Φιλοσοφείς τρυφερότητα
χωρίς φιλοσοφία
στέργεις αιωνιότητα
μονάχα με το βλέμμα
είσαι μια ζωντανή βαθιά
σελίδα σώματος
π’ αστράφτει σε παρθενικότητα
Ο χρόνος είν’ ακόμα για σένα
θρίαμβος
και σου τον εύχομαι πάντα.
29.6.1984
Φιλοσοφείς τρυφερότητα
χωρίς φιλοσοφία
στέργεις αιωνιότητα
μονάχα με το βλέμμα
είσαι μια ζωντανή βαθιά
σελίδα σώματος
π’ αστράφτει σε παρθενικότητα
Ο χρόνος είν’ ακόμα για σένα
θρίαμβος
και σου τον εύχομαι πάντα.
29.6.1984
τι ωραία που κυλάει η ζωή μου πατέρα
άθελά μου
ακολουθώντας τα βήματα σου συνειδητοποιώ
πως βρεθήκαμε να κάνουμε περίπατο στο ίδιο χάος
έτσι ωραία να σιγοτραγουδάμε καντάδες τις νύχτες
εσύ εξαφανισμένος από τα μάτια του κόσμου
κι εγώ στο δικό μου χαβά
μεθυσμένος στα χειρότερα κωλόμπαρα
να σε σκέπτομαι σαν καλός γιος
να σπαράζω σαν κακός ποιητής
στα χωριά της πατρίδας σου όποτε τριγυρνώ
οι άνθρωποι που με κοιτάνε στα μάτια
εν ριπή
θυμούνται το όνομα σου
και όλοι έχουν να πούνε ένα καλό λόγο
για τη πολύπλοκη καλοσύνη σου
ενώ εγώ απ΄τη ζήλια μου αλείφω μια φέτα ψωμί
με λάδι και χονδρό αλάτι
και μετανιώνω που ποτέ μου δεν σε άκουσα
πόσο δίκιο είχες που δεν συμφωνούσες
να διαβάζω τις νύχτες με το κερί
για να μη χαλάσω την όρασή μου
και αναγκαστώ να βάλω σαν και εσένα από νωρίς
γυαλιά μυωπίας για να μπορώ να διακρίνω
τα ψιλά γράμματα
αλλά πάνω απ΄όλα είχες δίκιο να φοβάσαι
μη τυχόν χάσω εντελώς το μυαλό μου
που μαγεμένο λόγω κληρονομικότητας του άρεσε
να χάνεται σκαρφαλώνοντας ψηλά στα σύννεφα
για να αγκαλιάσει τον ουρανό
και τα αστέρια
βυσσινί θυμός κρύβεται στα παιδικά μου μοιρολόγια
και ακούγεται σαν αμανές υπνοβάτη
που παραπατώντας ανάμεσα σε χαμένους έρωτες
μοιάζει με τρίκυκλο που έχει μπατάρει μονόπλευρα
με τα πίσω φώτα του διαλυμένα
και που στη πρώτη κιόλας απότομη στροφή
το ξέρω πως θα τσακιστεί
η καρδιά μου
Πάει καιρός που έλαβα την “Άννα” του Γιάννη Ζελιαναίου. Ξέρετε πως πάει, αν βλέπεις το βιβλίο ως κάτι ζωντανό, χαϊδεύεις τις διαστάσεις του, μυρίζεις προσεκτικά τα χαρτιά, κολλάς κανένα πεντάλεπτο στην προμετωπίδα, κι άλλα τέτοια γραφικά. Όταν ξεκίνησα να διαβάζω, δε σταμάτησα πουθενά. Διάβασα με ενδιαφέρον μέχρι και τον κολοφώνα. Δεν ξέρετε τι βάσανο είναι αυτό για έναν άνθρωπο που σπάνια δημιουργεί αυστηρή δομή στο διάβασμά του, που μπορεί να πετάει από στίχο σε στίχο και από σελίδα σε σελίδα χωρίς να σέβεται τον κόπο του συγγραφέα.
