Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Κοντές ανάσες ΙΙ

v1

Oι γονείς δουλειά.
Τ’ αφήνουν μόνο σπίτι.
Μισεί τη δουλειά.

Τραγούδι παλιό.
Καινούργια η αγάπη.
Κι όμως ταιριάζουν.

Μέρα δεμένος,
μα πετάω με στίχους,
που γράφω νύχτα.

Ποια πεζοδρόμια!!!
Τα κλείνουν τροχοφόρα.
Πού νά ‘βρει φτερά;

Ταξιδεύοντας
στα λαγούμια της μνήμης
τη βλέπει παντού.

Dan Disney reviews the deciBels Series

decibels

These ten tiny tomes from Vagabond Press each speak (squawk, swoon, glitch, muse, lyricise, confess) of how there is something not ticking precisely inside the reality machine. Or perhaps these books shine light onto how we’ve all gone slightly spectral within our anthropocenic phantasmagorias, lost and unmoored in an experiment that’s become dreadfully strange. Some of these books turn exclusively toward the world, others perhaps come from particular critical engagements; each serves to extend conversation both on what poets do, and what poems are for. Collectively, they map the uncanny infrastructures of all-too-human behaviour and the results are bewilderments, unsettlings, detours and dérives across netherworlds to which most of us haven’t a set of keys. There is enough in this first pack of deciBels to generate joy, dissent, close (or distant) reading and, ultimately, celebration – another step by Vagabond Press into the future (wherever that may be), and led by the fleet-footed Pam Brown.

Thing & Unthing by Angela Gardner

Angela Gardner’s elegiac thing-poems act like ‘breathing the phenomenal / world to shadows, to speckle righted // on the retina’; indeed, these texts are tracking devices monitoring a perhaps delirious odyssey:

the day a broken head, the car a ship of fools

*
In this telling
the sky is weighted
we drive south into ochre and bruise
the hills just an outline fading

These lines – are they end-stopped or enjambed, or both? – jerk us through unstable weirdness, with Gardner modulating precisely. So often, these haunting and defamiliarising noirs trigger an immediate wish to re-read:

It is the end of the road.

Just beyond the hotel
the high tide has been obsessively collecting.

It throws up

a headless seal
plastic bottles
a car tire.

The woman behind the bar says

‘this weather will turn to crap later

We make beer rings on formica
and look out the window

Gardner’s explorations of immanence are startling, revelatory, the poet not so much punctuating as puncturing appearances mistaken as realities. So many of these images have an afterlife, returning semi-coherent and artefactual, resonating long after each page is turned. Yes, this is a book of careful engagements interrogating how ‘ideas start to cluster around objects’: the Queen Anne chairs have ‘firmly muscled legs’ and ‘sun shines closest to childhood, now remembered as longest, warmest’, but Thing & Unthing is also an existential meditation. While early in the book, ‘the body is incoherent’, and the poet showcases just how garbled our intimacies can be, in the final poems Gardner shifts her gaze skyward, apprehending the ‘Pull of air (collective sky)’ as if to scan not only the strangeness of a mundane world, but also beyond.
Continue reading

Αλέξης Αντωνόπουλος, Πορσελάνη

maskesab

Ο άντρας με την πορσελάνινη μάσκα ζήλευε.
Ζήλευε εκείνους που ντρέπονται για τις μάσκες τους.
Εκείνους που θέτουν ως στόχο να τις σπάσουν,
να θυμηθούν τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους,
να τα παρουσιάσουν, περήφανοι, στον κόσμο.

Εκείνος ήταν περήφανος για τη μάσκα του. Ήξερε.
Είχε δει το πρόσωπο του˙ βέβαια στην αρχή δεν είχε καταλάβει.
Κατάλαβε όμως σαν άκουσε τους λυγμούς.

Εργάστηκε πολύ καιρό για να φτιάξει την καινούργια μάσκα.

Όλοι φοράνε πορσελάνινες μάσκες σ’ αυτό το βασίλειο.
Η πορσελάνη κρύβει τα χείλια˙ τα χαμόγελα, τους μορφασμούς.
Τα μάτια μπορούν να κοιτάνε ελεύθερα μέσα από τις κόγχες.

Σε μια μοναχική του περιπλάνηση στο δάσος,
καιρό αφού το πρόσωπο και οι λυγμοί είχαν ξεχαστεί,
τον είχε βρει ένας άγνωστος. Ο άγνωστος δεν φορούσε μάσκα.
Ο άγνωστος ήταν Άγιος.
Και το πρόσωπο του Αγίου, αν και άσχημο,
ήταν όμορφο. Τι παράξενη λέξη η ομορφιά.

Ο Άγιος τού είχε μιλήσει. Του είχε απαγγείλει
την ποίηση
που θα χρησιμοποιούσε για να τους πείσει
όλους
να σπάσουν τις μάσκες τους.

Ο άντρας με την πορσελάνινη μάσκα
άκουσε την ποίηση και δάκρυσε απ’ την ποίηση και
σταγόνες χτύπησαν ύπουλα την πορσελάνη.

