Ιωάννα Σκαντζέλη, Αναπολώ το χρυσό των αγρών

10386290_865893770113477_6089823644716945746_n

Αναπολώ το χρυσό των αγρών

Και το πράσινο της χαράς

Tη μυρωδιά μου

Το αλάτι των βράχων

Τρέφομαι με τα γδαρμένα μου γόνατα

Τη λάσπη των πύργων μου

Ανάμεσα σε γκρίζες φιγούρες

Παρατημένες μουτζούρες

Και λέξεις ακατανόητες

Το αίμα

Αρνείται να κυλήσει

Να ταΐσει τις φλέβες μου

Με κρυώνουν τ’ απολιθωμένα χνώτα

άρρωστων σκιών 

φωλιές στεγνές

και θραύσματα ανακατεμένα με κελύφη

Ακαμψία

Ξεγελάστηκα κι εκτινάχθηκα στο φως

Κι εκτέθηκα στο σκοτάδι του ανονείρευτου

*Από το “Χαμένο Σώμα”, ανέκδοτο.

“Fast food & κέρματα” του Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου

fast+food

Ο Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος είναι ένας από τους ποιητές της περιώνυμης «γενιάς του ‘70», ίσως όχι τόσο γνωστός όσο άλλοι, με μεγάλη όμως ποιητική παραγωγή και ποιοτικό έργο. Το ότι δεν έγινε ευρύτερα γνωστός ίσως οφείλεται στην επιμονή του να παρουσιάζει συλλογές που τις χαρακτήριζε η ανομοιογένεια, αφού περιλάμβαναν ποιήματα σε ελεύθερο στίχο και με ρίμα, δεκαπεντασύλλαβα ή χαϊκού και ό,τι άλλο είχε δουλέψει στο μεσοδιάστημα ανάμεσα σε δύο εκδόσεις, με έναν τρόπο που έδινε την εντύπωση του συνονθυλεύματος ή «ατάκτως ερριμμένου». Αυτή την εντύπωση, τουλάχιστον, σχημάτιζε ο αναγνώστης που παρακολουθεί το έργο του – και δεν το λέω μόνο εγώ, είναι διαπίστωση π.χ. και του Στάθη Γ. Αρμενιακού στο μελέτημά του «Ο ποιητής Αντώνης Παπαδόπουλος» (εκδ. Έκφραση, Λέρος, 1995).

Με ευχαρίστηση λοιπόν πήρα στα χέρια μου το τελευταίο έργο του κ. Αντώνη Παπαδόπουλου, Fast food & κέρματα, που περιλαμβάνει αποκλειστικά χαϊκού – το χαϊκού είναι μια περιοριστική φόρμα για πολλούς λόγους, αλλά έστω! Η συνέπεια και η ομοιογένεια της τυπολογίας έδωσε επιτέλους στον αναγνώστη την αίσθηση της ασφάλειας που του είναι απαραίτητη για να μπορέσει να αρχίσει να απολαμβάνει το ποιητικό έργο στην ουσία του. Και έτσι, παρότι συνήθως αποφεύγουμε στο στίγμαΛόγου να ασχολούμαστε με συλλογές που περιλαμβάνουν μόνο χαϊκού, αποφάσισα να γράψω σχετικά.

Ο Αντώνης Παπαδόπουλος είναι ένας ποιητής έντιμος. Το έχει αποδείξει αυτό σε όλες του τις συλλογές. Γράφει τίμια, δεν θέλει να μας ξεγελάσει, να μας τάξει και μετά να μας μπερδέψει. Ίσα-ίσα, για να μη μείνει καμία αμφιβολία, γράφει με έναν τρόπο που αντιστέκεται στον ακαδημαϊσμό, τον ελιτισμό και τις λυρικές φιοριτούρες. Όχι ότι η ποίησή του δεν έχει λυρισμό. Έχει, αλλά είναι όσος πρέπει, δεν ξεφεύγει και δεν γίνεται δακρύβρεχτος συναισθηματισμός. Ο στίχος του είναι απέριττος, ισορροπημένος, κι ας είναι γεμάτος ψυχικές εξάρσεις, πάθος και πόθο. Πρόκειται για μια ποίηση απλή.