Λοιπόν για αυτό εδώ το βιβλιαράκι, πρέπει να γράψω κάτι. Τι πέτρα έχω φάει; Πώς μπορεί να υπάρχει ένα κείμενο που να πλησιάζει τόσο πολύ την εικόνα που έχεις για τον έρωτα, έτσι που διαβάζοντάς το να σου δημιουργείται η ψευδαίσθηση ότι αυτές οι σκέψεις ξεπηδάνε από το δικό σου κεφάλι;
Το βράδυ εκείνο ένιωθα πως είχα πυρετό. Πάλευα να το εξηγήσω λογικά. Τα κείμενά μας και οι εμπειρίες μας. Κάτι τέτοιο πρέπει να είναι. Ένας Έλληνας που τον πνίγει η Ελλάδα, ένας άνθρωπος που γράφει, κάποιο περίεργο καράβι τον βγάζει στην Κύπρο, όπου αισθάνεται απόλυτα ξένος και απόλυτα ντόπιος, δουλεύει dj πίνοντας σε μπαρ της Λευκωσίας, εκδίδει βιβλία. Πόσοι άνθρωποι πρέπει να υπάρχουν με αυτή την πορεία εκτός από μας; Θα μπορούσαμε να έχουμε βρεθεί χιλιάδες φορές, να έχουμε πει απίστευτες αλήθειες πάνω στη ζαλάδα μας την ώρα που σβήνει η τελευταία μπαλάντα κι έχουν μείνει δυο-τρεις τρεκλίζοντας από αγάπη ή απόγνωση. Κι όμως, μία φορά ήταν να βρεθούμε και εγώ έφυγα πέντε λεπτά νωρίτερα, ενώ αυτός άργησε πέντε λεπτά. Δεν είναι λογοτεχνικό καπρίτσιο αυτό που γράφω, έγινε έτσι.
Πάλι όμως στραβοπατάνε οι σκέψεις μου, όλο ξεκινάω να πω για κείμενα και λέω για ανθρώπους.
Όλη η συλλογή είναι ένα σπαρακτικό βίωμα του έρωτα, όχι απλό ημερολόγιο ενθουσιασμών και απογοητεύσεων, αλλά υπαρξιακή κατάθεση. Η Άννα είναι μία και μοναδική, και μαζί είναι όλες οι γυναίκες που αγαπήσαμε.
Είπα λοιπόν να γράψω κάτι για την Άννα. Δεν έγραψα τίποτε. Την ξανάβαλα στο ράφι της βιβλιοθήκης. Τι να γράψω; Ότι μου άρεσε το τάδε απόσπασμα; Αυτά είναι για άλλου τύπου συλλογές. Τελικά κάτι μήνες αργότερα, ξαναπερνώντας ανάμεσα από αυτές τις γραμμές, μου ήρθε να γράψω αυτό. Μπορεί να μην έχει καμία σχέση με την Άννα, μπορεί και να έχει.
*Δημοσιεύτηκε στο http://planitas.blogspot.com.au/2015/02/blog-post.html?spref=fb
Γράφει o Σπύρος Αραβανής
Τρίτη, 17 Μάρτιος 2015
Τα «Ανεπίδοτα Γράμματα», η καντάτα του Μιχάλη Γρηγορίου πάνω στην ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου, γράφτηκαν τα περισσότερα μέσα στο 1972-73, «αρχικά για φωνή και πιάνο», όπως τονίζει ο συνθέτης στο σημείωμα του cd, το οποίο επανακυκλοφόρησε το 2008 από τη Lyra (Ά έκδοση Απρίλης 1977). Τα τραγούδια αυτά ή ακολουθώντας τα γραφόμενα του συνθέτη «τα 7 μέρη της καντάτας», είναι ενορχηστρωμένα για γυναικεία φωνή (Αφροδίτη Μάνου) και για ένα βασικό σύνολο από κουιντέτο εγχόρδων και πιάνο με τις εναλλαγές των πνευστών προσθέτοντας μεταγενέστερα τα μέρη της αντρικής φωνής και του αφηγητή (Σάκης Μπουλάς). Τα ποιήματα του Αλεξάνδρου, γραμμένα κατά βάση στην εξορία (Μούδρος, Μακρόνησος, Άη Στράτης, 1948-1958) είναι ερωτικές κυρίως επιστολές προς μια γυναίκα, τη σύντροφό του, Καίτη Δρόσου.
