Δημήτρης Τρωαδίτης, … ραγισμένα

nations

ραγισμένα συναισθήματα
ραγισμένη απόγνωση
ράγισμα στο άπειρο
στη διασπορά του χρόνου
στη διασπορική μετανάστευση
ραγισμένα όνειρα
εκφράζουν αδυναμία
σε ραγισμένη περιοχή
ραγισμένο πεζοδρόμιο
στο σκληρό εσωτερικό μας
σαν νησί κενότητας

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
**Το αγγλικό αρχικό ποίημα βρίσκεται εδώ https://tokoskino.wordpress.com/2014/09/23/dimitris-troaditis-cracked/

Νεκταρία Μαραγιάννη, Τρία ποιήματα

nation-and-class1


Ο Άλλος

οι εφιάλτες ξυπνούσαν ξανά∙
ο δήμιος προχωρούσε με τη βάρκα στα ανοιχτά.
πλησίαζε
στενεύοντας τα όρια

η σιωπή μαρτύριος
η τομή μαρτύριος
η ζωή μαρτύριος

ένα ακρωτηριασμένο σώμα προσπαθεί να φτάσει
στον προορισμό
παρακάμπτοντας την πτώση
(κι οι λέξεις έχουν κουραστεί
να τρέφονται από τη ματιά μου)

***

Στον Α.Ε.

Τώρα πια λυθήκαν τα δεσμά,
οι ματιές ίσως μπορούν να ψιθυρίσουν πιο πολλά∙

τώρα πια ορατό το κενό
δυσβάσταχτο
για μία ακόμη (ασύνδετη) φορά

κι η καρδιά της λήθης άφαντη

***

Απολογισμός

το μονοπάτι πλάι στη θάλασσα,
μία ανέφικτη νότα βαπτιζομένη
ανεκπλήρωτη
και διάφορα καρφιά∙
πινελιές
σε άυλη και υλική υπόσταση

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Με ύφος Ινδιάνου

6_-_linardakichrisyfiltzoglou

Όλοι έχουμε δει γουέστερν. Σ’ αυτά, οι Ινδιάνοι έχουν ένα μακάριο ύφος που δεν διαταράσσεται ούτε στην πιο άγρια μάχη. Φαίνονται πάντα ψύχραιμοι και απαθείς, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν παρατηρούν τα πάντα και δεν μετέχουν ενεργά στην ψυχή του κόσμου γύρω τους. Με τέτοιο ύφος, με ύφος Ινδιάνου, ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου γράφει τη νέα ποιητική του συλλογή, διατηρώντας αμείωτη τη δυναμική που είχε αναπτύξει στις προηγούμενες δύο. Γράφει σε στιλ που πιστεύω ότι είναι δηλωτικό μιας πολλά υποσχόμενης τάσης στη σύγχρονη ποίηση, καθώς δεν είναι ο μόνος που το υιοθετεί (βλ. Στίγκα, Ζησάκη, Πέτρου), είναι όμως από τους πιο επιτυχημένους: στο έργο του πυκνά νοήματα, απλές καθημερινές λέξεις, ωραίοι μα αναπάντεχοι συνδυασμοί νοημάτων μας ξανασυστήνουν τον κόσμο μέσα από μια διαφορετική οπτική γωνία.

Σημαντικά μειωμένο σε πλήθος ποιημάτων (μόλις 18) συγκριτικά με την αμέσως προηγούμενη συλλογή του «Μισές αλήθειες», το «Με ύφος Ινδιάνου» βασίζεται στον τρόπο που μας έχει δείξει ξανά ο ποιητής, έναν τρόπο ο οποίος παράγει με ασφάλεια αποτελέσματα που ταράζουν και προβληματίζουν τον αναγνώστη: ενώ αφηγείται κάτι, παρεμβάλλει παρενθεντικά άλλες, απροσδόκητες εικόνες ή διαπιστώσεις, δείχνοντας το βάθος της ινδιάνικης και μη σοφίας του. Είναι κάτι που ο Συφιλτζόγλου το κάνει με άνεση, αποδεικνύοντας ότι το απροσδόκητο είναι απόλυτα συνυφασμένο με την πραγματικότητα και γι’ αυτό εντέλει οικείο.

