής και θριαμβολογίας.

Παρά ταύτα. Η 11η Σεπτεμβρίου, δεν αναιρεί τις “παλιές ειδήσεις”, αναιρεί το μακάριο εκείνο γιάπικο ιδεολόγημα περί “τέλους” της Ιστορίας. Ξέρω, βέβαια, πως στις πολιτικές κόντρες των ημερών η ποίηση είναι εκ των προτέρων χαμένη. Διότι το να πετάς αντί άλλου επιχειρήματος ένα στοίχο στα μούτρα του αντιπάλου σου δεν είναι “πολιτικώς ορθόν” στην εποχή μας.

Ποτέ δεν ήταν. Αλλά κάποτε συνηθιζόταν, και τούτο σήμαινε κάτι – σήμαινε κάτι για τη ζωή, όχι για την ποίηση. Η ποίηση έτσι και αλλιώς δεν άλλαξε, υπήρξε πάντα ό,τι είναι και σήμερα: “παλιές ειδήσεις”. Αυτό ακριβώς συνιστά την ουσία της και την αντίστασή της.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Σημειώσεις”, Ιούνιος 2002. Εμείς το πήραμε από εδώ: http://stratigos-anemos.blogspot.gr/2014/12/blog-post.html#more

Lesbia Harford, Lesbia Harford

323720

I’ve had no man
To guard and shelter me,
Guide and instruct me
From mine infancy.

No lord of earth
To show me day by day
What things a girl should do
And what she should say.

I have gone free
Of manly excellence
And hold their wisdom
More than half pretence.

For since no male
Has ruled me or has fed,
I think my own thoughts
In my woman’s head.

*Lesbia Harford was an Australian poet, novelist, lawyer and political activist. She was born in 1891, had delicate health all her short life and died in 1927. Nevertheless she packed a lot of living into her 36 years.

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Noστάλγησέ με

205509_187081711448671_659629046_n

Αφουγκράσου τον τάφο μου.
Σκάψε βαθιά μέσα στην αιώνια σιωπή μου
Μπορείς να βρεις ξανά την γλύκα εκείνη
του προσώπου μου
την ώρα που με πρωτοκοίταξες
στο κρεβάτι του έρωτα
και με γέμισες μουσική.
Και τώρα πού είναι;
Πού πήγε τόση μουσική σαν χάθηκε ο έρωτας;
Πού πάνε οι βαθιά ήδονικές αισθήσεις
όταν πεθαίνουν;

*Από τη συλλογή “Ποιήματα”, ηλεκτρονική έκδοση “Ενδυμίων”.

Αργύρης Μαρνέρος, Τώρα

a25

Τώρα που φοράτε τα γιορτινά σας
Τώρα που περνάτε έξω
Απ’ το ορφανοτροφείο
Τρελοκομείο
Γηροκομείο
Νοσοκομείο
Κρεμάστε την αγάπη σας
Σαν το σαλάμι αέρος
Πάνω στα κάγκελα
Κι ύστερα πάτε στο σπίτι σας
Φάτε το βραδινό σας
Και μη ξεχάστε προπαντός
Να κάντε το σταυρό σας.

*Από την ποιητική τριλογία “Χειροκροτήστε” (1980). Εμνείς πήραμε το ποίημα από εδώ:
http://greekpoems.wordpress.com/2014/12/18/%CF%84%CF%8E%CF%81%CE%B1-%CE%B1%CF%81%CE%B3%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BD%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82/

Georg Trakl, Δύο ποιήματα

10428550_10205297436374579_2336784341381751684_n

ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΤΗΣ ΚΑΤΑΙΓΙΔΑΣ

Ω, οι κόκκινες ώρες της βραδιάς! 

Ιριδίζοντας σείεται στ” ανοιχτό παράθυρο 

Χαοτικά πλεγμένο στο γαλάζιο, φύλλο κληματαριάς 

Μέσα φωλιάζουν φαντάσματα παραφοράς.

Σκόνη στροβιλίζεται στων ρείθρων τη βρωμιά. 

Μαίνεται ο άνεμος και τα τζάμια δονούνται,

Ένα κοπάδι από άγρια φαριά 

Αστραπές ολόλαμπρα σύννεφα κυνηγούνε.

Με πάταγο ο καθρέφτης της λίμνης σπάζει

Γλάροι κρώζουν στου παραθύρου το υαλοστάσι. 

Πύρινος καβαλάρης από τον λόφο καλπάζει 

Και τσακίζεται στα φλογισμένα πευκοδάση.

Άρρωστοι ουρλιάζουν στα νοσοκομεία. 

Γαλαζωπό το φτέρωμα της νύχτας φτερουγίζει.

Τρεμοφέγγοντας ο υετός 

Αιφνίδια τις στέγες μαστίζει.

***


Η ΝΥΧΤΑ

Εσένα τραγουδώ άγρια ρωγμή,

Μέσα στη νύχτια θύελλα

Πάνω στα στοιβαγμένα βουνά•

Εσείς πύργοι φαιοί

Που ξεχειλίζετε από καταχθόνιους μορφασμούς,

Πύρινα ζώα,

Φτέρες τραχιές, πεύκα,

Κρυστάλλινα άνθη.

βάσανο δίχως τελειωμό

Να κυνηγάς τον Θεό,

Πνεύμα τρυφερό,

Ρίχνοντας αναστεναγμούς στον καταρράκτη,

Στα κυματιστά άγρια πεύκα.

Γύρω από τους λαούς

Χρυσαφένιες αστράφτουνε οι φωτιές.

Η μνηστή του ανέμου αναφλέγεται,

Και μεθυσμένη από θάνατο

Γκρεμίζεται στα μαύρα βράχια,

Το γαλάζιο κύμα

Του παγετώνα

Και η καμπάνα της κοιλάδας

Βροντά δυνατά:

Φλόγες, κατάρες,

Και τα σκοτεινά παιχνίδια

Της λαγνείας,

Μια πετρωμένη κεφαλή

Στον ουρανό εφορμά.

*Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου
.
**Από τη συλλογή “Ένας οδοιπόρος στον μαύρο άνεμο”, Εκδόσεις Νησίδες 2014.

Άρης Αλεξάνδρου, μερικοί στίχοι

10846150_1539084372997137_1199331586628112163_n

Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.

Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο

πριονιστήριο;

Η θέση μας είναι μέσα δω σ’ αυτό το δάσος
με τα κλαδιά κομμένα μισοκαμένους τους κορμούς

με τις ρίζες σφηνωμένες μες στις πέτρες.