Ο κόσμος σαν θεατρική παράσταση (*) – ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΑΣ

Με ένα βίντεο όπου εμφανίζεται ο Νικόλας Κάλας:

Βλέποντας τον κόσμο σαν θεατρική παράσταση η Ιφιγένεια στην Αυλίδα είναι για την ανθρωπολογία ό,τι ο βασιλιάς Οιδίποδας για την ψυχολογία: δραματική παρουσίαση μιας βασικής διαμάχης. Ενώ, όμως, στον βασιλιά Οιδίποδα είμαστε αντιμέτωποι με μια συγκινησιακή κρίση που ο Freud ανακάλυψε ότι είναι τυπική γιατί στέκεται απογυμνωμένη από τους περίπλοκους μηχανισμούς των πιο κρυφών συναισθημάτων μας, στο Ιφιγένεια στην Αυλίδα είμαστε αντιμέτωποι με μια οριακή κατάσταση, όπως ήταν, μεταξύ του κόσμου της ιεροτελεστίας και του κόσμου της τραγωδίας.

Από την άποψη των ωφελιμιστών οικονομολόγων ο Vilfredo Pareto είχε αναμφίβολα δίκιο να επιλέξει αυτό το επεισόδιο της θυσίας της Ιφιγένειας σαν ένα παράδειγμα τρελής συμπεριφοράς, αφού η αναχώρηση του ελληνικού στόλου για την Τροία ήταν εξαρτημένη από τις καιρικές συνθήκες και όχι από τη θυσία μιας αθώας παρθένου. Παρόμοια ο Δανός μυστικιστής Keirkegaard είχε δίκιο να καταδικάσει την θυσία της κόρης του Αγαμέμνονα από τον φόβο ότι δεν μπορούσε να υπερνικήσει τη σκέψη ότι συντελείται ένα ιερό μυστήριο, σε αντίθεση με τον Αβραάμ, ο Αγαμέμνονας στερείται πίστης στο θεό που του έδωσε το δυσάρεστο μήνυμα να θυσιάσει το παιδί του.

Ευτυχώς που οι επικρίσεις των οικονομολόγων και των ηθικολόγων δεν έχουν εμποδίσει αυτούς που αγαπούν το θέατρο να θαυμάζουν την Ιφιγένεια στην Αυλίδα του Ευριπίδη. Παρόμοια ο τρόμος και η αποστροφή που οι ντόπιοι ενέπνεαν στους πρώιμους ιεραπόστολους και στους έμπορους δεν εμπόδισε τους ανθρωπολόγους να ανακαλύψουν ότι οι θυσιαστήριες τελετές και οι τελετές μύησης δεν ήταν απλά εκφράσεις σαδιστικής πίεσης ή εκδηλώσεις παράλογης νοοτροπίας.

Μόνο αν αποφύγουμε να κρίνουμε άγνωστους λαούς με τις δικές μας αξίες μπορούμε να ελπίζουμε ότι κάποτε θα τους κατανοήσουμε. Ο Rousseau που στην περίφημη κατηγορία ενάντια στην πρόοδο (γραμμένη το 1749) θεωρεί την πρόοδο υπεύθυνη για όλα τα ελαττώματά μας, ψεύδεται γιατί καταφέρνει να παρουσιάσει αδύνατο για το καλό των ανθρώπων να απορρίψουν τη βαρβαρότητα μόνο και μόνο επειδή δεν είναι ικανοί να απολαύσουν τα πλεονεκτήματα της προόδου μας.
Continue reading

Μάρκος Μέσκος, Χωρικά όνειρα

10427999_10203464052944972_7181980168991890611_n

Ι
Έσφιξα τα χέρια των συγχωριανών μου
–τη μοίρα οργωμένη από τʼ αλέτρι
τον ήλιο και τʼ αγκάθια από τα χερσοχώραφα
και την οργή τους.