Το θέμα με την απλή ποίηση είναι ότι μπορεί να γίνει δίκοπο μαχαίρι. Θα υπάρξουν κάποιοι που θα την πουν μαγική, θα υπάρξουν και άλλοι που θα πουν ότι παίζει φθηνά παιχνίδια. Δεν έχει μεγαλείο, της λείπει το υψηλό, όμως ταυτόχρονα της λείπουν ο κομπασμός και η ξιπασιά. Για μένα η μεγαλοστομία δεν είναι από τις προϋποθέσεις της καλής ποίησης. Και όποιος επιζητεί το υψηλό μπορεί να πάρει την Αγία Γραφή να διαβάσει. Εμένα μου αρκούν ποιήματα όπως αυτά:

IV

Ας ταξιδέψω.
Γι’ αποσκευές αρκούνε
οι λίγοι στίχοι.

V

Έρχονται… Φεύγουν…
Ο σταθμός ερημώνει.
Έρημος κι εσύ.

ΧΧ

Να γράψει στίχους
στο χαρτί ήθελε. Μα
αυτοί πετούσαν.

XLII

Βγήκα στη βροχή,
μα η φωτιά μέσα μου
άσβεστη μένει.

XLV

Ξέσκεπο κορμί
κολυμπά μες στο όνειρο
κι όμως ιδρώνει.

Αυτά από την πρώτη ενότητα, “Fast food”. Η δεύτερη ενότητα “Κέρματα” φέρει την αφιέρωση «Στην αλησμόνητη Μάρα μου» και προφανώς περιλαμβάνει χαϊκού γραμμένα με αφορμή την απώλεια της συντρόφου. Ωστόσο κάποια χαϊκού της πρώτης ενότητας θα μπορούσαν να είχαν ενταχθεί στη δεύτερη και το αντίστροφο, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο τη συνέπεια της συλλογής. Μερικά χαϊκού από τη δεύτερη ενότητα:

Κοίταζε τόσα
μπροστά του. Τώρα βλέπει
κυπαρίσσια πια.

Καλοκαιράκι,
μα εσύ ακίνητη
και παγωμένη.

Πάνω του λάμπει
ο ουρανός. Μέσα του
σκοτάδι βαθύ.

Δύει ο ήλιος.
Αρχίζει η αγρύπνια
της μοναξιάς μου.

Ψέματα λέω
πως έφυγες. Ακόμα
σε βλέπω παντού.

Η μοναξιά της ύπαρξης, η αναμέτρηση με το μοιραίο και το αναπάντεχο, το στοίχημα του έρωτα, η απόρριψη ή η αποδοχή του παραμένουν τα βασικά θέματα που απασχολούν αυτόν τον ευαίσθητο και τρυφερό ποιητή, όπως και σε προηγούμενες συλλογές του. Χαίρομαι όμως πραγματικά που σε αυτήν εδώ βρήκε έναν ενιαίο, συνεπές τρόπο διαπραγμάτευσής τους και εύχομαι να συνεχίσει έτσι.

Χριστίνα Λιναρδάκη

*Αναδημοσίευση από το ιστολόγιο Στίγμα Λόγου στο http://stigmalogou.blogspot.com.au/2015/06/fast-food.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed:+blogspot/JkQng+(στίγμαΛόγου)