Σε αυτή τη συλλογή, ο Συφιλτζόγλου προβληματίζεται πιο έντονα για το θέμα του θανάτου και του χρόνου απ’ ό,τι στο παρελθόν, της τρωτότητας επομένως που επιβάλλεται από εσωτερικά κατά κύριο λόγο αίτια. Και πιο τρωτός απ’ όλους είναι φυσικά ο ποιητής, μόνο που περιφέροντας τη δική του τρωτότητα έτσι απροσχημάτιστα, μας κάνει να φοβόμαστε κάπως λιγότερο τη δική μας.

Παράλληλα, μας ταξιδεύει σε χώρες του κόσμου ή προσφωνεί ξένα ονόματα. Κι όμως τα όσα περιγράφει θα μπορούσαν να αφορούν εμάς και τα ονόματα που προσφωνεί να ήταν τα δικά μας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, μέσα από τα ποιήματά του γινόμαστε πολίτες του κόσμου, αλλά όχι θεωρητικά, με έναν καίριο και ουσιαστικό τρόπο, διαπιστώνοντας ότι τα πάθη του ανθρώπου είναι τα ίδια παντού. Ο πόνος και η αγωνία τελικά είναι απόλυτα μεγέθη. Το ίδιο και η ποίηση.

Χριστίνα Λιναρδάκη

Σημ.: Το κείμενο πρωτοδημοσιεύθηκε στη Λέσχη Ανάγνωσης Φεβρουαρίου 2015 του vakxikon.gr

Ακολουθούν μερικά ποιήματα από τη συλλογή:

Συνοριακή γραμμή

σκοτάδι απ’ τη μια
σκοτάδι απ’ την άλλη
στο ενδιάμεσο λίγο λευκό

όταν πέφτει η στάθμη του νερού
τα φτυάρια κάνουν καλά τη δουλειά τους

στη μεθόριο υπάρχει πάντα εξοικείωση

– η λέξη “νηπενθή”
δεν έχει νόημα

κάτι αθόρυβο ευδοκιμεί εδώ
σαν να μην έγινε η πράξη

ένα αεράκι αγκαλιάζει
τα πλευρά
πριν σκεπαστούν
με χώμα

και σε ρωτώ

η ιστορία είναι ροή
ή μόνο οι στιγμές της;
– κάποιοι τις ονομάζουν
φλεγμονές

Το τελευταίο όνειρο του Σεβάτ

με τα βήματα του αστροναύτη
έρχομαι κοντά σου
με ρωτάς αν ερεθίζεται η βαρύτητα
σου δείχνω τις πυραμίδες

η απλή αριθμητική της αγάπης
είναι σαν μια Αιγύπτια μαθήτρια
– λίγοι ωμόπλινθοι κάνουν έναν τοίχο
το πάθος πάλι είναι σαν το ψωμί
τα υλικά, οι αναλογίες και
υψηλή θερμοκρασία

τα πνεύματα χτυπάν το τύμπανο τ’ ουρανού
με ρωτάς αν βρέχει
– με ύφος Ινδιάνου
επιστρέφω στη
χάρτινη σκηνή μου

από ‘κει σου απαντώ
με σήματα καπνού

Μεταναστευτικά πουλιά
πάσχει είπαν η χώρα
από αιμορραγική νόσο

αδύνατη άνοιξη
και πονοκέφαλος
– εξάνθημα η φιλοξενία

μια νύμφη του κακού καιρού
από τη Σενεγάλη
κοιμήθηκε στα Αντικύθηρα

είναι και ο ύπνος
μια άμυνα απέναντι στο δρόμο

το περιβάλλον
δεν είναι και τόσο φυσικό
ανώριμα θηλαστικά
ανώριμα θηλάζουν

τι κι αν είμαστε
οι καλύτεροι ξενιστές

το φταίξιμο
θα πέφτει πάντα
σ’ έναν
κοκκινο
            λαίμη

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.gr

Nanja Noterdaeme, Από τα “Ποιήματα για τον Τζίτζικα”

582407_465920200135007_1708967671_n

ΙV

Θα πάρει όλα τα μολύβια, τις χρωματομπογιές,
Θα τα τυλίξει, μια χούφτα, με λαστιχάκι και
Ξεκινάει ένα συρτάκι στην σελίδα με γραμμές
Πολύχρωμες και με δυο φιγούρες που αινιγματικές
Κοιτάζουν την μια την άλλη στα μάτια για ώρες
Και δεν θέλουν να απομακρυνθούν.