II
Ο ουρανός θρυμματισμένος όνειρα
κάπα στην αγρύπνια του βοσκού κι αμίλητη φλογέρα.
Τη νύχτα αυτή όσα τα μάτια τʼ ουρανού
τόσα τα πρόβατα στη γη.

ΙΙΙ
Ζέψαν τα βόδια από τίς τέσσερεις χαράματα
αφού τον αδερφό του ήλιο με την πλούσια κόμη
ξαπλώσανε στον κύκλο του αλωνιού
σπυρί σπυρί κουρσεύοντας το στάρι.

IV
Βάλτους δεν έχουμε δω να κρώζουνε τα νεροπούλια
τα καλοκαίρια δω άνεμος δε βογγάει, τʼ αρνιά
σκαρίζουνε, τα καριοφύλια κοιμούνται.
Πούθε έρχεται κάθε μεσάνυχτα η παιδική φωνή
τρέλα γεμάτη καί παράπονο;

*Από τη συλλογή “Πριν από τον Θάνατο”, 1958.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα

benson

Η τερηδόνα ΙΙΙ

Φύγε

Το κορμί σου είναι πολύ υπαρχτό

Τούτη η μουσική που γλιστράει απ’ τα χέρια σου
κι ανακατεύεται με τη θερμή σου ανάσα

Μου αρκεί να γεύομαι της απουσίας σου
την αίσθηση
μου αρκεί να γεύομαι του ιδεατού σου κόσμου
την αφή

Μου αρκεί να γεύομαι την αέναη προσδοκία

***

Επίλογος

Το παράθυρο ανοίχτηκε και πάλι

Η σιωπή της νύχτας μού ξαναθύμισε
κοιμισμένα πλακόστρωτα και περιβόλια
κι αυτή τη μουσική που κάνει τη σιωπή και κλαίει

Δεν ξέρω αν τα μαλλιά σου βουρκώνουν ακόμα
όπως στις νύχτες των περασμένων ανοίξεων
αν η ψυχή σου αρωματίζει πασχαλιές στα παλιά καλντερίμια