Νίκος Καρούζος, Γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα

11241622_10206309586272315_4772144358841025942_n

Μαύρη εκδίκηση … (κορνάρισμα στο γάμο του Καραγκιόζη).
Πενθήμονας αναπνέω πάλι καπνίζοντας.
Θα ‘λεγα όμως το σκοτάδι μεγάλο προνόμιο -: τη νύχτα
είν’ όλα ανοιχτά τα ερωτήματα.
Στην αλήθεια δεν υπάρχει ωράριο, δεν κατεβάζει
τα ρολά της,
δεν κλείνει τις Κυριακές ή τα Χριστούγεννα.
Χτες το θυμήθηκα πως οι λέξεις τα μαύρα μας αγγελούδια
(οι αμέτοχες στον έρωτα ιερόδουλες) λικνίζονται
σαν ασέβειες πάντοτε.
Γοερότητα μέσα μου της ανέπαφης σιγής και το στόμα μου
αγαλλόμενο βάραθρο που συντρίβομαι
πάνω σε στίχους αρμαθιές (τα νεφρά μου στο απόλυτο).
Θα ‘θελα δίχως φωνήεντα τους βραδιάτικους καημούς
να ρημάξω
τα χιλιόχρονα βάσανα. Ω βραχύβια
μύρα του έαρος εσείς των λέξεων όλων ακατάδεχτα …
Τι είν’ η τόση λογική; δεν είναι μια πετυχημένη
παραφροσύνη;
Στο κάθε πυροτέχνημα η νύχτα, νύχτα ξαναμένει
χαρίζοντας στα χέρια μου σπαραχτικό τσεκούρι της αγάπης
τα όνειρα : ξερόκλαδα στην ερημιά κ’ η θάλασσα
το άσυλο του τίποτα, σκυλί με μπλάβο αίσθημα
κουρελιασμένο.
Έχω καρδούλα νηστικιά βλογιοκομμένη ελπίδα
(πότε το ‘λεγα;)
σήμερα δεν το βρίσκω στην αθώα της μνήμης μου
βαρβαρότητα.
Μα όμως να την η γυναίκα η κατάφυτη
η λαμπισμένη από σπίθες στα παράκρημνα του έρωτα
οπού της άρεσε να βουλιάζει παντέρημη κι αμάχητη
σε κυματώδη νυχτικά σαν αερόστατα ουρλιάζοντας
«κάνε με δίχως γυρισμό στην κόλαση να φτερουγίσω».
Τ’ ακούω (κλαίει λυπηρά) το χαροπούλι
μα έχει στο θεό σας εντολοδόχους ο θάνατος;
Εμένα είναι το μυαλό μου γιαπωνέζικο.

*Ευχαριστίες στον ποιητή Βαγγέλη Ρουσσάκη, που έφερε το ποίημα αυτό στην επιφάνεια.

Μανώλης Μεσσήνης, Εδώ θα σταθώ

11701025_10206842120162492_8870059111981156984_n

Λιγόστεψε το φως,
χαμήλωσε ο ουρανός το πρόσωπό του,
κρεμάστηκε το φεγγάρι μεσίστιο
στον ιστό των ματιών μου
Στο στήθος μου κατοικεί ένα πουλί,
αλαφιασμένο, χωρίς φτερά και κράζει
Μοιάζω του Σίσυφου,
φορτωμένος μια πέτρα
να τη στηρίξω προσπαθώ στην κορυφή,
μα όλο κατρακυλά
Εδώ θα σταθώ,
σε τούτη την πέτρα,
στην πέτρα που με γέννησε
Αγωνιώντας για του ανθρώπου τις ρωγμές,
λουσμένος ιδρώτα, φορτωμένος μνήμες
Σηκώνοντας το βάρος της νυκτός
Εξουσιάζοντας τη θέληση κι ανάβοντας φωτιές
Εδώ θα σταθώ,
με το αγκάθι στο στήθος μου σφηνωμένο,
άγρυπνος μες στο σκότος που με περιβάλλει,
γυμνός από λάμψη – σαν φλόγα ασχημάτιστη,
όρθιος πάνω στον σταυρό,
καταρρίπτοντας με όνειρα τους εφιάλτες
Κι αν μέρα τη μέρα βαδίζω
σε λιμνασμένα νερά
και δρόμους φλογισμένους
Κι αν καίω το βλέμμα μου
σε αδιάβατες κορφές
Εδώ θα σταθώ,
ανάβοντας φωτιές σε πλατείες,
κτυπώντας καμπάνες
για να ξυπνήσουν του κόσμου οι γειτονιές Εδώ θα σταθώ,
μαστιγώνοντας τον φόβο
έξω απ’τις κατοικίες της σιωπής,
με τα μάτια στραμμένα στα βέλη που με σημαδεύουν
Εδώ θα σταθώ,
στην πέτρα που με γέννησε

*Το ποίημα του Μανώλη Μεσσήνη και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα του ιδίου στο facebook.

