Στρατής Φάβρος, ΟΧΙ Λοιπόν

11027929_10153359930402348_2469366673020705897_n

Αλίμονο οδηγείστε ευγενείς και πράοι στην αγαθή νύχτα *

Το μυστήριο της ζωής αποκαλύφθηκε, Η τρυφή σας εκθήλυνε,

όχι πως ήταν κακό να είσαι, να είμαι θηλυκό

Είναι που κουβαλάς μέσα σου πιότερο την αγάπη

Για την ειρήνη για το παιδί για το σπιτικό

Τη μικρή ανάσα μιαν ελπίδα για την αύριο

Είναι που μοιάζει η ειρήνη εντελώς αγαθή, η πόρνη

Που όλα τα δέχεστε για να μην ζήσετε πόλεμο

Τυφλά μάτια μετεωρίτες που φλέγονταν *

Ήπιατε Ήπιατε, κόκκινο διαμελισμένο θάνατο

Δεχτήκατε πλήγματα ανόσια

Κι η σιωπή πάλι δέρνει το φιλήσυχο βήμα σας

Φτάνει πια, Ήρθε η ώρα για πόλεμο

*Αναφορά σε στίχους του ποιήματος του Dylan Thomas “Do Not Go Gentle into That Good Night”
**Το ποίημα είναι ανέκδοτο και περιλαμβάνεται στη συλλογή “Δοκιμές”.

Σπαράγματα, ποίηση, Valeriu Butulescu, μτφρ. Άντζελα Μπράτσου, εκδόσεις Αλλότροπο 2014

 BuZ9iNFKtEfcVabCxTdPRzG8gkQ0wjhp-aweJPI8yoAFZX0nVbmYR92N7LM6Hxf5K

Πολλοί μεγάλοι συγγραφείς και ποιητές, έχουν επιλέξει, τόσο στο παρελθόν, όσο και στις μέρες μας, να εκδίδουν βιβλία με αφορισμούς ή αποφθέγματα, όμως, ο κάθε αφορισμός έχει γραφτεί υπό ορισμένες συνθήκες και εφαρμόζεται κατά περίπτωση, με αποτέλεσμα ορισμένοι να είναι ακόμα και αντιφατικοί μεταξύ τους. Τι θα διαλέγαμε, λογουχάρη ανάμεσα στο: «το γοργόν και χάριν έχει» και στο: «σπεύδε βραδέως»;

      Άρα, θα αναρωτιότανε κανείς, τι παραπάνω θα είχε να μας δώσει ένα καινούργιο βιβλίο αφορισμών; Όμως, το νέο βιβλίο του Valeriu Butulescu Σπαράγματα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αλλότροπο έρχεται να αποκαταστήσει το είδος και ίσως να το ανανεώσει.

      Το πρώτο, που θα πρέπει να προσέξουμε σε ένα μεταφρασμένο βιβλίο αφορισμών, είναι η σωστή απόδοση της γλώσσας, ώστε να μπορούμε να κατανοήσουμε το υψηλό νόημα, που μπορεί να περιέχει και εδώ οφείλουμε να συγχαρούμε την Άντζελα Μπράτσου για την προσεγμένη της μετάφραση. Ειδικά, οι αφορισμοί του Butulescu παρουσιάζουν ιδιαίτερη δυσκολία, καθώς, όπως γράφει ο Loan Dubek ο κάθε αφορισμός είναι «ένα μικρό ποίημα, σύμφωνα με την άποψη πολλών κριτικών που κατατάσσουν τη δημιουργία των αφορισμών του στην Ποίηση».

      Οι αφορισμοί του Valeriu Butulescu αναφέρονται κυρίως στη σύγχρονη κοινωνία με μια ειρωνική και ενίοτε σαρκαστική διάθεση, χωρίς να λείψουν και οι υπαρξιακές αναφορές: «Δεν φοβάμαι τη νύχτα στο νεκροταφείο. Φοβάμαι τη μέρα στο γήπεδο».

      Όμως, το δυνατό σημείο του συγγραφέα, είναι η ειρωνεία με την οποία αντιμετωπίζει ακόμα και την ποίηση αν έχει γραφτεί αβασάνιστα: «Έγραψε ένα ποίημα για την αυγή, αν και αμφιβάλλω αν ξύπνησε ποτέ του τόσο νωρίς», ενώ για τον εαυτό του θα γράψει: «Ο συγγραφέας γνωμικών μοιάζει με την υπανάπτυκτη χώρα που πουλάει φτηνά τις πρώτες ύλες της».

