Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κέρματα X

syros2js_blacknwhiteautomn

΄Αλλοι τριγυρνούν
άσκοπα εδώ κι εκεί
κι αυτός μέσα του

***

Το μαρτύρησες.
Γνωστό το μυστικό μας.
Μα δεν ντρέπομαι.

***

Πέφτει βροχούλα,
μα τις φλόγες δε σβήνει.
Με καίει φιλί.

***

Το φύλλο πέφτει.
Απαλό αεράκι
το ταξιδεύει.

***
Ξερά τα φύλλα.
Πέφτουν στο χώμα αργά.
Όμορφη πτώση.

Petra White, What kind of reader are you?

tumblr_inline_nif42eNjoi1qed9g4

The Prime Minister’s Literary Award winning poet Melinda Smith recently commented that 80 per cent of the audience for poetry in Australia is made up of the ‘specialist reader – a reader who not only loves books and loves words and reads a lot but has also got a degree in a postgraduate qualification in English and has read an awful lot of poetry and cultural theory’. Smith expresses a hope that poetry aimed at ‘the general reader’ can be acceptable in Australia. Smith’s award is proof that it can, but I can’t help wondering at her assumption that the majority of acceptable poetry in Australia is ‘inaccessible’ – and that the non-generalist, let’s say specialist reader makes up 80 per cent of the readership of poetry. This is not just a reader of poetry, but someone who reads mainly a certain type of poetry – ‘the richly layered and allusive works that are created by and for people with tertiary education in literature and cultural theory’ (Smith).
Continue reading

Βαγγέλης Γέττος, Μ’ ένα μικρό κι αθώο τέλος

10428421_10203046914876781_4731412277198395170_n

Μ’ ένα μικρό κι αθώο τέλος
όλα θα σβήσουν κάποια στιγμή
Μέσα στη μεταξένια ουδετερότητα ενός ματιού

Διαφορά δεν θα υπάρχει,
όλα θα έχουν τελειώσει άλλωστε
πριν η πρώτη έκρηξη
ταράξει τα εντόσθια της γης

Κι ο άνδρας θα ξαναγίνει

Θα τρέξει να κρυφτεί,
όπως παλιά
όπως από πάντα.

Μικρός μέσα σε μεγάλα
άγνωστος μέσα σε γνωστές καταστροφές

Χαμένος στους μύθους των πολυκατοικιών
αιμόφυρτος σε λεωφόρο με ατέλειωτους κόμβους

Με δυο χαρούμενες φωνές μέσα στο σπίτι του
να του γονατίζουν την αχλή καρδιά

Το λουτρό σήμερα θα γίνει με χλωμή καθαριότητα

Ίσως τελικά να μην μπορεί να υπάρξει
τίποτ’ άλλο
παρά
ένα μικρό κι αθώο τέλος.

*Από τη συλλογή “Προσάναμμα”, Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2013, σελ. 22.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Το πρώτο ποίημα

10846128_10203064545197528_1508342953258831692_n

Το πρώτο ποίημα στην ιστορία της ιστορίας
γράφτηκε από τον Εωσφόρο
την πρώτη του νύχτα στην Κόλαση.

Δεν είχε τη δύναμη να γράψει πολλές λέξεις.
Έπρεπε άλλωστε να ετοιμάσει τους πειρασμούς˙
τραγούδια θ’ αντηχούσαν μέσα από την έρημο
στον Μεσσία, και σε κάθε υιό και κόρη.

Κοίταξε τους σταλακτίτες της σπηλιάς.
Ίσως η απόφαση να είχε αλλάξει.
Ίσως ο νέος του ρόλος να μην ίσχυε.
Ίσως τελικά οι πειρασμοί, τα τραγούδια
να μην ανήκαν εδώ. Να μην ανήκαν ούτε εκεί.

Οι σταλακτίτες δεν απάντησαν.

Ο Εωσφόρος επέτρεψε στον εαυτό του
να κλάψει
μία τελευταία φορά.

