Τρέχουν τ’ ανήσυχα μάτια
πυρακτωμένα
πίσω απ’ την καταχανιασμένη
σκιά του ποιητή.
Η πόλη έρημη θλιβή και παγερή
κάποτε αγγίζω τ’ όνειρο
με χέρια τρυπημένα.
*Από τη συλλογή “Ο φόβος, οι ηδονές κι ο πόνος των ανθρώπων”, Ζάκυνθος 1997
Rochford Street Revew Rochford Street Review is an on-line journal reviewing new Australian and international writing and culture – with an emphasis on poetry, prose/fiction, small press publications, independant visual arts, film and drama/performance.(http://rochfordstreetreview.com/).
Rochford Street Review is looking for help! Actually we are looking for a host of different people to help the Review continue and expand. Up to now Rochford Street Review has basically been a one person show – but it is getting to point now where I have to look at bringing people in the help with the day to day running of the journal or to review it’s future.
I believe the Review has a bright future. In Issue 13 we have introduced the concept of a feature artist with Shelia E Murphy providing both the cover image for the issue along with a series of artwork through out the issue – the final piece will appear later this week. From issue 14 I want to expand this to include an ongoing dialogue with the artist over the three months of each issue. This may take the form of a series of interviews, artists statements and articles, together with a selection of work by the artist. I also want to mirror this with a feature writer who will provide a series of pieces throughout the issue accompanied by a similar level of critical engagement.
Continue reading
Ισιώνω ένα κλωνάρι
Που έσπασε. Τα φύλλα
Είναι βαριά από νερό κι από ίσκιο
Καθώς ο ουρανός αυτός, προτού
Να φέξει η μέρα. Ω γη,
Ξεκούρδιστα σημάδια, δρόμοι διάσπαρτοι,
Αλλά ομορφιά, ομορφιά απόλυτη,
Ποταμική ομορφιά,
Ας συνεχίσει να υπάρχει αυτός ο κόσμος,
Παρά τον θάνατο!
Στην αγκαλιά του κλώνου γραπωμένη
Η φαιά ελιά.
*Απόδοση: Thalassa Mystica
These ten tiny tomes from Vagabond Press each speak (squawk, swoon, glitch, muse, lyricise, confess) of how there is something not ticking precisely inside the reality machine. Or perhaps these books shine light onto how we’ve all gone slightly spectral within our anthropocenic phantasmagorias, lost and unmoored in an experiment that’s become dreadfully strange. Some of these books turn exclusively toward the world, others perhaps come from particular critical engagements; each serves to extend conversation both on what poets do, and what poems are for. Collectively, they map the uncanny infrastructures of all-too-human behaviour and the results are bewilderments, unsettlings, detours and dérives across netherworlds to which most of us haven’t a set of keys. There is enough in this first pack of deciBels to generate joy, dissent, close (or distant) reading and, ultimately, celebration – another step by Vagabond Press into the future (wherever that may be), and led by the fleet-footed Pam Brown.
Thing & Unthing by Angela Gardner
Angela Gardner’s elegiac thing-poems act like ‘breathing the phenomenal / world to shadows, to speckle righted // on the retina’; indeed, these texts are tracking devices monitoring a perhaps delirious odyssey:
the day a broken head, the car a ship of fools
*
In this telling
the sky is weighted
we drive south into ochre and bruise
the hills just an outline fading
These lines – are they end-stopped or enjambed, or both? – jerk us through unstable weirdness, with Gardner modulating precisely. So often, these haunting and defamiliarising noirs trigger an immediate wish to re-read:
It is the end of the road.
Just beyond the hotel
the high tide has been obsessively collecting.
It throws up
a headless seal
plastic bottles
a car tire.
