Μαχμούντ Νταρουίς, από την “Κατάσταση Πολιορκίας”

10712940_921964897825908_6237113804121296742_n

Στη μνήμη του Βαγγέλη Γιακουμάκη

Αν δεν είσαι, καλέ μου, βροχή, γίνε δέντρο

καρπερό, χλοερό.

Γίνε δέντρο.

Κι αν δεν γίνεις, καλέ μου, ένα δέντρο,

πέτρα να γίνεις

μουσκεμένη δροσιά.

Μια πέτρα να γίνεις.

Κι αν δεν γίνεις μια πέτρα, καλέ μου,

το φεγγάρι το ίδιο να γίνεις,

μες στο ύπνο εκείνης

που σε αγάπησε. Γίνε φεγγάρι.

Είπε στο σύννεφο η γυναίκα:

«Σκέπασε τον καλό μου, γιατί τα ρούχα μου

στο αίμα του είναι μουσκεμένα».”

Aidan Coleman 
revieww Jeri Kroll’s Workshopping the Heart: New and Selected Poems

kroll

Workshopping the Heart: New and Selected Poems
by Jeri Kroll

Wakefield Publishing, 2014

Workshopping the Heart brings together poems from Jeri Kroll’s five previous books of poetry, with thirty or so pages of new poems and the opening chapter of a verse novel. Her distinctive voice – lyric, tough and spare – is evident early. Take the poem ‘Genus and Species’, in which the speaker recounts visiting her grandfather as a young child:

He kissed hello too hard. Tasted pruney.
Stared a lot. At me.

(‘Genus and Species’)

Kroll’s concision and her talent for arresting imagery is apparent here and elsewhere:

A white lady opened her wound,
licked it shiny.
Slow hiss. The door.

(‘Genus and Species’)

Internal rhyme is used to particularly striking effect in the poem’s resolution, which is reminiscent of the childhood poems of Gwen Harwood and Elizabeth Bishop:

Grandfather bent like a weary dog
trying to mouth his prey.
He raised a limp paw as I flew out the door
drawing his good eye and father behind.

(‘Genus and Species’)

The book’s middle section focuses on the domestic and familial. Hamlet presents the world as a prison ‘in which there are many confines, wards and dungeons,’ similarly Kroll employs a deft conceit to tell us:

Every family is a life sentence.
The only things that change
are pictures on the prison walls
and the view from the window.
You make your peace with the system,
learn to play off the inmates …

(‘Parole’)

Her lyrics on motherhood are compelling and unflinchingly sharp – never collapsing into sentimentality. There are moments of tenderness, in which the speaker is besotted with the beauty of the infant:

His penis floats like a white-tipped asparagus,
his tummy swells like a melon.

(‘Bathtime’)

In other places, the demands of the present interrupt meditation and love battles with darker impulses, as the speaker struggles to retain sanity:

But today you came close.
I could easily have done you in.
The ambulance would have been too late
to save what’s left of my martyred patience.

(‘On watching a sleeping child’)

Such battles often end in a hard-won synthesis of dutiful, yet jaded, resignation:

… my voice rolling in like friendly fog
making you invisible till dawn.
The blind raps us awake
and sun begins to burn me off,
letting you confront the clear-cut day.

(‘Night Waking’)

In later poems the son’s childhood and his absence in adulthood are movingly evoked. I can recall few poets, in Australia, who have written, so consistently well on this theme.
The poet’s mother is central to the final part of the selection, as Kroll describes the effects of Alzheimer’s:

My mother is floating out to sea
without buoy or boat. She smiles as she drifts.

(‘Water to Water’)

The literal sea that the poet’s mother lives beside is now ‘dolphin-smooth’ and ‘[n]othing worth comment breaks the skin.’ These lines articulate a terrifying banality: dolphins – with all their mythical associations – are unremembered and unseen, nothing breaks the skin of the water and the speaker’s viewpoint fails to break the surface – fails to communicate.

Even the word sea means nothing
Because she becomes it.