Δεν είχε τη δύναμη να γράψει πολλές λέξεις.
Έπρεπε άλλωστε να βαπτιστεί.
Μα πριν το χρώμα τον λούσει
και πριν η λέξη “ποίημα” γεννηθεί
ο Εωσφόρος ήθελε να γράψει.

Ένα ποίημα. Οι σταλακτίτες ας περίμεναν.
Οι σταλακτίτες περίμεναν.
Μέχρι να γραφτεί το ποίημα.

Δεν είχε δύναμη. Δεν έγραψε πολλά.
Ίσως γι’ αυτό να είναι το πιο αληθινό
το πιο βλάσφημο
ποίημα που γράφτηκε ποτέ.

Και ο Εωσφόρος
εκείνη την πρώτη νύχτα
έγραψε μονάχα μία λέξη:

Μόνος.

*Για περισσότερα κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπο http://www.alexantonopoulos.com

Anne Elvey 
reviews Julie Maclean’s When I saw Jimi, Kiss of the Viking and Kristin Hannaford’s Curio

9781909357242

When I saw Jimi
by Julie Maclean

Indigo Dreams Publishing, 2013

Kiss of the Viking
by Julie Maclean

Poetry Salzburg, 2014

unnamed

Curio
by Kristin Hannaford

Walleah Press, 2014

The identity of the Jimi of the title of Julie Maclean’s When I saw Jimi becomes evident early on:
When he dropped to his knees making
rough love to the white

Flying V with the psychedelic motif
I screamed

then swooned when he bent it
from behind

( ‘Losing it to Hendrix’, When I saw Jimi, 12)

Poems of England in the 1960s, youthful romanticism, experimentation and love are threaded with a wry understanding of gender relations and choices made, then move to more sober reflections. In ‘Brides that Never Became’, standing in an English church the speaker wonders about a relationship that might have been, had she not ‘looked over the lichened / fence, dry stone wall, / swollen ocean to another land’ (When I saw Jimi, 31). Outside by a river she finds a ‘flimsy tribute to a young Indian couple’ who have died there; their wedding also ‘never became’. The poem’s closes:

… a solitary swan tucks
herself up under the
weeping tree like a comma

(When I saw Jimi, 32)

That final ‘comma’ saves ‘the / weeping tree’ from cliché.

‘Bosnia boy sends postcard home’ is more biting. The boy in Australia is ‘gagged / by the desert grit that gets / shaved off the salt lake’ (When I saw Jimi, 41). He dreams of warriors and dragons, and his mother in Bosnia pregnant with him. The poem closes with the boy imagining himself cutting open his mother’s belly and escaping ‘into the / mountains, at home in the cold, / with tata and the warlords’ (When I saw Jimi, 41).
Continue reading

Miroslav Holub (1923-1998), Η Ψυχή

Katrin Welz Stein

Katrin Welz Stein

Στην οδό Queen
βράδυ Παρασκευής
– τα φώτα ανθοφορούν, αλλά
ήδη με μια βαριά μυρωδιά ροδιού
με Διασκέδαση Ενηλίκων –
ένα κίτρινο μπαλόνι
χοροπηδούσε γύρω
ανάμεσα σε αγέλες αυτοκινήτων,
κρατώντας μαζί την ηλιάτινη ψυχή,
δυο ζωές αφημένες
στη μουσική των τραγουδιστών τεθωρακισμένων,
χοροπηδώντας, γεμάτο με την κίτρινη
μπαλονένια τρομάρα του
μπροστά σε τροχούς
πίσω από τροχούς,
ανίκανο για σωτηρία
ανίκανο για καταστροφή,
μια ζωή αφημένη,
μισή ζωή αφημένη,
μ’ ένα μοριακό ίχνος ήλιου,

χρησιμοποιώντας την τελευταία του δύναμη
το κορδόνι του να ψάχνει
για κάποια παιδικά χέρια
το πρωί της Κυριακής.

*Από το Interferon, or On Theatre, trans. by Danan Habova and David Young. Ελληνική μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 839 (παροτρύνσεις), Νο 840 (κομματιασμένοι ψίθυροι)

Έργο του Erlend Mork.