Μα τώρα που έχω ξεμάθει να ερωτεύομαι το πνεύμα σου
τι να σε κάνω πια…

Μιχαήλ Μήτρας, Άσκηση ομιλίας

mitras

ας μιλήσει κάποιος γιατί δεν μιλάς

διστάζει να της μιλήσει τώρα μπο­-

ρείτε να μιλήσετε αποφεύγει να του

μιλήσει προτιμώ να μιλήσω αργότε-
­
ρα συνέχιζε να μη μιλά έχουμε καιρό

να μιλήσουμε είπε αν του είχε μιλήσει

έγκαιρα θα πούμε πολλά όταν συνα­-

ντηθούμε δεν καταλαβαίνω τι μου λες

μιλούσε χωρίς ν’ ακούγεται να μου το

πεις ξανά ο θόρυβος σκέπαζε τις ομι­-

λίες ποιος το είπε αυτό μίλησε μου

Francesco Marotta, Η κοπή κι η σκιά / Il taglio e l’ombra

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

κανένας οιωνός

μόνο ένα ρίγος στην ενέδρα της μέθης

αναψηλαφώντας τ’ ολισθηρό χείλος

του κάλυκα, το ανήσυχο κεντρί

που ήταν ουσία ορατή,

τον ξέχειλο ολολυγμό του ήλιου το μαύρο

του φωτός που προδίδει τα δάχτυλα,

έτσι σμηνουργεί σε ροές αγρύπνιας

η εικόνα στην οποία το χέρι προσθέτει

την κοπή και τη σκιά και μέσα στη σκιά

το σημάδι που μιλά για ένα σώμα

όπου το πρωί καταγράφεται

σε πληγές και σταυρούς όπου το γιατρικό

του οίκτου πεσμένο τριγύρω

έφερε κατάρρευση φράγματος και λαβύρινθος

φωνών προκύπτει τώρα στην αφή

Il taglio e l’ombra

nessun presagio

solo un fremito di ebbra insidia

ripensando l’orlo franato

del calice il pungolo inquieto

che fosse visibile sostanza

l’urlo tracimato del sole il nero

di luce che tradisce le dita

così sciama in rivoli d’insonnia

l’immagine a cui la mano aggiunge

il taglio e l’ombra e dentro l’ombra

il segno che racconta un corpo

dove il mattino è scritto

in piaghe e croci dove il farmaco

pietoso rovesciato intorno

era cedimento d’argine e labirinto

di voci appare ora al tatto

*Από την ενότητα «Στίχοι γραμμένοι με τα μάτια», σε μετάφραση και επίμετρο Ευαγγελίας Πολύμου. Από το Ποιείν στο http://www.poiein.gr

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τρία ποιήματα

10958312_10203388442934769_2041968619585602234_n

Η ΔΙΑΦΟΡΑ

Είπαμε:
άλλο Λέων
άλλο Χαμαιλέων.

***

ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΜΨΗΣ

Κομμάτια χρόνια
δαπανημένα
με τους σκυφτούς
τους σκυφτούληδες
να κάνουν παιχνίδι.

***

ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ

Βραδυφλεγείς·
θα εκραγούμε κάποτε
στα σκοτεινά μυαλά σας.

Π. Ένιγουεϊ, Ανακουάτρος

Καμιά φορά ο Δημοσθένης αναπολούσε τα παιδικά χρόνια στο χωριό με τη μητέρα του και την αδερφή του. Πατέρα δεν γνώρισε. Είχε σκοτωθεί σε τροχαίο στις στροφές του Δομοκού δύο μήνες πριν έρθει στον κόσμο. Η μάνα του όλη μέρα στο καφενείο, μόνη, να τα φέρει βόλτα. Ήθελε να τον κάνει δικηγόρο ή γιατρό. Έγινε δημοσιογράφος. Τη θυμάται να γυρίζει αργά το βράδυ κουρασμένη, να τρώει μια σαλάτα και να κοιμάται.

Με την αδερφή του αταίριαστοι. Παιδικούς φίλους δεν είχε. Όλα τα παιδιά του χωριού τον περιέπαιζαν. Αυτός δεν τους έδινε σημασία. Το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει απ’ το χωριό. Και γι’ αυτό διάβαζε. Όχι για να σπουδάσει, «να μορφωθεί», όπως του έλεγε η μάνα του, αλλά για να φύγει και να μην τους ξαναδεί.

Και τα κατάφερε. Έφυγε. Πέρασε σε μια σχολή δημοσιογραφίας και έπιασε αμέσως δουλειά, αρχικά σε μια μικρή δημοτική εφημερίδα και έπειτα στο Βήμα. Όχι όμως σε κάποιο δυνατό πόστο, αλλά στο δικαστικό-εγκληματολογικό. Το είχε επιλέξει επειδή γενικά δεν είχε τρέξιμο. Μοναδική εξαίρεση, όλα αυτά τα χρόνια, η υπόθεση Κοσκωτά.

Το χωριό σπάνια το επισκεπτόταν ως φοιτητής. Χριστούγεννα και Πάσχα. Και αυτό για χάρη της μάνας του. Μέχρι που η κακομοίρα πέθανε. Μετά δεν ξαναπήγε. Δεν τον ξανάδαν. Ούτε και ο ξάδερφός του, ο Κώστας, που τα λέγανε καμιά φορά στα πεταχτά στο Φλοράλ, στην πλατεία Εξαρχείων. Εξαφανίστηκε από προσώπου γης.

Με τους συναδέλφους στην εφημερίδα το να πεις ότι είχε τυπικές σχέσεις ακούγεται, και ήταν όντως, υπερβολικό. Για την ακρίβεια ήταν κάτι μεταξύ ψυχρότητας και τυπικότητας.