‘My mother’ later becomes ‘the mother’ – as if she were shedding personhood; her degeneration increasingly harrowing for the speaker, who retains the consciousness the mother has lost:

The mother is a still pool,
waiting for me to ripple with my words

I stir and stir.
(‘Exercise 1: Similes’ from ‘The Mother Workshops’)

Aging and death are revisited in thirty pages of new poems. In ‘Skin’, ‘furrows … remind us that the past is getting closer’, and soon skin ‘is all we can remember’. The new work has a similar epigrammatic quality but these poems have not been through the same winnowing process and the weakest lack the interest and strangeness of metaphor so consistent throughout the rest of the collection.
The book concludes with the opening chapter of Vanishing Point, a forthcoming verse novel. If Kroll maintains the lyric intensity of this taster it is sure – as this New & Selected is – to be a great success.

*Aidan Coleman lives in Adelaide where he works as a speechwriter. His latest collection of poems Asymmetry (published by Brandl & Schlesinger) was shortlisted for the WA Premier’s Book Awards and the John Bray Poetry Award.

**Taken from Cordite Poetry Review at http://www.cordite.org.au

A new Poetry Reading Project – Calling all poets and lovers of poetry

emerald2

A new Poetry Reading Project

Calling all poets and lovers of poetry

Especially all those who write in another language than English and/or have their work in a bilingual or a translated form

Every second Saturday of the month

First Reading is on
Saturday, April 11,
11.45AM-1.45PM

(Library closes at 2pm on Saturdays)

Featuring Michael Crane
And another poet who is going to be confirmed*

and open mic

at Emerald Hill Library & Heritage Centre

195 Bank St.,
South Melbourne
(opposite South Melbourne Town Hall)

The room can seat up to 30 persons. There is a kitchen available to use, with the usual facilities, including crockery and a hot water urn. The room also has audio visual equipment and screen if it will be required.

The Poetry Reading dates through out 2015 are as follows:

April 11, 11.45AM-1.45PM
May 9, 11.45AM-1.45PM
June 13, 11.45AM-1.45PM
July 11, 11.45AM-1.45PM
August 8, 11.45AM-1.45PM
September 12, 11.45AM-1.45PM
October 10, 11.45AM-1.45PM
November 14, 11.45AM-1.45PM
December 12, 11.45AM-1.45PM

For more information:

– Dimitri Troaditis
troaditisdimitris@gmail.com
and/or 0432 094 342

– Emerald Library and Heritage Centre
Art & Heritage Programs | Arts & Culture 9209 6416

*There will be further announcements.

emerald1

City-of-Port-Phillip-Converted

mav_logo_withtext_200x134

Θεόδωρος Μπασιάκος, Από τη συλλογή “Μαύρα μάτια”

Είμαι Βαλκάνιος
Άγριος
Τυραννοανασκολοπιστής
αναντάν παπαντάν
Για αίμα ψοφάω και σεξ
(ψοφάω σου λέω
γι’ αυτό ζω)
Εγώ — κόκκορας!
μες στ’ άγρια χαράματα
ξυπνάω, να τραγουδήσω
Εγώ — κόκορας!
τη μέρα 2, 3 βολές
το χαρέμι μου κανονίζω
Άμα πίνω πίνω
για να μεθύσω μόνο
Στο λαιμό μου
το ξουράφι του βάνει ο μπαρμπέρης
Χ ρ ρ ρ ά τ ς ! και μου την ανάβει.

Πεθαίνω! όμως πεθαίνω γελώντας
(Σκουλίκια — τα τρώγω!
δε με τρώνε… )


*Από τη συλλογή “Μαύρα μάτια”, Πλανόδιον, 2006.

PS: evviva il comunismo e la libertà.

Λουκάς Σ. Λιάκος, Δύο ποιήματα

0572f1d2effd06480d92a5ef0eda932d

Εικόνα καρτούν.
 
Κραυγές,
πανηγυρίζουν το φόβο στον οποίο ζούμε
μας ξεμυαλίζει να γυρνούμε
ως ακέφαλα κοτόπουλα
σα σπονδή στο Τέρας
ως κρυογένεση.
Έλα μαρτυρικά, μόνο έλα
έστω κι αν σου λείπουν τα πόδια
άρπα το κεφάλι γερά κι ας τρεκλίζεις
στη μασχάλη σου
σα πετιμέζι
τσουλάει το αίμα
κάτω από κλειστή πόρτα
συντηρεί την αιτία. 