Κανείς άλλος δεν πρέπει να είχε ακούσει τα λόγια του Αγίου.
Κανείς άλλος δεν θα άκουγε τα λόγια του Αγίου.
Εκείνος δεν θα ξεχνούσε ποτέ τα λόγια του Αγίου.
Μα, ευτυχώς, δεν τα είχε ακούσει μέχρι το τέλος.
Ευτυχώς, δεν είχε ακούσει τους τελευταίους στίχους.

Όλοι φοράνε πορσελάνινες μάσκες σ’ αυτό το βασίλειο.
Είναι όμορφη η πορσελάνη.
Είναι όμορφο να την αγγίζεις.
Όλοι φοράνε πορσελάνινες μάσκες σ’ αυτό το βασίλειο.

Το πτώμα του Αγίου σαπίζει στο δάσος.

Αφού τα λόγια του Αγίου είχαν σβήσει
μ’ εκείνα τα ατιμωτικά αποσιωπητικά,
ο εγκέφαλος του Αγίου, καλού-κακού,
πολτοποιήθηκε βιαστικά με μια πέτρα.

*Για περισσότερα ποιήματα και κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπό του στη διεύθυνση http://www.alexantonopoulos.com

Ούγκο Μουχίκα, Ποιήματα, εκδόσεις Θράκα

unnamed

Εισαγωγή: Γιολάντα Ντελγάδο Μπατίστα

Μετάφραση: Στάθης Ιντζές

Η ποίησή του είναι μια σαφής αποκύρυξη του ίδιου του του εαυτού, ώστε να μεταμορφωθεί σε έκφραση της ζωής, δημιουργώντας έναν οικείο και ανεξάντλητο διάλογο με τον κόσμο.

«Μόνο μια φορά πέφτει κάθε βροχή
και όλες οι σταγόνες της είναι
εκείνη η βροχή»

Είναι ακριβώς αυτή η απρόσκλητη προσφορά, αυτή η απογύμνωση, που κάνει τον Ούγκο Μουχίκα έναν ανένταχτο συγγραφέα και μακάρι να είναι έτσι για πάντα.

Να μιλάτε, κύριοι!

I Christina's avatarΤα χρώματα της σκέψης

Να μιλάτε, κύριοι. Να μιλάτε.
Σάμπως τι σας ζητάνε;
Κι αν δεν ακούσουν μια φορά, εσείς πιο δυνατά να μιλάτε.
Κι αν κάτι σας πονάει και σας τρώει τα σωθικά, εσείς να μιλάτε.
Κι αν για κάτι κουβέντα δεν τολμάει να βγει, εσείς πάλι να μιλάτε.

Μη με παρεξηγείτε, κύριοι. Εγώ ξέρω. Ξέρω καλά.
Σας μεταφέρω μόνο λόγια τους, όσων δεν ξέρουν να ακούν.
Τον ξεπεσμό τους ζητούν να γιατρέψετε με ξεπεσμό δικό σας.
Να μιλάτε. Όσο γίνεται πιο πολύ να μιλάτε.
Κι αν δεν γίνεται, πάλι εσείς να μιλάτε.
Σε φίλους, γνωστούς, αγνώστους, γονείς. Σ’ όσους βρείτε.
Σε όσους νοιάζονται και σ’ όσους νοιάζονται τάχα.
Να μιλάτε μέχρι να μην έχετε τι άλλο να πείτε.
Γιατί δεν βλέπουν, κύριοι. Γι’ αυτό εσείς να μιλάτε.

Τη φωνή σας να τους δίνετε. Να ξεχρεώνουν λίγο λίγο.
Τη φωνή σας, κύριοι, γιατί η φωνή των πεθαμένων τους βαραίνει.

Ας μείνει μεταξύ μας.

View original post 46 more words

Philip Lamantia, Υπάρχουν πολλά μονοπάτια προς τον κήπο

51NqY0VO9pL._SY344_BO1,204,203,200_

Εάν βρίσκεσαι στον δρόμο για το άδειο δαμάσκηνο
του ήλιου
δεν χρειάζεται να κοροϊδεύεις την γλώσσα που έχει
χρώμα κρασιού
αλλά εάν οδεύεις προς έναν θυμό της δεκάρας
πάνω από τον κέρινο ωκεανό ενός λιμενεργάτη
τότε, θυμήσου: όλες οι μακριές πυτζάμες είναι
παγωμένη σκόνη
εκτός εάν ένα τσεκούρι κόψει την φλέγόμενη
τεχνητή μου σπηλιά.

Είσαι ό,τι πρέπει για τις αποικιακές σαύρες
και πάνω από τα λουτρά του αφτιού σου
κρανία θα ψιθυρίσουν
για μια αγάπη για το βίαιο μαστίγιο ενός κάβουρα
και το δίχως άκρες νησί της απόρριψης θα πάρει θέση
δίπλα στο πτώμα ενός σκύλου
που προλαβαίνει πάντα έναν κυκλώνα
στην τρελή διαδρομή για το γάντι
πυγμαχίας του Απόλλωνα.