Με το γυναικείο φύλο δεν είχε καμιά επαφή. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μια φορά που προσπάθησε να τον προσεγγίσει μια συνάδελφος, πιο πολύ από περιέργεια παρά από ενδιαφέρον, και τον ρώτησε αν ήθελε να πάνε σε δούνε ταινία σε κάνα θερινό, αυτός απάντησε μονολεκτικά και αποστομωτικά: «Όχι». Δεν γελούσε ποτέ. Κανείς ποτέ δεν τον είδε έστω να χαμογελά. Ούτε καν με τα ανέκδοτα και τα αστεία που ακούγονταν κατά καιρούς σε στιγμές χαλάρωσης στην εφημερίδα.
Continue reading

Κατερίνα Καρπούζη, Λένε πως όλα πρέπει να αρχίζουν

1743581_10203505519140281_949034337665642021_n

Τι σε μέλλει
φέτος πάλι θα κλάψεις
πάλι θα γελάσεις
Θα εύχεσαι να μη κλαις όσο γελάς
και πότε πότε να γελάς όσο έκλαψες.
Πάλι και φέτος-αλήθεια ειναι- θα πληγωθείς
πάλι ίσως να πληγώσεις
και θα εύχεσαι να μην πληγώνεις
όσο πληγώνεσαι
και κάπου κάπου να μην κάνεις και τίποτα.
Πάλι θα νευριάσεις με τους άλλους
επειδή δεν κάνουν κάτι όπως εσύ
ή επειδή δεν είναι εσύ.
ίσως νευριάσεις και με σένα περισσότερο.
Πάλι θα νιώσεις ανόητος
και δε θα αναγνωρίσεις την εξυπνάδα του να δεχτείς την ηλιθιότητα σου
τι σε μέλλει
κοιμήσου τώρα να ξαλαφρώσεις
αύριο πάλι βαρύς θα σηκωθείς.
Ίσως και όχι.
Να κοιμηθείς μόνο.

Για τον ”δικό μου” Χρήστο Γκέζο

thumbnail

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ

Τον Γκέζο τον αγαπώ από τη πρώτη στιγμή που είδα γραπτό του, τυχαία. Με άγγιξε, είδα τη δύναμη να σταθεί και να ξύσει μπογιές και πληγές, είδα μια δική του ”προφορική” γραφή που φτάνει με θάρρος και καταχτημένη τεχνική, στα άκρα. Είμαι ευτυχής που τον ξέρω λίγο, είμαι πολύ ευτυχής που παρουσίασε το ασήμαντο βιβλιαράκι μου, είμαι ευτυχής κυρίως σαν τον διαβάζω, κάθε φορά.

Χαίρομαι για την πλατιά αποδοχή του, ”κρατική” ή μη, ακόμη και για την είσοδό του στον μικρό εκείνο κύκλο της επίσημης προβολής, όπως τον καθορίζουν συγκροτήματα σαν τον ΔΟΛ. Γιατί αξίζει τον κόπο να διαβαστεί έστω κι έτσι ο Γκέζος, πλάι στους… Χωμενίδηδες και τις Τριανταφύλλου, που επί χρόνια οι ίδιοι, προβάλλουν πιεστικά. Κριτική, προβολή, κάποιος συνδυασμός τους, είναι υποκειμενικά και ποτέ ”αθώα ουδέτερα” ασφαλώς. Ο καθένας κρατάει-γεννάει με αφετηρία μια δημιουργία, το ”δικό του παιδί”.