V

Κάτσε ακόμα λίγο, μη φύγεις λέει το κορίτσι
Και είναι λόγια που τα έχει ακούσει αλλά δεν
Τα έχει πει ποτέ.
Ποτέ δεν έσκυψε αυτή η καρδιά, ποτέ δεν λύγισε.
Ποτέ;

Ποτέ ο στρατός δεν ήταν πιο μακριά από την καρδιά
της ερωμένης του.
Πότε δεν ήθελε αυτός τόσο πολύ να σταματάει ο χρόνος
για πάντα, η ζωή να γίνει μια αιώνια φωτογραφία, οι λέξεις να
είναι μόνο πινελιές στα χείλη της.

Οι ώρες περνάνε και το ζευγάρι αναμετράει το χρόνο,
Ο Βασιλιάς σε μια άνετη πολυθρόνα με ψιλή σαν θρόνο ράχη,
Εκείνη λίγο πιο ταπεινή κατάλαβε ότι είναι με τον
Βασιλιά, τον φέρνει λίγο πιο ψιλά για να χαρεί
και να ρεμβάσει.
Μόνο ένα στενό σκίσιμο στα μάτια, ήδη γουργουρίζει.

VI

Πόσες μέρες μέχρι τα Χριστούγεννα
Έλεγε ο Βασιλιάς στην πολυθρόνα
18 μέτρησε. 18 σκέφτηκε. Τι σημασία,
Ήθελε να χάσει ή να κερδίσει τον πόλεμο;
Ίσως ονειρευόταν μια ανακωχή.

Θάνος Γώγος, Νοσταλγικό σύνδρομο

Th.Gogos-Glaskow

ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ
1η μέρα

Οι ανεμώνες έδιωξαν το κακό
κι εμείς να πλέουμε ορεξάτοι
στη μελωδία του ακορντεόν

ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ
2η μέρα

«Θα σε σκοτώσω»
«Ναι καλά…»
«Όχι σοβαρά»
«Δεν θα το κάνεις

Σε κάνω να αισθάνεσαι πράγματα».

ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ
3η μέρα

Ει!−Ναι!
δική μας η θάλασσα
δικό μας το ποίημα
Είναι δικιά μας η μουσική.

άφησα πάλι τον κόσμο μικρό
μινόρε
έκπληκτο σε κλίμακες της χαράς
ελεύθερο στις άκρες των δακτύλων σου
ακορντεόν!

—Ήμασταν υπέροχοι μέσα στον στροβιλισμό

Προκυμαίες και πύργοι στο πέλαγος
Σύννεφα στο μπλε
Ερωτικοί σαν τα χείλη
Φλογίσαμε τον νέο κόσμο
Με είδη ευφάνταστα
Και προικισμένα όλα τους
Να αγαπούν τις εμμονές μου
Όπως εσένα προσέχουν
Σε άλλες χώρες

Πόσα ποίηματα ναυαγοί;


*Από τη συλλογή «Γλασκώβη», εκδ. Θράκα 2014. Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Ποιητικός Πυρήνας στη διεύθυνση http://ppirinas.blogspot.gr

Σοφία Περδίκη, Αίθουσα αναμονής

1645332317-3

Μέσα στην αίθουσα αναμονής στήσαμε τη σκηνή
Τo τοπίο που είχαμε σχεδιάσει είχε στριφώματα ραμμένα ίσια
Κάτι ανήσυχες σταυροβελονιές στον ουρανό
τις περάσαμε όλες μέσα από τη σακοράφα του χαλκού
με το πόδι μας ρυθμικό, τη μηχανή να τραγουδάει.
Ένα μαντήλι κεντήσαμε, λευκό κολλαριστό
το αγγίζαμε προσεκτικά
μωρό είναι είπαμε, τρυφερό
έχει και τ’ αρχικά του κεντημένα χρυσά.
Τρεις φορές τότε νίψαμε τα χέρια μας με λάδι
η ευθύνη μη γλιστρήσει
κι όταν έξαλλη ήρθε η θύελλα
πεινασμένη πολύ για τάματα και υποθήκες
το μάγουλο κόλλησε στο σκοτεινό το τζάμι
κι εμείς οι γεννημένοι εσωστρεφείς
μέσα στην αίθουσα αναμονής
κρυμμένοι πίσω απ’ το γυαλί
στις φάτνες ψάχναμε τα χνώτα
αδαείς του ψύχους,
ένθερμοι ακόμη της αγάπης.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή Δημήτρη Π. Κρανιώτη Grek Poetics στη διεύθυνση http://greekpoetics.blogspot.com.au/2015/03/blog-post_10.html