Σύμφωνα με τον Γρηγορίου το έργο αυτό «αποτελεί για μένα μια πρώτη απόπειρα να αντιμετωπίσω σοβαρά ένα μεγάλο πρόβλημα: Πώς θα μπορούσε να υπάρξει ένα γεφύρωμα ανάμεσα σε μια μουσική που χαρακτηρίζεται σαν «σοβαρή»και σε μια μουσική που λειτουργεί «ελαφριά».
Είναι το ίδιο αγωνιώδες ερώτημα που θέτει ο ομοϊδεάτης του, μουσικά και πολιτικά, και βασικός συνεργάτης εκείνων των χρόνων, Θάνος Μικρούτσικος: «Θυμάμαι ότι το 1969 εμείς, ως νέα φουρνιά της αβάντ γκαρντ, είχαμε ένα τεράστιο δίλημμα. Από τη μία μεριά, η πειραματική μουσική έλεγε «Μην υπολογίζεις τίποτα, να σ’ ενδιαφέρει κάθε φορά το πρωτότυπο και το νέο». Από την άλλη, ως παιδιά της μαχόμενης αριστεράς, μας ενδιέφερε η επαφή με τον κόσμο». Ο Γρηγορίου μάλιστα, είχε αισθανθεί το έργο αυτό «σαν μια απάντηση στα “Πολιτικά τραγούδια” του Μικρούτσικου με τον οποίο εκείνα τα χρόνια συνεργαζόμασταν στενά».
Continue reading
Tου Νίκου Κυριακίδη
Οικογένεια…ίσως και η πρώτη κακοποίηση εντός της, ποιός ξέρει….απόσταση απ το βασανιστήριο, τις αποκαλύψεις-αφού άλλωστε πήγε εκεί, να γίνει άντρας. Αντιλήψεις…κακοποίηση λεκτική, σωματική, μέχρι ποιού σημείου; Γιατί κάποια βασανιστήρια-λουριά και τράβηγμα στο πάτωμα που ακούστηκαν, δεν παραπέμπουν σε μη ύπαρξη (ΚΑΙ) ερωτικής κακοποίησης, από πλεγματικούς ”άντρες” παρασυρμένους τάχα, άλλοτε από κατσίκες, άλλοτε από ”κουνιστούς” που ”τα θέλουν”; Εκπαίδευση..χωρίς κάν εκπαιδευτικούς -εδώ με τις σχολές αυτού του είδους ΚΑΙ τυπικά, με διαχείριση κρίσεων στη βάση της αποσιώπησης. Κατασταλτικοί μηχανισμοί….38 μέρες για ένα χιλιόμετρο, με ειδικές μονάδες ανίχνευσης, σκυλιά, δύτες….Mήπως για να σαπίσει το ταλαιπωρημένο νεανικό σώμα,νάναι έτσι πιο ”σιωπηλό”, για να το μισοφάνε οι σκύλοι; Δίκαιο..στην ”αυτοκτονία”, δηλαδή τη δολοφονία από πολλούς για ”πολύ μακρύ διάστημα”, δεν υπάρχει κακούργημα, δίωξη ούτε γι αυτόν που βασάνιστησε …χρονικά τελευταίος
μα,
Τι σημασία έχουν όλα αυτά, τι σημασία έχει το ο,τιδήποτε άλλο εκτός της ανοιχτής μάχης, στην κάθε μορφή φασισμού, κατασταλτικού και ιδεολογικού
*Το κείμενο και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://faidra111.blogspot.gr/2015/03/blog-post_60.html
Lens Flare
by Benedict Andrews
Pitt Street Poetry, 2014
Lens Flare is a collection of poems – the first, as far as I can tell – written by a theatre director more accustomed to staging Chekhov in New York or Verdi in Denmark than to publishing poems in Australian journals. I opened the book expecting to find that slightly off-key poetry written by accomplished practitioners of an allied practice – this could also be song-writing, fiction, even painting – whose singular depth of involvement is unquestioned, but is not in poetry. Instead I found this:
I dreamed sister that you and I climbed, at night, the hill at Balhannah where ghost gums creaked, dark grasses blew, and the hooves of horses sounded in the shadows. Below, father wept in our warm stone house, its electric lights aglow like honey cells…
(from ‘Balhannah’)
The poems are precise and unforced. His poetry is serious (but seldom tonally heavy) and cleanly crafted – even crisp in its linguistic texture, with hardly a word or line that feels unnecessary. The poems in the first section of the book are generally lyric in impulse and style, with the poet and his lover present in poems of intimacy and closeness; but instead of dramatising the self these poems more often project the sensualities of place and experience and as such they provide agency over lyric centre. Many are set across time and place:
I woke in the dripping dawn while my friends still slept. Planted on a canvas chair in the clearing, I watched the after-burn of my dreams play against the horizon. I couldn’t remember your name or the place we lived or what I hoped for or custom or nation or law.