Καθώς τα δάχτυλά σου έλειωναν μια έρημο
έγινε μια προσπάθεια να παντρευτεί ο κρινοσυκοπόδαρος δράκος
γοργόνες τριγυρίζουν και παίζουν με έναν ζωντανό σταυρό
ένα παιδί επινοεί έναν υπέροχο κουβά με μάτια
κι εγώ απελευθερώνω την ανατολή των επιθυμιών σου.

Ο πάταγος της καρδιάς σου
που χτυπά καθώς προχωρά μέσα από έναν πυρετό ψαριών
ακούστηκε σε κάθε πλήθος εκείνης της διψασμένης αυριανής ημέρας
και το ταξίδι σου τελειώνει στο χορόδραμα των
φωτισμένων με κεριά μαλλιών μου.

*Από τη συλλογή “Touch of the Marvelous” (“Άγγιγμα του Θαυμαστού”), 1966. Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος. Τα πήραμε από το περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 1, Σεπτέμβρης 2006 (σελ. 31-32).

Μάκης Τσελέντης, η ακτή…

mckay-01

η ακτή επανέρχεται στη σκέψη μου. δεν ξέρω αν είναι ως σύνορο ή ως έμφυλη
πραγματικότητα. τα πράγματα ανασυντίθενται, αναμοχλεύονται.

από το δρόμο θόρυβοι

φορές φορές

είναι βροχή η σκόνη

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Κηρύκειον στο http://kirikion.blogspot.com

Stavronia Chris, Νόθα παιδιά του τίποτα

1243503371

Στη χώρα της άπνοιας και του ύπνου
Είμαστε κληροδοτήματα ανέμου
Φυλάμε επαναστάσεις και βιβλία
Από τη belle epoque του πνεύματος
Τότε που η αντίσταση ήταν τόπος
Όταν τα μάτια σέβονταν τις λέξεις
Κι οι εικόνες δε σκούριαζαν στο νου
Χάθηκαν οι παμπάλαιοι ήχοι
Σε θρυμματισμένες ακροάσεις
Και άηχες ψηφιακές συνάψεις
Ενδιάμεσα παρέλαση ωχρών ποδιών
Όσο ψηλότερα τόσο χειρότερα
Όποιοι σαλιώνουν το φιτίλι της μνήμης
Χωρίς φλόγα καίγονται εύκολα
Είναι θέμα προτίμησης ή αποτίμησης
Όλα τ’ άλλα νόθα παιδιά του τίποτα S.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο Αποδράσεις του Νου στο http://apodraseistounou.blogspot.com.au/2015/03/blog-post_14.html

Γεωργία Τρούλη, Τέρατος-γένεση 2

%CF%85%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%88%CE%AF%CE%B1+RUDIRUTH

Στην αρχή και στο τέλος του έρωτα
Ερωτεύεσαι με τον ίδιο τρόπο
Με ίδια αυταρέσκεια
Στη αρχή για το άγνωστο
Στο τέλος για το οικείο που απομακρύνει
Στη διάρκεια για το παραλήρημα
Με τον ίδιο ορμητικό στοχασμό μπαίνεις
Την ίδια γοητεία για την γοητεία
Την ίδια γοητεία για το ξεφλούδισμά της
Έτσι με πληρότητα για το συγγενές και το ανόμοιο
Φεύγεις
Με ένα κενό να χάσκει σαν γέλωτας σατυρικός
Που δείχνει τα δόντια
Μετρημένα φιλιά του χρόνου
Που υπήρξαμε και δεν υπήρξε
Ένοχοι της ηδονής της αυταπάτης
Για διάρκεια

Γιώργος Γκανέλης, Δίλημμα

images

Να φύγω, δε θα το ‘λεγα
να μείνω – αλλά πού;
Οι απουσίες τεντώνουν τα νεύρα
φλέβες ρουφάνε τον ύπνο
κι η ανάμνηση ένα τασάκι στάχτη.
Η επανάσταση σε απεργία διαρκείας
ψέματα πολλά, χρώματα λίγα
χιλιόμετρα η εγκατάλειψη.

Σήμερα ξύπνησα νωρίς
φόρεσα ένα γυάλινο κεφάλι χωρίς σκέψεις
και πλύθηκα με νερό καθαρό.
Ύστερα έπιασα τον ήλιο απ’ το σβέρκο
παρήγγειλα ωραίες ανάσες
περπάτησα σε άσπρα χώματα.
Κατά το απόγευμα άρχισα να κρυώνω.
Τα μάτια μου δεν είχαν ορατότητα
τα αυτιά μου άκουγαν μόνο κλάματα
τα χέρια μου άγγιζαν την επανάληψη.
Με βρήκε το βράδυ στην πολυθρόνα
να σχεδιάζω την αυριανή μέρα:
να φύγω, μάλλον δύσκολο
να μείνω – στο ίδιο μέρος;

Η γη είναι ο τόπος σου κι εσύ ο ομφαλός της.

*Από τη συλλογή “Χρεοκοπία ιδεών”.