Xu Lizhi, Κατάπια ένα φεγγάρι φτιαγμένο από σίδερο

12389_10106000968158594_1419283603_n

*Μετάφραση, εισαγωγή – A ruthless critique
http://aruthlesscritiqueagainsteverythingexisting.wordpress.com

Μεταφράζουμε και αναδημοσιεύουμε μια σειρά ποιημάτων του Xu Lizhi, του τελευταίου εργάτη που αυτοκτόνησε στην Κίνα λόγω των συνθηκών εργασίας, όχι μόνο στο εργοστάσιο, αλλά γενικά στη κοινωνία, που έχει μετατραπεί σε μια απέραντη γραμμή συναρμολόγησης. Τα ποιήματα του απλά, περιγραφικά, γεμάτα από αυτήν την άρνηση, που τόσο ποθεί να ελευθερωθεί από το κεφάλαιο, που θέλει, εμφανώς και χωρίς αμφιβολίες να στραφεί ενάντια σε αυτό που έχει απογίνει. Μια σειρά λέξεων βγαλμένη από τις γραμμές συναρμολόγησης του παγκόσμιου καπιταλισμού, δείχνει με τρόπο άμεσο, την αλλοτρίωση και τους φετιχισμούς, το τι σκέφτονται οι άνθρωποι που έφτιαξαν τον υπολογιστή που γράφονται αυτές οι γραμμές. Αυτή είναι η αρνητική ποίηση σε συνθήκες πραγματικής υπαγωγής. Και πόσο “βλάσφημο” και αντιφατικό είναι άραγε από πλευράς μας, να ονομάζουμε κατ’ αυτό τον τρόπο τη ποίηση του, που το μόνο που ήθελε είναι να ξεφύγει ακριβώς από αυτή την υπαγωγή, που ήταν ταυτόχρονα άρνηση στην υπαγωγή, μια ασφυξία στην εργασία ως υπαρκτή συνθήκη και ταυτόχρονα, ο όλος ο κόσμος κάθε λέξης. Ελπίζουμε, η προσπάθεια να μεταδώσουμε τη ποίηση του, και ότι αυτή φέρει μέσα της στο ελληνικό κοινό,καθώς και να την βάλουμε στο συγκείμενο που της αναλογεί, την άρνηση του κεφαλαίου, να είναι άξιο αντίβαρο της “βλασφημίας” μας.

Σημείωση του Μεταφραστή στα Αγγλικά: Τα παρακάτω ποιήματα του Xu είναι ένα δείγμα απλά των καλύτερων δουλειών του, σε αρχική μετάφραση από φίλους του Nao project. Τα ποιήματα είναι της περιόδου 2011-2014. Μέσα σε αυτά περιλαμβάνεται και το πρώτο του ποίημα. Με τη μετάφραση αυτών των ποιημάτων, θέλουμε να κρατήσουμε τη μνήμη του Xu ζωντανή,και να εγείρουμε να την προσοχή στο ζήτημα των σκληρών συνθηκών εργασίας στην Κίνα, για τους εργάτες που είναι εσωτερικοί μετανάστες από την επαρχεία (μεταξύ αυτών και στην Foxconn όπου και ο Xu εργαζόταν) Οι συνθήκες αυτές δεν έχουν αλλάξει παρά το γεγονός των 18 αποπειρών αυτοκτονίας στο εργοστάσιο το 2010, που είχαν σαν αποτέλεσμα 14 εργάτες νεκρούς. Κόσμος εκ των έσω αναφέρει ότι τα περιστατικά μειώθηκαν αισθητά (κυρίως λόγω του ότι η διοίκηση έβαλε δίχτυα γύρω από το εργοστάσιο με σκοπό να αποτρέπει τους εργάτες να πηδούν αλλά και γιατί αυξήθηκαν οι εργατικές αντιστάσεις), παρόλα αυτά, αυτοκτονίες συνεχίζουν, όπως αυτή του Xu Lizhi, τουλάχιστον ακόμα 8 τέτοια περιστατικά έχουν αναφερθεί στα ΜΜΕ από το 2010, αν και πολλοί υποστηρίζουν ότι πολλά περιστατικά απλά δεν καταγράφονται. Ελπίζουμε ότι στο μέλλον, οι εργάτες στη Foxconn αλλά και αλλού, θα καταφέρουν να βρουν τρόπους να ξεπεράσουν αυτές τις τακτικές των επιχειρήσεων, όπως την στρατιωτική πειθαρχία και τη συνεχή επιτήρηση, και να βρουν ένα συλλογικό τρόπο να ξεφύγουν από το καπιταλιστικό κόσμο του θανάτου σε έναν κόσμο που να αξίζει να ζεις.