Έργο του Erlend Mork.

.
Νο 839 (παροτρύνσεις)



τη σάρκα

σου 

βλασφήμησες κατά την εκταφή, 

σε χάιδευε ακόμη,

το άγιο χέρι με τη γροθιά της τιμωρίας: 

.

πιασμένοι 

εφιάλτες 

στη μύτη του μαχαιριού, 

.

θα σου δώσω τον πόλεμο για να σκουπίσεις το μαλακό σου
φόβο, 

έτσι, για να δεις 

την τεμπελιά των αγγέλων 

στην πίστη σου
κι αν θέλεις,

τους γυάλινους επιδέσμους που θυμίζουν τη θάλασσα των
αποχαιρετισμών 

σου,

.
είναι τρέλα,

κι όμως ξεβιδώνω στρατιωτικά οχήματα,

σαμποτάζ

στους επιδέξιους, 

που μετρούν με καλοσύνη ωμή τις φέτες που έταξαν:

αλλά κατέφαγαν

με θαύματα, 

.

γι’ αυτό, 

κρύψου στο σπέρμα των απογευματινών

νεκρών, 

γράψε

και μια σφαίρα

στα γράμματα των βραδινών: 

.

ξέρεις, 
στους επιδειξίες 
των φιλιών, 

.


***

Νο 840 (κομματισμένοι ψίθυροι)
.

τρέμω

.

και συ, 

το αίμα να φοβάσαι στον ιδρώτα της φωτιάς,

στο λαιμό του μπουκαλιού 

το ρίγος, 

να στάζει 

κόκκινες φωνές, 

ερεθισμός του ανέμου που σπάει τους ονειρικούς φοίνικες

. 

και να 

καίγεται το στόμα

στις λέξεις που θρηνούν,

.

εσένα μέσα σε μένα,

.

ναι,
ο μινώταυρος,
στις ρώγες της γλώσσας,

να ελευθερώνει όπλα του φεγγαριού, 

ένας 

και μετά πολλοί: 

ο θάνατος 

.

και μετά κανείς, 

η σιωπή μόνο στο ποδοπατημένο θάρρος της αυγής
.


alexmil ©


*Από τη σελίδα του ποιητή στο facebook.

Siobhan Hodge
 reviews Susan Bradley Smith’s Beds For All Who Come

sbs

Beds For All Who Come
by Susan Bradley Smith

Five Islands Press, 2014

Susan Bradley Smith’s newest collection, Beds For All Who Come, is a delicate investigation into the lives of multiple historical figures, transitioning between the public and the personal. The collection is an excellent example of écriture féminine in that a range of individual female voices write to one another, but also acknowledge a fringe of male figures, assessing imagined and historical feelings and experiences, while also exposing some potential issues with this model.

In keeping with Smith’s keen interests in women’s theatre, Beds For All Who Come is presented as if a play: the collection traverses several Acts and is headed by a cast of characters, introduced before the poems commence. Each section is clearly denoted for a particular character and deals with proposed events from that figure’s life. Smith’s historicism ties in well with her personal and direct approach to these individuals, sympathetically grounding each poetic engagement, but also linking a broader poetic concern with modes of communication and support.

Absence is one of the strongest sensations in the collection. Desires for mentors and maternal figures permeate all sections, but particularly the Frieda Hughes part, as Smith’s Frieda persona writes to her lost mother, Sylvia Plath. Each persona speaks as though to a lost originary figure, grounding herself as part of a chorus of ‘abandoned women’. However, in keeping with Lawrence Lipking’s assessment of such women, Smith’s speakers are not lost to vulnerability, but given voice, agency, and activity by their abjection and oppression.1 In a double connection to female predecessors, Smith’s Frieda writes after the style of Sharon Olds in ‘I go back to 1963’:

… Frightened of this
strange breakfast in bed
and the silence, I tried
the kitchen door. Later,
I learned you’d sealed
it to stop the gas

from taking us with
you…
Continue reading

Γιάννης Τόλιας, Χαϊκού

Έργο του Igor Morski

Έργο του Igor Morski

Πικραμυγδαλιά
ξυλόγλυπτο με άνθη
πριν έρθουν φύλλα.