***
 
Household.

Έχω αυτόν το χαρακτήρα ανεμοστρόβιλου,

έρχομαι σπίτι για καταστροφή

σκούρα τα πράγματα,

ουρλιάζουν όλοι

βογγητά,

το όνομά μου.

Άπλυτος για μέρες και μέρες

δεν προβλέπεται ύπνος,
μεθυσμένος,

ζω σαν δέντρο

κουρελιασμένος,

μια πεταμένη εφημερίδα,

με όμορφα ψέματα

σκισμένες σελίδες.

Πιάσε μου ένα ποτήρι ουίσκι,

πες μου πως ήταν η μέρα σου

λες και με νοιάζει

το έχω αποφασίσει,

θέλω να είμαι ηλίθιος

εγωιστής,

έτσι θα ζήσω

κι άμα σ’ αρέσει.
 
*Από το http://www.bibliotheque.gr/archives/28848 Artwork: Droga Życia<a

Γρηγόρης Σακαλής, Καλύτερα

thumbs

Μ’ αγαπούσες είπες
από φιλανθρωπία
έτσι άφησες να εννοηθεί
με είχες σαν παιδί σου
μα δεν στο ζήτησα
δεν ξέρω αγάπη
με τέτοια κίνητρα
δεν ξέρω αγάπη
με κίνητρα
η αγάπη αναβλύζει
από μέσα σου
δεν έχει πως και γιατί
δεν εξαντλείται
δεν τελειώνει
δεν μετράει τα λεφτά
ποιός φέρνει τι
καλύτερα να πήγαινα
ταξίδια στα βουνά
με τσάι κι αποξηραμένα φρούτα
παρά που πήγα μπλέχτηκα
στα όμορφα σκέλια σου.

Οροπέδιο, Περιοδική Έκδοση Πολιτισμού, Τεύχος 14, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2014

dtbook140315

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Είχα πρόσφατα την καλή τύχη να λάβω τεύχη του πολύ καλού λογοτεχνικού περιοδικού «Οροπέδιο» (συγκεκριμένα τα τεύχη 4, 12, 13 και 14), και θα ήθελα να σας συστήσω ανεπιφύλακτα να γίνετε συνδρομητές. Εκτός από το περιοικό η διεύθυνση προσφέρει και φτηνές και επιμελημένες εκδόσεις ποιητικών συλλογών και άλλων βιβλίων ως εκδόσεις «Οροπέδιο».

Το περιοδικό «Οροπέδιο» εκδόθηκε για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 2006, στη Νεμούτα Φολόης Ολυμπίας, από τον ποιητή και μεταφραστή, Δημήτρη Κανελλόπουλο, ο οποίος εξηγεί την επωνυμία του περιοδικού του στο πρώτο τεύχος, στην σελίδα του εκδότη που ονομάζει «Επί του όρους ομιλία»: «Οροπέδιο γιατί η Νεμούτα βρίσκεται στο οροπέδιο και από εκεί μπορούμε να επισκοπούμε όλη την Ηλεία, την πατρίδα μας, και όλον τον Μωριά και παραπέρα όλη την Ελλάδα και παραπέρα ακόμη όλον τον κόσμο, τον κόσμο μας».
Το «Οροπέδιο», σύμφωνα με το λογότυπό του, είναι περιοδικό: Για τις Τέχνες και τον Πολιτισμό. Το περιοδικό έχει παρουσιάσει αφιερώματα σε μεγάλες προσωπικότητες των ελληνικών Γραμμάτων: Γιάννης Σκαρίμπας, Τάσος Γαλάτης, Μιχάλης Κατσαρός κ. ά. Έχει δημοσιεύσει την αλληλογραφία μεταξύ Σεφέρη-Σινόπουλου και Γονατά-Καχτίτση και έχει αποτελέσει το βήμα νέων, αξιόλογων ποιητών και λογοτεχνών. Το 2012 το περιοδικό «Οροπέδιο» απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για την συμβολή του στην νεοελληνική λογοτεχνία.

