Νεκταρία Μαραγιάννη, Δύο ποιήματα

559543_1617410605140224_792144444090284953_n

Διαδρομή

το τιμόνι
κινείται
(μόνο) όταν
η άγκυρα
πέφτει
στην έρημο
και τα πανιά
κοιμούνται

Νέττα, 25/2/2015

***

Εις μάτην

ένα ακόμη φύλλο προστέθηκε
στην αποθήκη των κεκτημένων∙

οι μαριονέτες αγοράζουν ράφια
και τα διακοσμούν με χαρτί πολυτελείας
για ένα (δήθεν) καλύτερο φαίνεσθαι
στην επιδερμική κοινωνία της πρόσληψης,
εισπνέοντας το καρκίνωμα
που αντικατέστησε το οξυγόνο

Νέττα, 2/2/1015

Yasar Kemal, My Hawk

ykemal_portre_hat

by Dmetri KAKMI


Yasar KEMAL



Few writers have so identified themselves with their own country as Yasar Kemal. After reading his prodigious output one is first aware of the land and then of legend. Where one ends the other begins, and at some point fuse into one so that the land becomes legendary, and Yasar Kemal its reigning hawk.
Yasar Kemal was born in 1922 in a village on the Chukurova plains. After a basic education, he became an agricultural labourer and factory worker who took it upon himself to champion workers’ rights. After a brief stint as a journalist, he published his first novel, the award-winning Memed, My Hawk in 1955.

For over three decades Kemal has identified himself to such an extent with the unforgiving yet sublime Taurus Mountains, the Chukurova plains and its toiling people that the one word that best describes his work is perhaps lapidary. As the word suggests, Kemal is elegant and concise in both word and wisdom. He is the emblem of a lost but not yet forgotten Anatolia in the most profound sense.
Fact and folklore intermarry in Yasar Kemal. His best work is about old agrarian Turkey giving way to a new modern industrial nation. The clash of past with present, the disintegration of village life and the expansion of the city are all part of his oeuvre. As progress marches on, it devours the traditional village, isolated in time and place, routing out the little people whose only recourse to justice has long been through self-administered vengeance.
Continue reading

A Hundred Gourds 4:2 released

banner_AHG_entry

The seasons roll around. Today, the first of March, Australia and New Zealand welcome our first day of Autumn whilst those of you in the Northern Hemisphere are anticipating Spring’s arrival. Wherever you are in the world, the 14th issue of A Hundred Gourds, a quarterly journal of haiku, haibun, haiga, tanka and renku poetry is now online for your reading pleasure.

AHG 4.2 Feature –The Seabeck Haiku Getaway: an interview with Michael Dylan Welch

Aubrie Cox, our haiga editor, was on the spot for the annual Seabeck Haiku Getaway, which is held in the beautiful, historical mill town of Seabeck in Washington, USA, close to the Canadian border. Aubrie has conducted an in- depth interview on the subject of this enviable retreat with the founder and organiser, Michael Dylan Welch.

Expositions Section

Due to the unexpected departure of Matthew Paul as Expositions editor last year, A Hundred Gourds will be looking for a suitable editor for our Expositions section in 2015. Please direct any inquiries regarding the Expositions section and submit reviews, essays or commentaries for 2015 issues of AHG to me, Lorin, until further notice. In this issue, Michael Dylan Welch explores the use of haiku in David Patneaude’s young-adult novel, Thin Wood Walls, Jim Sullivan comments on two ‘bee’ haiku and Cynthia Rowe and Ray Rasmussen review recently published haiku books.

Submissions Deadline
The deadline for all submissions to AHG 4.3 (the June 2015 issue) is March 15th. AHG has an open submissions policy: any submissions received after the deadline will be filed for consideration for the September 2015 issue. Please check our submissions page for details and editors’ guidelines.

Please take the time to read the AHG submissions page, including the editors’ individual comments, and ensure that your submission complies with all requirements.

Lorin Ford – Haiku Editor, Managing Editor ahundredgourds

http://www.ahundredgourds.com

Γεωργία Τρούλη, Σειριακή αυτοκρατορία

topic_3036

Η συμπύκνωση
Η συμπύκνωση
Η πύκνωση
Πυρακτωμένη και διαμπερής
Το σημείο τήξης
Το σημείο δράσης
Το σημείο Μηδέν
Το Άπειρο σημείο
Το σημάδι που αφήνει
Πυρακτωμένο ασημένιο
Χάλκινη φλέβα
Πρόσθετο χέρι
Από κρυοπηξία χαμένο προ πολλού
Και κομμένο από τον λαιμό
Κάποτε το σημάδι στο μέτωπο
Στην κοιλιά
Και κυρίως η τήξη στα γεννετικά υγρά

Οι μεσοποτάμιοι κήποι –τα έργα
Κάποια άδειασαν από
Λουλούδια
Ιστορία
Αλφάβητο
Ήρθαν στέρεψαν
Για αιώνες
Η εποχή των παγετώνων
Είχε κάνει εμφάνιση
Εντυπωσιακή
Η Συριακή αυτοκρατορία
Του ενός κυττάρου
Έγινε Σειριακή
Σχεδόν σιαμαία
Αναζήτηση
Ο-1
Σχεδόν σιαμαία
Από εκεί κι έπειτα
Ανά ζεύγη

Yvan Goll (1851-1950), Λιβάδι μου εσύ

haar-in-de-wind

Λιβάδι μου εσύ
Με χείλη βερύκοκα!
Στα ατάραχα νερά των ματιών σου
Παραπατούν δύο ρυάκια με ξυλοπόδαρα
Κι εγώ την κατάκοπη ψυχή μου
Την έχω εκεί μέσα.