Λίγα λόγια για τον Xu Lizhi

Το 2010, Xu Lizhi πήγε να δουλέψει από το πατρικό του σπίτι στη Jieyang, Guangdong στο εργοστάσιο της Foxconn [εργοστάσιο ηλεκτρονικών συσκευών στο Shenzhen],και συγκεκριμένα εργαζόταν στη γραμμή συναρμολόγησης. Από το 2012 μέχρι το Φεβρουάριο του 2014, πάνω από 30 γραπτά του, δημοσιεύτηκαν στην εσωτερική εφημερίδα της Foxconn “Foxconn People” (富士康人),όπως ποιήματα, δοκίμια,κριτικές ταινιών, και σχολιασμούς της επικαιρότητας. Ο Xu πόσταρε τους τίτλους των γραπτών του σε ένα ποστ στο blog του με τίτλο “Η ωρίμανση μου μέσα από μια εφημερίδα” δείχνοντας την ευγνωμοσύνη του για την ευκαιρία που του δόθηκε να ασχοληθεί με τις φιλολογικές του ανησυχίες. Την πρώτη φορά που ο φίλος του, ο Zheng (ψευδώνυμο) διάβασε την ποίηση του Xu, εντυπωσιάστηκε από το γεγονός ότι ήταν τόσο ταλαντούχος. Από τότε ο Zheng πάντα κοιτούσε τα ποιήματα στην εφημερίδα.Ο Zheng πίστευε ότι ο Xu ήταν ένα ντροπαλό άτομο γενικά, “λιγομίλητος αλλά όχι σιωπηλός” Ο Xu υποστήριζε ανοιχτά τις πεποιθήσεις του, αλλά ήταν μοναχικός.”Όταν ο Zheng έμαθε για την αυτοκτονία του Xu πέρασε όλη την εβδομάδα αργίας της επετείου της εθνικής ημέρας της Κίνας μέσα στο σπίτι του θρηνώντας.

Μετατρέποντας τα αισθήματα σε ποιήματα: φοβόταν ότι θα διαβαστούν από την οικογένειά του

Τα περισσότερα από τα ποιήματα του Xu είναι περιγραφές της γραμμής παραγωγής. Στο ποίημα “Εργαστήριο, η νιότη μου φυλακίστηκε εδώ,” περιέγραφε τις συνθήκες εργασίας και ζωής του: “πέρα από τη γραμμή παραγωγής,δεκάδες χιλιάδες εργάτες[dagongzhe]παρατάσσονται σαν λέξεις στο χαρτί, η μία πίσω απ’ την άλλη/ “Πιο γρήγορα! Πιο γρήγορα!”/ Καθώς στέκεται ανάμεσα τους, ακούω τον επιστάτη που γαβγίζει.” Ένοιωθε ότι “Με το που έμπαινε στο εργαστήριο/ η μόνη επιλογή είναι η υποταγή,” και ότι η νιότη του άδοξα και ψυχρά ξεγλιστρούσε και χανόταν, έτσι ώστε το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι “Να την βλέπει να ξεθωριάζει μέρα και νύχτα/ Συμπιεσμένη, γυαλισμένη, φορμαρισμένη /ανάμεσα από ανάξιες αμοιβές, τους υποτιθέμενους μισθούς”.