Το παιδί του ΔΟΛ, Σάββατο και ιδίως Κυριακή 14-15 Φεβρουαρίου 2015, με αφορμή το έξοχο πεζό του (μυθιστόρημα στη φόρμα, πεζοποίημα για μένα) ”η Λάσπη”, είναι σαφές: Ο δημιουργός τάχα ”λέει”, πως όλα είναι εσωτερικά, ψυχαναλυτικής αφετηρίας οικογενειακών πραγμάτων & τραυμάτων, το κοινωνικό ”είναι” είναι απλά ένα ντεκόρ, περίπου…(από -έναν εμφατικά επαναλαμβανόμενo- ”μετανάστη” από την Βόρειο ‘Ηπειρο, την περίοδο της κρίσης). Να σημειώσω πως δεν αναφέρω τις εύκολο ν’ αναζητηθούν, υπογραφές κριτικών-παρουσιαστών, μιας και αφ ενός δεν τους γνωρίζω, αφ ετέρου δεν με αφορά η ταυτότητα αλλά οι θέσεις.

Και ακόμη να τονίσω πως ο ίδιος ο Χρήστος στην παρουσίαση του βιβλίου του 3/12, είχε πει -κάνοντάς με να χαμογελάσω με μια ”φιλική διαφωνία”- πως το έργο αυτό, ”δεν είναι κυρίως πολιτικό, αλλά υπαρξιακό”. Όμως το δικό τους παιδί, αυτό που φοβάμαι πως προβάλλουν αντί για την ίδια τη ”Λάσπη”, πάει χιλιόμετρα μακριά…

Φοβούμαι πως προβάλλεται ένα πακέτο ”Βορείου Ηπείρου” και όσων θα παρατεθούν αυτούσια παρακάτω, ενώ ασκείται μια ήπια αρνητική κριτική, στο νευρικό σύστημα των γραπτών του Χρήστου, τον ”παραληρηματικό του λόγο”.

Παραθέτω λοιπόν…”.Παρεμπίτουσα,ωστόσο, παράμετρος στο μυθιστόρημα του Γκέζου δεν είναι μόνο η κρίση, αλλά και το ίδιο το κοινωνικό και οικονομικό status του μετνάστη. Η κακοδαιμονία του ήρωα, η συνεχής ροπή του προς την καταστροφή και την αυτοκαταστροφή, η πλήρης αδυναμία του να ισορροπήσει δεν είναι αποτέλεσμα του αποκλεισμού του από την κοινωνία. αλλά προιόν ενός παραλυτικού εγκλωβισμού στην κόλαση του εαυτού του. Το οικογενειακό παρελθόν θα πάρει εδώ το πάνω χέρι αποκομμένο σε μεγάλο βαθμό από το εξωτερικό πρόβλημα του αγώνα για επιβίωση είτε στον γενέθλιο τόπο είτε στην Ελλάδα…” και εντελώς όμοια κι αυξανόμενη, ιδεολογικά συνέχεια…

Απόψεις- το είπαμε, προβολή αυτών που θέλουμε, εδώ επί χρόνια προβάλλεται ένας ανύπαρκτα ”φιλο-θάνατος” Καρυωτάκης. Αυτό κάνει ανεξάρτητα των όσων εγώ πιστεύω και δεν παραθέτω ως αδιάφορα και φανερή την ποιότητα του Γκέζου και το ενδιαφέρον για κάθε δημιουργία του…αξίζει πάντα ο κόπος να διαβάζεται πλατιά.

Υ.Γ.:
– Για να μην παρεξηγηθώ, δυο διευκρινήσεις: -Όποιος δημιουργός, έχει απέναντί του, με όποια πρόθεση κι αν προβάλλεται,μια κριτική έργου του, απαντά μόνον με το ίδιο το έργο του (…μόνον εάν είναι ”επαγγελματίας καυγατζής”, σαν τον γράφοντα, τα βάζει με τον θετικά διακείμενο κριτικό του- βλέπε περίπτωση ΑΠΟΣΤΑΚΤΗΡΙΟΥ το 2013)