Μη με λησμόνει ανθίζουνε
Στα λακκάκια σου
Και σου μοιάζουν όλα σαν μικρές ανηψούλες.

Ο άνεμος παίζει άρπα στην κόμη σου.
Και σαν Άγγελος Κυρίου μου τραγουδάει
Από τα πέρατα η καρδιά σου.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.
**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από Αλωνάκι της Ποίησης στο http://alonakitispoiisis.blogspot.com.au/search?updated-max=2015-02-26T00:00:00%2B02:00&max-results=15

Alejandra Pizarnik, Άτιτλο Νο5

pizarnik-1

να προσέχεις με τις λέξεις
(είπε)
έχουν λεπίδες
θα σου κόψουν τη γλώσσα
να προσέχεις
θα σε βυθίσουν στην αιχμαλωσία
να προσέχεις
μην ξυπνήσεις τις λέξεις
ξάπλωσες σε μαύρες αμμουδιές
και η θάλασσα ας σε καταπιεί
και τα κοράκια ας βάλουνε τέλος στη ζωή τους
μέσα στα κλειστά σου μάτια
να προσέχεις
μην κολάσεις τους αγγέλους της φωνής σου
μην προσελκύσεις φράσεις
ποιήματα
στίχους
δεν έχεις τίποτα να πεις
τίποτα να υπερασπιστείς
ονειρέψου ονειρέψου ότι δεν βρίσκεσαι εδώ
ότι έχεις ήδη φύγει
ότι όλα έχουν τελειώσει

*Μετάφραση: Στάθης Ιντζές. Από το http://thraka-magazine.blogspot.gr/2014/12/alejandra-pizarnik.html

Χρήστος Μπράβος, … Άστρα

10993954_10203523183663203_8462421502670413916_n

Καπνίζουν κ’ οι άγγελοι, είπε.
Άμα σηκώσετε τη νύχτα
το κεφάλι σας θα τις ιδείτε
τις κάφτρες των τσιγάρων τους.
Τι καφενείο τι ουρανός
ντουμάνι και φτυσιές
κι αέρας σάπιος
(κι ο κάτω κόσμος
στάχτες κι αποτσίγαρα).

*Από τη συλλογή “Ορεινό καταφύγιο”, εκδ. Τυπογραφείο “Κείμενα” (1983).

Μίλτος Σαχτούρης, Ο σωτήρας

Μετρώ στα δάχτυλα των κομμένων χεριών μου
τις ώρες που πλανιέμαι στα δώματα αυτά τ’ ανέμου
δεν έχω άλλα χέρια αγάπη μου κι οι πόρτες
δε θέλουνε να κλείσουν κι οι σκύλοι είναι ανένδοτοι
Με τα γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στα βρώμια αυτά νερά
με τη γυμνή καρδιά μου αναζητώ (όχι για μένα)
ένα γαλανό παράθυρο
πώς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικά
δίχως μιά χαραμάδα φως
δίχως μιά αναπνοή οξυγόνου
για τον άρρωστο αναγνώστη
Αφού κάθε δωμάτιο είναι και μιά ανοιχτή πληγή
πώς να κατέβω πάλι σκάλες που θρυμματίζονται
ανάμεσα απ’ το βούρκο πάλι και τ’ άγρια σκυλιά
να φέρω φάρμακα και ρόδινες γάζες
κι αν βρω πεθαμένο το φαρμακοποιό
κι αν βρω τη γυμνή καρδιά μου στη βιτρίνα του φαρμακείου
Όχι όχι τέλειωσε δεν υπάρχει σωτηρία
Θα μείνουν τα δωμάτια όπως είναι
με τον άνεμο και τα καλάμια του
με τα συντρίμια των γυάλινων προσώπων που βογγάνε
με την άχρωμη αιμορραγία τους
με χέρια πορσελάνης που απλώνονται σε μένα
με την ασυχώρετη λησμονιά
Ξέχασαν τα δικά μου σάρκινα χέρια που κόπηκαν
την ώρα που μετρούσα την αγωνία τους

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές ανάσες

souroupo_sto_fragma_faneromenis_tis_messaras


Σούρουπο ψυχρό
συναντά τη μοναξιά
κι έρχονται μαζί.

Θα βγω σε λίγο.
Πρέπει να βγω σε λίγο.
Γιατί να πρέπει;

Βροντά την πόρτα,
φεύγοντας θυμωμένη. ΄
Ηχος πιστολιάς.

Σ΄αρέσουν μου ΄πες.
Δε μπορείς ή δε θέλεις
τη Μούσα να βρεις;

Παντζούρια κλειστά.
Σκοτεινό παράθυρο.
Νυχτώνει νωρίς.