The woman behind the bar says
‘this weather will turn to crap later
We make beer rings on formica
and look out the window
Gardner’s explorations of immanence are startling, revelatory, the poet not so much punctuating as puncturing appearances mistaken as realities. So many of these images have an afterlife, returning semi-coherent and artefactual, resonating long after each page is turned. Yes, this is a book of careful engagements interrogating how ‘ideas start to cluster around objects’: the Queen Anne chairs have ‘firmly muscled legs’ and ‘sun shines closest to childhood, now remembered as longest, warmest’, but Thing & Unthing is also an existential meditation. While early in the book, ‘the body is incoherent’, and the poet showcases just how garbled our intimacies can be, in the final poems Gardner shifts her gaze skyward, apprehending the ‘Pull of air (collective sky)’ as if to scan not only the strangeness of a mundane world, but also beyond.
Continue reading
Ο άντρας με την πορσελάνινη μάσκα ζήλευε.
Ζήλευε εκείνους που ντρέπονται για τις μάσκες τους.
Εκείνους που θέτουν ως στόχο να τις σπάσουν,
να θυμηθούν τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους,
να τα παρουσιάσουν, περήφανοι, στον κόσμο.
Εκείνος ήταν περήφανος για τη μάσκα του. Ήξερε.
Είχε δει το πρόσωπο του˙ βέβαια στην αρχή δεν είχε καταλάβει.
Κατάλαβε όμως σαν άκουσε τους λυγμούς.
Εργάστηκε πολύ καιρό για να φτιάξει την καινούργια μάσκα.
Όλοι φοράνε πορσελάνινες μάσκες σ’ αυτό το βασίλειο.
Η πορσελάνη κρύβει τα χείλια˙ τα χαμόγελα, τους μορφασμούς.
Τα μάτια μπορούν να κοιτάνε ελεύθερα μέσα από τις κόγχες.
Σε μια μοναχική του περιπλάνηση στο δάσος,
καιρό αφού το πρόσωπο και οι λυγμοί είχαν ξεχαστεί,
τον είχε βρει ένας άγνωστος. Ο άγνωστος δεν φορούσε μάσκα.
Ο άγνωστος ήταν Άγιος.
Και το πρόσωπο του Αγίου, αν και άσχημο,
ήταν όμορφο. Τι παράξενη λέξη η ομορφιά.
Ο Άγιος τού είχε μιλήσει. Του είχε απαγγείλει
την ποίηση
που θα χρησιμοποιούσε για να τους πείσει
όλους
να σπάσουν τις μάσκες τους.
Ο άντρας με την πορσελάνινη μάσκα
άκουσε την ποίηση και δάκρυσε απ’ την ποίηση και
σταγόνες χτύπησαν ύπουλα την πορσελάνη.
Κανείς άλλος δεν πρέπει να είχε ακούσει τα λόγια του Αγίου.
Κανείς άλλος δεν θα άκουγε τα λόγια του Αγίου.
Εκείνος δεν θα ξεχνούσε ποτέ τα λόγια του Αγίου.
Μα, ευτυχώς, δεν τα είχε ακούσει μέχρι το τέλος.
Ευτυχώς, δεν είχε ακούσει τους τελευταίους στίχους.
Όλοι φοράνε πορσελάνινες μάσκες σ’ αυτό το βασίλειο.
Είναι όμορφη η πορσελάνη.
Είναι όμορφο να την αγγίζεις.
Όλοι φοράνε πορσελάνινες μάσκες σ’ αυτό το βασίλειο.
Το πτώμα του Αγίου σαπίζει στο δάσος.
Αφού τα λόγια του Αγίου είχαν σβήσει
μ’ εκείνα τα ατιμωτικά αποσιωπητικά,
ο εγκέφαλος του Αγίου, καλού-κακού,
πολτοποιήθηκε βιαστικά με μια πέτρα.
*Για περισσότερα ποιήματα και κείμενα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε τον ιστότοπό του στη διεύθυνση http://www.alexantonopoulos.com
Εισαγωγή: Γιολάντα Ντελγάδο Μπατίστα
Μετάφραση: Στάθης Ιντζές
Η ποίησή του είναι μια σαφής αποκύρυξη του ίδιου του του εαυτού, ώστε να μεταμορφωθεί σε έκφραση της ζωής, δημιουργώντας έναν οικείο και ανεξάντλητο διάλογο με τον κόσμο.