***

Στυγνός προδότης
όλων των δαχτύλων μου
στέκει ο δείκτης.

***

Άμυαλο ρόδο
κρύψου πίσω στον φράκτη
θα σε ματώσουν.

***

Μια μανόλια
ανθίζει στο σκοτάδι
φώς με άρωμα.

***

Παλιά κορνίζα
Πόσους θανάτους έχεις
φιλοξενήσει;

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Ευλύγιστες μελαγχολίες, εκδ. Vakxinon

ceb5cf85cebbcf85ceb3ceb9cf83cf84ceb5cf83-cebcceb5cebbceb1ceb3cf87cebfcebbceb9ceb5cf83_1

TOY ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟY

Όταν μια ποιητική συλλογή παίρνει αρκετές καλές κριτικές, στο πρώτο καιρό της κυκλοφορίας της, τότε τίθεται το ερώτημα τι θα μπορούσε να προσθέσει μια ακόμη, που γράφεται αρκετά αργότερα από την έκδοσή της. Όμως, πάντα θα υπάρχει ενδιαφέρον, όταν γράφουμε για μια ποιητική συλλογή, που μας έχει εντυπωσιάσει.

Έχουμε, λοιπόν, στα χέρια μας την ποιητική συλλογή του Ντέμη Κωνσταντινίδη: «Ευλύγιστες μελαγχολίες», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «www.Vakxikon.gr».

Το πρώτο, που παρατηρούμε είναι ότι η συγκεκριμένη ποιητική συλλογή περιέχει πολλά μικρά ποιήματα. Ο στίχος είναι άλλοτε ελεύθερος και άλλοτε παραδοσιακός, πάντα, όμως, σύγχρονος, καθώς καταπιάνεται με θέματα υπαρξιακά, ερωτικά, κοινωνικά, που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο. Ιδιαίτερα στον παραδοσιακό στίχο ο Ντέμης Κωνσταντινίδης παρουσιάζει μια μεταμοντέρνα τάση μετρώντας αυστηρά το στίχο και χρησιμοποιώντας χαλαρή ομοιοκαταληξία: «Στα σχολεία διδάσκουν δυστυχία / τα κάγκελά τους είναι η πρώτη φυλακή / αυτοδιδάξου την ευτυχία / κάνε κατάληψη στην εξοχή».

Η χαμένη παιδική αθωότητα και η αδιαφορία για τον διπλανό είναι κάποιες από τις πτυχές της σύγχρονης κοινωνίας, που απασχολούν το ποιητή. Έτσι, θυμάται τον παλιό έρημο παιδότοπο και διαπιστώνει με πίκρα: «ξεχάστηκα εκεί μικρό παιδί και βρέθηκα με μιας / σχεδόν σαράντα…», ενώ παρατηρώντας μια Δευτέρα πρωί τους περαστικούς θα γράψει: «στο στύλο της ΔΕΗ, ένα χαρτί / -Άλλος ένας που τον παρέσυρε ο χρόνος».

Ένα άλλο σημείο, που πρέπει να σταθούμε στην ποιητική συλλογή του Ντέμη Κωνσταντινίδη «Ευλύγιστες μελαγχολίες» είναι η ειρωνεία, που διαπερνά κάποια από τα ποιήματα, που αρκετές φορές γίνεται τραγική: «Ναι, είμαστε έξυπνοι! / Πήραμε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας… / Εφηύραμε αδιάρρηκτες μπάρες ασφαλείας… / Φυλακιστήκαμε οικειοθελώς στα διαμερίσματά μας, / μαντρώσαμε και τα παιδιά μας!»

Κλείνοντας, οφείλουμε να συγχαρούμε τον Ντέμη Κωνσταντινίδη, για αυτή την ποιητική του συλλογή, περιμένοντας τις νέες τους πνευματικές δημιουργίες.