Κεντρικό θέμα του 14ου τεύχους του περιοδικού «Οροπέδιο» είναι η εργασία της Πόλυς Χατζημανωλάκη με θέμα «Στον Πρόδρομο στον Ασέληνο, Τόποι και πάθη στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη». Ένας ενιαίος τίτλος για δυο εντελώς διαφορετικού ύφους και πνεύματος κείμενα. Το πρώτο είναι ένα «Οδοιπορικό στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη», κείμενα και φωτογραφίες σε μορφή ημερολογιακής καταγραφής. Ένα άλλο θέμα του τεύχους είναι ένα δοκίμιο για τα πάθη της Ταραντέλας (παλαιές τελετουργίες στη Νότια Ιταλία που σχετίζονται με το τσίμπημα της αράχνης) στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη. Μια ανθρωπολογική μελέτη και μια σκιαγράφηση των παθών και της συνθήκης των ηρωίδων του (στρίγγλες, χτυπημένες κλπ ) και της τυπολογίας των συμπεριφορών τους.

Στόχος η αναζήτηση επιβιώσεων του φαινομένου αυτού στην λογοτεχνική αφήγηση αλλά και σε παραδόσεις όπως η αιώρα (κούνια), η δαιμονοποίηση της αράχνης και η θεραπεία ψυχικά ασθενών στην Παναγιά την Κουνίστρα. Ακόμη οι αναγνώστες μπορούν ν’ απολαύσουν τα ποιήματα των: Νιόβης, Νατάσας Καρακατσάνη, Σωτήρη Παστάκα, Κούλας Ἀδαλόγλου: Ἔλυας Βερυκίου, Ἔλσας Κορνέτη, Χλόης Κουτσουμπέλη, Ελένης Κοφτερού, Γιάννη Σιδηροκαστρίτη, Saşa Pană, Πιὲρ Πάολο Παζολίνι, Else Lasker Schuller, Leah Goldberg, Vladimir Vysotsky, Σεργκέι Γιεσένιν. Επίσης ένα σπάνιο ντοκουμέντο: Σπύρος Ν. Παππάς: Ένα πρώιμο, ανέκδοτο πεζοτράγουδο του Θεόδωρου Ντόρρου: «Χωρίς Πατέρα» (1924). Και πολλά άλλα κείμενα, κριτικές και αφιερώματα.

Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος γεννήθηκε το 1954 στην Νεμούτα Ηλείας, το 1958 μετοίκησε οικογενιακώς στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία-Αρχαιολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ιστορία-Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Babes Bolyai του Κλουζ Ναπόκα της Ρουμανίας. Εργάστηκε ως υπάλληλος εκδοτικών οίκων και ως φιλόλογος στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές: «Ομίχλη Πέτρινη», «Σκυθικές Ερημίες», «Σιγή Ασυρμάτου» και «Κλίνη Σπόρου, Καλή». Έχει επιμεληθεί και δημοσιεύσει το βιβλίο «42 σύγχρονοι Έλληνες ποιητές», στο οποίο μετέφρασε γνωστά ελληνικά ποιήματα, που παρουσίασε το 1984 στο ρουμάνικο αναγνωστικό κοινό. Το 1982 επιμελήθηκε το αφιέρωμα στην ρουμανική λογοτεχνία του περιοδικού «Πολιορκία» (τεύχος 16). Το 1996 επιμελήθηκε το αφιέρωμα στον Ρουμάνο ποιητή Anatol Baconsky στο περιοδικό «Πλανόδιον» (τεύχος 24). Έχει δημοσιεύσει ποιήματα και άρθρα σε διάφορα περιοδικά: Εμβόλιμον, Λέξη, Παρέμβαση, Πλανόδιον, Πόρφυρας, Πολιορκία.

Για συνδρομές, επικοινωνία κ.λπ., απευθυνθείτε στον Δημήτρη Κανελλόπουλο στη διεύθυνση Καστοριάς 10, Άγιος Δημήτριος 173 42, Αθήνα, Ελλάδα (τηλ. 210 9915043, 6976 408 666).