Στην αρχή, ο Xu Lizhi δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στην συνεχή αλλαγή μεταξύ πρωινής και βραδινής βάρδιας. Σε ένα άλλο ποιήμα, περιέγραψε τον εαυτό του στη γραμμή παραγωγής ως “στεκούμενος ίσιος σαν σίδερο,τα χέρια μου σαν να πετάω,” “πόσες νύχτες και πόσες ημέρες/ καθώς καθόμουν έτσι, κοιμήθηκα όρθιος;” περιέγραφε την δουλειά του ως εξουθενωτική, “Κυλάνε μέσα στις φλέβες μου, φτάνοντας τελικά στην άκρη του στυλό/ ριζώνουν στα χαρτιά/ αυτές τις λέξεις μπορούν να τις διαβάσουν μόνο οι μετανάστες εργάτες.” Ο Xu είχε δηλώσει ότι δεν έδειξε ποτέ την ποίηση του στους γονείς και τους συγγενείς του καθώς είναι κάτι που αντικατοπτρίζει πόνο, και δεν ήθελε να τους το δουν

Αποτυχημένες προσπάθειες να πιάσει δουλειά σχετιζόμενη με βιβλία

Παρόλο που ο Xu έζησε στο Shenzhen για μερικά χρόνια μόνο, ήταν βαθιά ταυτισμένος με τη πόλη. “όλοι εύχονται να ριζώσουν στη πόλη για πάντα,” εξηγούσε,αλλά οι περισσότεροι μετανάστες εργάτες [dagong] ποιητές, γράφουν για μερικά χρόνια, και μετά φεύγουν από τη πόλη και πάνε πίσω στις πατρίδες τους όπου παντρεύονται και κάνουν παιδιά. Ο Xu έλπιζε να μην έχει τέτοια μοίρα. Προσπάθησε να στήσει ένα πάγκο μαζί με ένα φίλο του στο δρόμο, αλλά απέτυχε. Επίσης προσπάθησε να μεταφερθεί από τη γραμμή συνερμολόγησης στα logistics όπου θα είχε μεγαλύτερη ελευθερία αλλά δεν τα κατάφερε επίσης. Κατανοούσε ότι πολύ λίγοι ποιητές μπορούν να γλιτώσουν “Πρέπει να αγωνιζόμαστε διαρκώς για την επιβίωση μας, είναι πολύ δύσκολο να πας πέρα από αυτό”. Το Φεβρουάριο του 2014, ο Xu παραιτήθηκε από τη δουλειά του στη Foxconn και μετακόμισε στο, Jiangsu. Ο φίλος του, εξήγησε ότι η κοπέλα του Xu δούλευε εκεί, και γιαυτό ήθελε να πάει εκεί αλλά τα πράγματα δεν πήγαν και πολύ καλά. Είπε στον Zheng ότι είχε πρόβλημα και δυσκολευόταν να βρει δουλειά, αλλά δεν μπήκε σε λεπτομέρειες.

Έξι μήνες μετά, μετακόμισε πίσω στο Shenzhen. Σε μια άλλη συνέντευξη, ο Xu είπε ότι αγαπά αυτή τη πόλη,και ότι του άρεσε να πηγαίνει πολύ στη κεντρική αγορά βιβλίου της πόλης και στη δημόσια βιβλιοθήκη.Αν ήταν να γυρνούσε στο πατρικό του [στο Jieyang], υπήρχαν μόνο μικρά βιβλιοπωλεία “και κάθε φορά που προσπάθησα να παραγγείλω βιβλία online δεν ερχόντουσαν σε τόσο απομακρυσμένη τοποθεσία” Λόγω της αγάπης του για τα βιβλία, η πρώτη αίτηση για δουλειά που έκανε στη πόλη ήταν  στη κεντρική αγορά βιβλίου. Ο Zheng θυμάται ότι ο Xu του είχε πει, όταν δούλευε στο εργοστάσιο, ότι το όνειρο του ήταν να γίνει βιβλιοθηκάριος. Δυστυχώς δεν του έδωσαν τη δουλειά και ο Zheng πιστεύει ότι αυτή ήταν μια από τις μεγάλες απογοητεύσεις. Δύο χρόνια νωρίτερα ο , Xu έκανε αίτηση για την εσωτερική βιβλιοθήκη της Foxconn για τους εργαζόμενους, καθώς είχαν για ένα διάστημα ανοίξει οι αιτήσεις, αλλά τελικά τον απέρριψαν. {…}