(from ‘Wapengo Lake’)
Continue reading
…………………………..
Ένας ο βίος κι αγύριστος κι όλα του αμετάκλητα
ό,τι είπαμε και πράξαμε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
μα η μνήμη βολοδέρνει όλο στο κακό.
Γιατί ποιος λογαριάζει το καλό ποιος το θυμάται
το ρίχνεις στο γιαλό και χάνεται
μα το κακό πώς να χαθεί που είναι χαμός
με τίποτε δε σβήνει ούτε ξεγίνεται
για πάντα μένει και μας τυραννάει.
Και δε μιλώ για τύψεις.
Αυτές λίγο-πολύ όλους μας βολεύουν
είναι κρυφές οι τύψεις δεν εκτίθενται και
δεν σε εκθέτουν
δε σου στερούν υπόληψη κι αυτοεκτίμηση
μυθοποιούν τα κρίματά σου και τα παρασταίνουν
μέσα σου περίτεχνα
με νέες πάντα ερμηνείες και εκδοχές
και στο άλλοθι του θεατή του εαυτού σου
νιώθεις σιγά -σιγά να γίνεται η συγκίνησή σου
αισθητική
εν τέλει μια ποιητική του ήθους
κι αν σε τρελαίνουν κάποτε σε ξαγοράρη πήγαινε…
Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Αυτή δεν κρύβεται εκτίθεται και σ’ εκθέτει σε
φτυσιές και λιθοβολισμούς
αυτή δεν έχει αντισήκωμα
δεν την καλύπτει τίποτε στο πρόσωπό σου
και στη γυμνή της θέα εξαγριώνονται
όσοι δεν ντρέπονται ή φοβούνται να ντραπούν,
οι ανώδυνοι και ανεπαίσχυντοι κι ειρηνικοί,
και σου χυμούν με λύσσα να σε ξαποστείλουν
σε ανεξιλέωτο θάνατο.
Ντροπή ξέρεις τι είναι κι ένιωσες ποτέ σου;
Ντροπή ν’ ανοίγει να σε καταπιεί η γή
ντροπή που έζησες
στον κόσμο ετούτον.
*”Έως”, Εκδόσεις Νεφέλη.
Είναι γυμνός στο σπίτι, και, σαν το σκύλο,
καταβροχθίζει ότι βρίσκει: σκουπίδια, ωμό κρέας
σε κόκαλα
από νωπά πτώματα˙
αν έχει διάθεση μαζεύεται για να αφοδεύσει
και τα ίχνη του σάλιου του διαχέει
στα χαλιά, στις πολυθρόνες και στα μαξιλάρια
στα οποία οποιαδήποτε ώρα, αργότερα,
θα γείρει για να κοιμηθεί,
χορτασμένος, σε στάση πλαδαρή.
Στο ξύπνημα τους γαυγίζει
σε σκιές που δεν ξέρει
αν γεννήθηκαν από ένα όνειρο ή από το δικό του
μαζεμένο, μεμψίμοιρο κορμί,
ενώ τεντώνεται.
Οσφραίνεται τα δωμάτια,
χτυπάει τη μουσούδα στις γωνίες
πριν ξεράσει
και γρυλίζει
σαν να ήταν ένας σκύλος εγκαταλελειμμένος,
μη ξέροντας πως δεν είχε ποτέ έναν ιδιοκτήτη,
πως ποτέ δεν υπήρξε ζεστασιά κοντά στο κλάμα του
και πως κανείς δεν θα ροκανίσει
τα κουβαριασμένα κόκαλά του.