– Η Βόρειος Ήπειρος, εθιμικά κρατώντας το όνομα που είναι εθνικιστικό όσο το ”δυτική τούρκικη Θράκη”, ή ”η τσάμικη νότια Ήπειρος”, κατοικείται από ΄Ελληνες. Όπως και στη Θράκη υπάρχουν Τούρκοι και κάπου-κάπου στη Μακεδονία ελάχιστοι πια Σλαβομακεδόνες… όπως επίσης και ο τσάμικος ”εθνικός μας” χορός με τον καλαματιανό, δεν είναι απλή συνωνυμία με το …Τσάμηδες, παρά όσο η καταγωγή του Ανδρούτσου που δεν μιλούσε-δεν ήξερε ελληνικά ,για παράδειγμα (…αυτά)

*Από το http://www.biblionet.gr/author/105010/%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82_%CE%91%CF%81%CE%BC%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%BF_%CE%93%CE%BA%CE%AD%CE%B6%CE%BF%CF%82

Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Ανδρέας Κολλιαράκης, Καθαρά σεντόνια

unnamed

ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Ένα από τα τελευταία βιβλία, που εκδόθηκαν το 2014 είναι και η ποιητική συλλογή του Ανδρέα Κολλιαράκη: «Καθαρά Σεντόνια», που κυκλοφορεί σε αυτοέκδοση.

Αν και τα ποιήματα της συλλογής είναι μόλις δεκαπέντε, τα θεωρούμε αρκετά και είναι προτιμότερο να εκδίδονται μικρές ποιητικές συλλογές σε σχέση με κάποιες αρκετά μεγαλύτερες, όπου πολλές φορές συναντάμε μερικά καλά ποιήματα και μερικά άτεχνα, που στριμώχτηκαν μαζί για να φαντάζει πιο μεγάλο το βιβλίο.

Η ποίηση του Ανδρέα Κολλιαράκη είναι κυρίως υπαρξιακή με κοινωνικές πινελιές. Μια ελαφριά ειρωνεία διαπερνά τους στίχους και πολλές φορές τους τίτλους των ποιημάτων του, ενώ ο έρωτας χάνεται μέσα στα κοινωνικά αδιέξοδα για να βρεθεί σε ένα εφηβικό χαμόγελο. «Οι καλημέρες που δε σου χάρισα ποτέ, / τσαλακωμένες στην τσέπη του παντελονιού μου», γράφει ο Ανδρέας Κολλιαράκης και αλλού: «Κι εμείς, οι εραστές της νύχτας, αποτυχημένοι και ποιητές, / με ξενυχτισμένα βλέμματα και αισθήσεις, / θα κουρνιάζουμε μέσα στο μεγάλο εφηβικό σου χαμόγελο».

Η υπαρξιακή αγωνία του ποιητή τον κάνει να νιώθει μοναξιά και να δηλώνει μετανάστης. Ένας μετανάστης, που δεν εξαναγκάζεται να πάει σε άλλη χώρα διωγμένος από πολέμους και καταδιώξεις, αλλά αναγκάζεται να φεύγει διαρκώς διωγμένος από τον ίδιο του τον εαυτό: «Μετανάστης στη μέσα μου γη».

Όμως, ένας ποιητής, όσο απογοητευμένος και αν είναι, όσο και αν νιώθει ότι η φωνή του είναι φωνή βοώντος εν τη ερήμω, δεν παύει να ονειρεύεται μια άλλη κοινωνία, που την εκφράζει με νότες και ποιήματα: «Με ρωτάς το όνομά μου. / Όχι το βαφτιστικό, αυτό που φέρω στα όνειρα».

Το βιβλίο τελειώνει με ένα λιτό και χιουμοριστικό βιογραφικό σημείωμα, που λέει πολύ περισσότερα από ορισμένους συγγραφείς, που φέρουν βαρύγδουπα βιογραφικά μόνο και μόνο για επίδειξη.

Κλείνοντας θα θέλαμε να συγχαρούμε τον Ανδρέα Κολλιαράκη για την ποιητική του συλλογή «Καθαρά Σεντόνια», περιμένοντας τις νέες πνευματικές του δημιουργίες.