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ομογενειακή εφημερίδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος”, σήμερα Σάββατο, 14 Μάρτη 2015.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Αν δεν το ξέρεις

7068049239_f37daa190a_o-620x330

Η ποίηση φίλε
δεν είναι αιώρα ρεμβασμών
ούτε υπονοούμενο με διαθέσεις ημίγυμνες
καυτούς αναστεναγμούς
και ζαρτιέρες.
Δε σέρνεται σ’ αγουροξυπνημένους πρωινούς καναπέδες
χαμογελώντας πίσω απ’ τα μπότοξ
ή στις ειδήσεις των οκτώ
ξεφορτώνοντας σπρεντς
και οφ σορ
με το δάχτυλο να σηκώνεται ζωγραφίζοντας προστακτικές
και βεβαιότητες.
Η ποίηση φίλε
δεν αδειάζει τα μάτια
χτυπώντας τα πληκτρολόγια της πλήξης
δεν πληρώνει εξτρά αναζητώντας την τύχη της
το ταίρι της
ή απλά μια άλλη φωνή στην άλλη άκρη της ησυχίας
ούτε κολακεύει τις χαμένες μέρες
τις σκόρπιες ανάσες
και βεβαίως δε λευκαίνει τα δόντια
χαρίζοντας πέντε συν ένα τρόπους ν’ αδυνατίσεις
πέντε συν ένα τρόπους να ερωτευθείς
πέντε συν ένα τρόπους να ζήσεις ή να πεθάνεις.
Η ποίηση φίλε
γυμνή
θερμότατη
χαρακωμένη
στα σπλάχνα χορεύει
ουρλιάζοντας
μ’ ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι στα χέρια της.
Αν δεν το ξέρεις
δεν ξέρεις φίλε πού πατάς
και πού πηγαίνεις.

Π. Ἔνιγουέϊ: Ἐγὼ καὶ… ὁ ἐαυτός μου

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Anyway,P.(Theodorakis,Panagiotis)-EgoKai...OEaytosMou-Eikona-01

Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ

Ἐ­γὼ καί… ὁ ἐ­αυ­τός μου

 

10-Taph-Chronica_Polonorum_TΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ (καὶ ἐλ­πί­ζω γιὰ τε­λευ­ταῖ­α) φο­ρὰ ἀ­πό­γευ­μα γυρ­νών­τας ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, τὸν πε­ρα­σμέ­νο μή­να. Κα­θό­ταν στὸ γρα­φεῖ­ο κι ἔ­γρα­φε κά­τι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή μου (ἀ­παν­τοῦ­σε στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μη­νύ­μα­τα τῶν φί­λων μου). Ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα καὶ κον­το­στά­θη­κα. Μὲ χαι­ρέ­τη­σε καὶ ξα­να­γύ­ρι­σε πρὸς τὴν ὀ­θό­νη.

       «Τί θέ­λεις;» τὸν ρώ­τη­σα καὶ ἄ­να­ψα τὸ θερ­μο­σί­φω­να.

       «Ἔ­χει ζε­στὸ νε­ρό. Πρὶν λί­γο πλύ­θη­κα» ἀ­πάν­τη­σε καὶ ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο.

       Πῆ­γα γε­μά­τος νεῦ­ρα στὴν κου­ζί­να. Ἄ­νοι­ξα μη­χα­νι­κά τὸ ψυ­γεῖ­ο.

       «Στὸ φοῦρ­νο ἔ­χει μπρι­ζό­λες. Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­κό­μη ζε­στὲς» τὸν ἄ­κου­σα ἀ­πὸ μέ­σα.

       Ἔ­φτια­ξα μιὰ σα­λά­τα καὶ δο­κί­μα­σα μί­α ἀ­πὸ τὶς μπρι­ζό­λες του ἀρ­γὰ ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­χτι­κά. Φο­βό­μουν μὴ μὲ δη­λη­τη­ριά­σει. Σκε­φτό­μουν πό­σο και­ρὸ θὰ μεί­νει μα­ζί μας. Καὶ βέ­βαι­α τί ἀν­τί­δρα­ση θὰ ἔ­χει ἡ Στέλ­λα, ἡ γυ­ναί­κα μου, μό­λις τὸν δεῖ.

       Ἔ­κα­να μπά­νιο, ξυ­ρί­στη­κα καὶ πῆ­γα στὸ σα­λό­νι.

       «Σὲ πα­ρα­κα­λῶ ἄλ­λη φο­ρὰ…

View original post 435 more words