Γυρνώντας στο εργοστάσιο μια μέρα πριν το περιστατικό

Ο Xu είχε ξεμείνει από χρήματα, οπότε μετά από όλες αυτές τις αναποδιές, γύρισε ξανά στο Foxconn, ξεκινώντας να εργάζεται στις 29 Σεπτεμβρίου του 2014, στο ίδιο εργαστήριο που δούλευε και πριν. Αυτό θα ήταν ένα νέο ξεκίνημα αλλά τελικά δεν ήταν. Το ίδιο απόγευμα ανέφερε στον Zheng μέσω online chat ότι κάποιος του βρήκε δουλειά κάπου αλλού, οπότε ίσως αφήσει το εργοστάσιο ξανά, αλλά ο φίλος του ο Zheng δεν έδωσε σημασία καθώς υπέθεσε ότι δεν θα έφευγε πολύ σύντομα καθώς μόλις είχε επιστρέψει.Την επόμενη φορά που ο Zheng έμαθε νέα για τον Xu ήταν δύο μέρες αργότερα,όταν ο κόσμος άρχισε να συζητά για την αυτοκτονία του Xu μέσω του WeChat.Ο Zheng δεν μπορούσε να το πιστέψει: “Είχαμε μιλήσει πριν δυο μέρες” Αργότερα ο Zheng έμαθε ότι ο Xu αυτοκτόνησε αφού μίλησαν το ίδιο βράδυ τα ξημερώματα και όχι δυο μέρες μετά όπως είπαν τα ΜΜΕ.

Διαδίδοντας φήμες ότι ο Xu ήταν ορφανός

Αν και είχαν περάσει 10 μέρες από την αυτοκτονία, όταν αναφέρεται το περιστατικό, ο Zheng ακόμα δεν μπορεί να κρατήσει τα δάκρυα του. Πιστεύει ότι η αυτοκτονία του Xu οφείλεται σε εξωτερικούς και εσωτερικούς παράγοντες. τόσο οι συνεχείς απογοητεύσεις αλλά και ο ίδιος του ο χαρακτήρας έπαιξαν ρόλο. Μετά το θάνατο του,μερικές νεκρολογίες έλεγαν ότι όταν ήταν μικρό παιδί είχε μείνει ορφανός, και ζούσε στους αγνοημένος από τους πάντες μέχρι που μια φτωχή γυναίκα τον υιοθέτησε και τον μεγάλωσε. Αυτή η γυναίκα πέθανε πριν μερικά χρόνια αφήνοντας τον μόνο στο κόσμο. Ο Zheng διέψευσε τις φήμες λέγοντας ότι ο Xu στα γραπτά του αναφέρει συχνά τη μητέρα του και το πόσο του λείπει η πατρίδα του. Το δεύτερο του ποίημα που δημοσιεύτηκε στη Foxconn People για παράδειγμα, λεγόταν “καλοκαιρινός νόστος.” Η ποίηση του Xu είναι ψυχρή και σκεπτική, αντικατοπτρίζοντας μια ζωή γεμάτη μιζέρια. Τα ποιήματα του είναι ένα νήμα από τη μυρωδιά του θανάτου. Έτσι και αλλιώς είχε προβάρει το θάνατο εκατοντάδες φορές στα γραπτά του, η τελευταία του πράξη ήταν απλά λίγο πέρα απ’ τα όρια.
Continue reading

Ούλαφ Χάουγκ, Δύο ποιήματα

7e5b66eb-1390-44a1-af56-bb6484eae8ab

Ωκεανός

Αυτός είναι ο ωκεανός
απέραντος και γκρίζος,
η βαρύτητα η ίδια.
Όμως, ακριβώς όπως ο νους
σε στιγμές μοναχικές,
ανοίγει αίφνης
τις αενάως κινούμενες αντανακλάσεις του
σε βάθη μυστικά-
έτσι και ο ωκεανός
ένα μπλε πρωινό
μπορεί να ανοιχτεί
στον ουρανό και στην ερημιά.
Βλέπετε, λάμπει ο ωκεανός,
Έχω και εγώ αστέρια και βάθη μπλε…

Μη με πλησιάζεις με όλη την αλήθεια

Μη με πλησιάζεις με όλη την αλήθεια
μη μου φέρεις τον ωκεανό, αν διψάσω,
ούτε τον ουρανό αν γυρέψω φως.
Φέρε μου έναν ψίθυρο, λίγη δροσιά, έναν κόκκο,
όπως τα πουλιά κουβαλούν επάνω τους
Μόνο σταγόνες από το νερό της λίμνης,
και ο άνεμος ένα σπυρί αλάτι.

***

Αλήθεια

Η αλήθεια είναι ντροπαλό πουλί
ένα Ροκ που
περιπλανιέται πέρα από τον χρόνο,
άλλοτε πριν
άλλοτε μετά.
Κάποιοι λένε πως
δεν υπάρχει.
Όσοι την είδαν
σιωπούν.