«Μόνο μια φορά πέφτει κάθε βροχή
και όλες οι σταγόνες της είναι
εκείνη η βροχή»
Είναι ακριβώς αυτή η απρόσκλητη προσφορά, αυτή η απογύμνωση, που κάνει τον Ούγκο Μουχίκα έναν ανένταχτο συγγραφέα και μακάρι να είναι έτσι για πάντα.
Να μιλάτε, κύριοι. Να μιλάτε.
Σάμπως τι σας ζητάνε;
Κι αν δεν ακούσουν μια φορά, εσείς πιο δυνατά να μιλάτε.
Κι αν κάτι σας πονάει και σας τρώει τα σωθικά, εσείς να μιλάτε.
Κι αν για κάτι κουβέντα δεν τολμάει να βγει, εσείς πάλι να μιλάτε.
Μη με παρεξηγείτε, κύριοι. Εγώ ξέρω. Ξέρω καλά.
Σας μεταφέρω μόνο λόγια τους, όσων δεν ξέρουν να ακούν.
Τον ξεπεσμό τους ζητούν να γιατρέψετε με ξεπεσμό δικό σας.
Να μιλάτε. Όσο γίνεται πιο πολύ να μιλάτε.
Κι αν δεν γίνεται, πάλι εσείς να μιλάτε.
Σε φίλους, γνωστούς, αγνώστους, γονείς. Σ’ όσους βρείτε.
Σε όσους νοιάζονται και σ’ όσους νοιάζονται τάχα.
Να μιλάτε μέχρι να μην έχετε τι άλλο να πείτε.
Γιατί δεν βλέπουν, κύριοι. Γι’ αυτό εσείς να μιλάτε.
Τη φωνή σας να τους δίνετε. Να ξεχρεώνουν λίγο λίγο.
Τη φωνή σας, κύριοι, γιατί η φωνή των πεθαμένων τους βαραίνει.
Ας μείνει μεταξύ μας.
View original post 46 more words
Εάν βρίσκεσαι στον δρόμο για το άδειο δαμάσκηνο
του ήλιου
δεν χρειάζεται να κοροϊδεύεις την γλώσσα που έχει
χρώμα κρασιού
αλλά εάν οδεύεις προς έναν θυμό της δεκάρας
πάνω από τον κέρινο ωκεανό ενός λιμενεργάτη
τότε, θυμήσου: όλες οι μακριές πυτζάμες είναι
παγωμένη σκόνη
εκτός εάν ένα τσεκούρι κόψει την φλέγόμενη
τεχνητή μου σπηλιά.
Είσαι ό,τι πρέπει για τις αποικιακές σαύρες
και πάνω από τα λουτρά του αφτιού σου
κρανία θα ψιθυρίσουν
για μια αγάπη για το βίαιο μαστίγιο ενός κάβουρα
και το δίχως άκρες νησί της απόρριψης θα πάρει θέση
δίπλα στο πτώμα ενός σκύλου
που προλαβαίνει πάντα έναν κυκλώνα
στην τρελή διαδρομή για το γάντι
πυγμαχίας του Απόλλωνα.
Καθώς τα δάχτυλά σου έλειωναν μια έρημο
έγινε μια προσπάθεια να παντρευτεί ο κρινοσυκοπόδαρος δράκος
γοργόνες τριγυρίζουν και παίζουν με έναν ζωντανό σταυρό
ένα παιδί επινοεί έναν υπέροχο κουβά με μάτια
κι εγώ απελευθερώνω την ανατολή των επιθυμιών σου.
Ο πάταγος της καρδιάς σου
που χτυπά καθώς προχωρά μέσα από έναν πυρετό ψαριών
ακούστηκε σε κάθε πλήθος εκείνης της διψασμένης αυριανής ημέρας
και το ταξίδι σου τελειώνει στο χορόδραμα των
φωτισμένων με κεριά μαλλιών μου.
*Από τη συλλογή “Touch of the Marvelous” (“Άγγιγμα του Θαυμαστού”), 1966. Μετάφραση: Σωτήρης Λιόντος. Τα πήραμε από το περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 1, Σεπτέμβρης 2006 (σελ. 31-32).