Ειρηναίος Μαράκης, Τρία ποιήματα για ένα δημοψήφισμα

19171

Δημοψήφισμα

τα ηχεία στο τέρμα
τρίζουν τα τζάμια
θέλω να κοιμηθώ και δεν μπορώ
έξω από την πόρτα μου
γλέντι τρανό έστησαν
οι δημαγωγοί κι οι συκοφάντες
στη σχάρα ψήνουν τη ζωή μου
κι ύστερα σαν έδεσμα εκλεκτό
με χαμόγελο την προσφέρουν
κρασί πίνουν, μεθούν
απόψε μένουμε Ευρώπη
κλείνω τα μάτια, αλλάζω σταθμό
πιάνω τη Φραγκοσυριανή
κι οι συκοφάντες χάνονται
γυρίζω το βλέμμα, κάπου μακριά
ξεκίνησε να βρέχει

***

Κόκκινη νύχτα

απόψε θα μείνουμε γυμνοί
σε παλιό καθρέφτη μπροστά
κόκκινο το δειλινό
η νύχτα κόκκινη
στο πάτωμα μια γαλάζια σημαία
βρώμικη, κουρελιασμένη
ίδια με το φόρεμα που κάποτε
σ’ ένα ταξίδι σου χάρισα
σαν μια πατρίδα αγορασμένη
σε φθινοπωρινές εκπτώσεις
τα χέρια τρέμουν όπως σ’ αγγίζουν
γελάς, παλιά ταινία στην τηλεόραση
συνοδεύει τη νύχτα μας
όσο κι αν οι άλλοι θα μένουν στην Ευρώπη
άλλο τόσο εμείς θα αγαπιόμαστε
μέχρι το τέλος του κόσμου
μέχρι το τέλος του χρόνου

***

Το μεγάλο Ναι και το μεγάλο Όχι

αυτό το χώμα είναι δικό μας
όσο κι αν κοστίζει
σε ευρώ, γρόσια ή δραχμές
όπως πάντα φτωχοί θα ξυπνήσουμε
κι ας πλούσιοι κοιμηθήκαμε
με όνειρα τρελά κι απατηλές επιθυμίες
Δευτέρα, στα ΑΤΜ η Ελλάδα αναστενάζει
που πας; θα σου θυμίσω εγώ που μ’ είδες
σε απεργιακή πορεία ήταν, καλοκαίρι στην Αθήνα
τις μέρες που ερχόσουν σε σύγκρουση
με το κεφάλαιο και τις δυνάμεις καταστολής
έλα, η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα
το μεγάλο ναι η το μεγάλο όχι να επιλέξεις
αυτό που θα κρίνει τη ζωή σου

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Δελτίο καιρού

deltio

Τα κύματα στα γόνατα,
στο χέρι η ομπρέλα
κι η βάρκα μόνη στη στεριά,
ναυαγοί τόσοι λυγμοί
αγγίζουν την ανάσα
με άνισες θυσίες,
απρόσεκτα γέλια στα σύννεφα
ξεχνάνε σκαλοπάτια
και σβήνουν στο υπόγειο
(ποιος ξέρει αν θα βρέξει;)
δεν επιστρέφουν αλώβητες
πρωί οι προσδοκίες,
σαν γέρασαν απρόσμενα
χώμα, νερό και πέτρες
(ποιος στ’ όνειρο θ’ αντέξει;)

*Από το http://greekpoetics.blogspot.com.au/2015/07/blog-post.html

Δημήτρης Τρωαδίτης, ψηλαφώ…

Σχέδιο: Tadeusz Kantor (1915-1990)

Σχέδιο: Tadeusz Kantor (1915-1990)

ψηλαφώ
στα απομεινάρια
των πρωινών εκτελέσεων

ρωγμές παντού
στις κεντρικές αρτηρίες

το σούρσιμο των σφυριών
καθώς καρφώνουν
τις τελευταίες ρινίδες
ψυχών

τρίζουν
οι τελευταίες σκηνές
των τιποτένιων ψηφιδωτών

Ασημίνα Ξηρογιάννη, η γραφή

11707667_10153383096069618_1433041959073684687_n

Aποκηρύττεις τις πράξεις σου,
έφτασε η εποχή του απολογισμού.
Ναι,ηττήθηκες,παραδέξου το.
Κοιτάς πίσω και βλέπεις θρύψαλα.
Κοιτάς μπροστά και βλέπεις ρωγμές.
Το μέλλον έρχεται κι αυτό θλιμμένο.
Κι έχεις πια τη γνώση ότι μόνο μια πράξη
δεν θα σε προδώσει ποτέ: η γραφή.