Ποτέ δε μου πέρασε απ’ το μυαλό
ότι η αλήθεια είναι οικόσιτη,
αλλά τέτοια ήταν,
δοκιμάστε να χαϊδέψετε τα φτερά της
αντί να την κυνηγάτε στη γωνία
μέχρι που τα μάτια της γίνουν κουκουβαγίσια
και σας γρατσουνίσει.
Άλλοι πιστεύουν πως η αλήθεια
είναι επικίνδυνο πράγμα,
είναι γιν και γιανκ μαζί,
το φίδι στο χορτάρι,
και ο τρυποφράχτης στο στόμα του αετού
όταν νομίζει ότι είναι πολύ ψηλά.

Έχω δει ακόμη την αλήθεια νεκρή:
Τα μάτια της σαν λαγού κρυσταλλωμένου απ’ την παγωνιά.

*Αναδημοσίευση από το περιοδικό “Ένεκεν”, της Θεσσαλονίκης, τεύχος Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου-Μαρτίου 2014 (σελ. 156-159).

Fiona Hile reviews Lionel Fogarty

Fogarty_front_cover_1024x1024-1

Eelahroo (Long Ago) Nyah (Looking) Möbö-Möbö (Future)
by Lionel Fogarty
Vagabond Press, 2014

Lionel G. Fogarty is an indigenous Australian poet who is recognised for the excavation of a poetic space in which, as Michael Brennan has written, ‘his community and culture is recuperated and asserted’ whilst ‘dominant discourses, both political and poetic’ are subverted and destabilised.1 These qualities make Fogarty’s work difficult to review in a context in which the status of indigenous literature remains, for some institutions at least, seemingly unapproachable.

Should it be assessed by the same criteria used to establish the literary value of books by people writing from within or through the dominant culture? Should it have its own awards, judged by indigenous cultural producers? Or would such a process work as a form of exclusion, a kind of interventionist management of ‘problem’ literature? Does the work of indigenous writers, with its access to the innate power of a specific historical situation, have an advantage over the work of writers faced with less urgent concerns? Or is justice, as certain western philosophers say, ‘for all or not at all’? The inconsistencies with which the matter of indigenous literature is approached show that the mechanisms of its reception are still in the process of being worked out.

For example, the Victorian Premier’s Literary Award includes the biennial Award for Indigenous Writing but unlike the awards as a whole there are no individual categories. Indigenous works of whatever form are lumped in together. Although indigenous-authored works may also enter the relevant categories of the main awards, it just doesn’t seem historically, politically or aesthetically reasonable to pit poetry, for instance, against fiction. The main awards also have a category for best book overall, however, so perhaps it’s all about equality. The Western Australian Premier’s Book Awards, like the Tasmanian Literary Prizes, will now be awarded biennially. Neither have a category for indigenous works. The Queensland Premier’s Literary Awards were done away with by their recently deposed namesake. The renamed Queensland Literary Awards, funded last year by donation, are in the process of formulating categories for 2015. It doesn’t take much investigation into the recipients of the smaller prizes and awards or the roll-call of reviewers and published poems in general before you need to remind yourself that, yet again, as Celan knew, ‘it all depends / on you’. ‘On inconsistencies rest’ is best. But who is ‘you’ in this situation? The writer, the woman, the sorry white person, the paid-up/paid-off member of the bourgeoisie? A recent poem by Sydney poet Pam Brown sums up the broader situation:

oodgeroo noonuccal
gave me back
the problem long
before I knew she did
whiteness then over
forty years ago
kevin gilbert told us
‘white australia’
should leave
‘black australia
alone.
he was right.
2
Continue reading

Lawrence Ferlinghetti, Totalitarian Democracy

ss-120502-1percent-03-ss_full

The first fine dawn of life on earth
The first light of the first morning
The first evening star
The first man on the moon seen from afar
The first voyage of Ulysses westward
The first fence on the last frontier
The first tick of the atomic clock of fear
The first Home Sweet Home so dear
The sweet smell of honeysuckle at midnight
The first free black man free of fright
The sweet taste of freedom
The first good orgasm
The first Noble Savage
The first Pale Face settler on the first frontier
The last Armenian and the last Ojibway in Fresno
The first ball park hotdog with mustard
The first home run in Yankee Stadium
The first song of love and forty cries of despair
The first pure woman passing fair
The sweet smell of success
Continue reading