*Ο Ραφαέλ Χοσέ Ντίαθ (γεν. Σάντα Κρούζ, Τενερίφη, 1971), πτυχιούχος Ισπανικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Λαγκούνα, διετέλεσε Λέκτορας Ισπανικών στα Πανεπιστήμια Τζένα και Λειψίας. Διηύθυνε το περιοδικό «Paradiso». Έχει εκδώσει βιβλία ποίησης, δοκιμίων και διηγημάτων. Έχει βραβευτεί με το Βραβείο Ποίησης Tomás Morales και Pedro García Cabrera. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά. Ο ίδιος έχει μεταφράσει Arthur Schopenhauer, Hermann Broch, Philippe Jaccottet, Gustave Roud, Pierre Klossowski, Jacques Ancet, Fabio Pusterla, Ramón Xirau και William Cliff. Για την ώρα είναι καθηγητής στο I.E.S. Pintor Antonio López στη Μαδρίτη.
**Από την Ανθολογία Σύγχρονης Ισπανικής Ποίησης, σε μετάφραση και επιμέλεια Άτης Σολέρτη, εκδ. Βακχικόν.
Θεωρητικά ο ουρανός θα έπρεπε να είναι έναστρος αυτή τη γλυκιά βραδιά, όμως τα άστρα τα επισκίαζαν τα φώτα τις πόλης, και ο θόρυβος από τα αμάξια δεν σ” άφηνε να γαληνέψεις ούτε αργά την νύχτα. Περπάταγε χαλαρά, παράλληλα με τις γραμμές του τρένου, κοιτώντας εδώ και κει στις γωνίες του δρόμου και σε κανένα καλάθι σκουπιδιών στις κολόνες για τίποτα που να αξίζει τον κόπο, βασικά για κάτι που να τρώγεται. Όχι πως ήταν τελείως νηστικός, κάπως είχε καταφέρει να ξεγελάσει την πείνα του και σήμερα, έστω και με κάτι μισοσάπια φρούτα που βρήκε μετά το τέλος μιας λαϊκής κι ένα μισογεμάτο σακουλάκι πατατάκια στην στάση ενός λεωφορείου. Ανέβηκε στην μικρή πεζογέφυρα για να περάσει απέναντι τις γραμμές, στάθηκε όμως πρώτα λίγο πάνω της και, ακουμπώντας στην κουπαστή, χάζεψε ένα τρένο που έτυχε να περνάει εκείνη την ώρα.
Και αν πήδαγε; Δε θα έχανε και τίποτα. Ένα ακόμα συμβάν στα τόσα, μάλιστα θα τους παίδευε να βρουν την ταυτότητά του. Ποιους άραγε θα καλούσαν στο νεκροτομείο για την αναγνώριση; Ίσως τον πατέρα του, θα είχε τάχα κι εκείνη την ύστατη στιγμή την αποστασιοποίηση που είχε σ” όλη του ζωή; Μπορεί απλά να έλεγε ένα ξερό «Αυτός είναι», φυσικά αν ζούσε ακόμα ο γέρος του. Αλλιώς; Τη Λένα; Ή τη Μαρίνα; Μπα, αποκλείεται, πού θα τις βρίσκανε; Τίποτα άσχετα ξαδέρφια και θείους που σίγουρα θα είχαν ξεχάσει την ίδια του την ύπαρξη. Στην κηδεία όμως; Ναι, εκεί θα ερχόντουσαν όλοι τους… Θ’ ανταμώνανε μετά από πολύ καιρό… Στα μαύρα, σιγά την διαφορά από τις άλλες μέρες! Και θα καπνίζανε, συνέχεια θα καπνίζανε… Θ’ αρπάζανε το φέρετρο μέσα από την εκκλησία, θα πέταγαν μακριά τα στεφάνια, θα το βγάζανε στον περίβολο και θα ερχόντουσαν ο ένας μετά τον άλλο δίπλα του και θα λέγανε ιστορίες… Οι πιο πολλές θα ήταν αστείες, κάποιες θα ήταν συγκινητικές… Το γέλιο και το κλάμα θα εναλλάσσονταν. Θα ψάχνανε μια σημαία να απλώσουν πάνω, αλλά κανένας δεν θα το είχε σκεφτεί, έτσι θα απλώνανε το μπορντό σάλι της Μαρίνας και ξεκινώντας για τον λάκκο θα ψιθύριζαν:
«Ανέμισες για μια στιγμή το μπολερό
και το βαθύ πορτοκαλί σου μεσοφόρι
Αύγουστος ήτανε δεν ήτανε θαρρώ
τότε που φεύγανε μπουλούκια οι σταυροφόροι…»
Continue reading