      Σε άλλα σημεία ο Valeriu Butulescu αναφέρεται στη δική του φιλοσοφία για τον θάνατο, που τον αναφέρει ως ένα μεγάλο ύπνο: «Απεχθάνομαι τον ύπνο. Κοιμήθηκα τόσους αιώνες! Θα κοιμηθώ κι άλλους τόσους!»

      Θα κλείσουμε αυτή τη μικρή μας αναφορά στο βιβλίο του Valeriu Butulescu «Σπαράγματα» χωρίς κάποια άλλη παρατήρηση. Απλά, θα αρκεστούμε να πούμε ότι έγραψε και ο Mircea Andras στην εφημερίδα Matinal: «Πόσα πολλά μπορεί να ειπωθούν με τόσες λίγες λέξεις».

VB foto

Θεοχάρης Παπαδόπουλος

*Από το http://www.vakxikon.gr

Orestes Alexakis (1931- 2015), Biography III

sleep+walker

More secrets are hidden in my existence
for example the buzzing of bees
the magnificent babbling of the waters
the glow of nocturnal insects
All these are my body and I feel them
like I feel my fingers and my lips
― but who is
this little humpbacked dwarf reading
in the locked basement of my soul
with a pale candle of waning memory
mysterious documents of previous owners?

*Translated from the Greek by Yannis Goumas
.

Άρης Αλεξάνδρου, Το χαμόγελό μου

11535859_10204228666179825_2781701473854677192_n

Εδώ που έχω καταφύγει

σωριάζονται μια-μια οι εποχές

βαριές σαν πέτρες.

Ορθός στη μέση της ζωής

τίποτα δε ζυγιάζω.

Ξέρξης κι Αθήνα δεν υπάρχουν πια.

Προδότης είμαι για τη Σπάρτη για τους είλωτες είμαι σπαρτιάτης.

Με το σπαθί χαράζω

στα στεγνωμένα χείλη

το χαμογελό μου.

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το σκιάχτρο ή πώς φτάσαμε ώς εδώ

11703123_391337707732442_3115551560496777905_n

Είχαν βλαστήσει από καιρό

οι καλοήθεις όγκοι της ευτέλειας…

Μια ιχνηλασία άκαρπη

πάνω από τέλματα αχανή

υπαίθρια κηρύγματα

και φρούτα που τ’ ανάθρεψαν αυξητικές ορμόνες.

Τώρα, μας κυνηγούν οι μεσολαβητές 

με τα κρυμμένα μάγια στο μανίκι…

Για μια στιγμή κάνουν ότι μας συμπονούν

για μια μοναδική στιγμή

τη σωτηρία των σωμάτων διακηρύσσουν

μα η συνέχεια άγνωστη 

κι ανεξιχνίαστο προς το παρόν 

μένει το πεπρωμένο 

αφού ό,τι μετριέται 

πάντα φαίνεται λειψό

κι ό,τι ονοματίζεται 

ως απουσία υπάρχει…

Τι μου ζητήσατε να κάνω, αγαπητέ;

Να γράψουμε στον πίνακα ένα παράδειγμα;

Ας γράψουμε!

Να χρησιμοποιήσω και παραβολές;

Να αναφέρω και τις εξαιρέσεις;

Γράψτε λοιπόν:

“Δασύνεται η έρημος και οξύνεται το μίσος”

Παρακάτω:

”Χειμωνιάζει.

Να μη βασίζεστε σ’ αυτούς

μονάχα στη συγκίνηση.

Και με την οικειότητα λίγα τα πάρε – δώσε

ούτε στα ελαφρυντικά 

να προσμετράτε τις προθέσεις”.

Και, τέλος, να προσθέσετε κι αυτό:

“Αρκεί μια τόση δα παρέκκλιση

απ’ ό,τι λες προορισμό 

μια ασυναίσθητη, ούτως ειπείν, αφηρημάδα

και καταρρέει σαν τράπουλα 

το σκιάχτρο που προστάτευε 

τους κήπους και τα όνειρα.

Ναι, ναι

το σκιάχτρο, αγαπητοί…

Σκόρπια τα ρούχα

τα καπέλα, τα άχυρα 

μια συντριβή θριαμβευτική 

αριστοκράτη θυρωρού 

που έλαμπε σαν επαίτης…

Γεμίζει ο ουρανός μαύρα πουλιά

εκλείπει παντελώς η απειλή

χάνονται οριστικά και διά παντός

το φωτοστέφανο 

κι η αντανάκλασή του”.

*Ποίημα από ανέκδοτη ποιητική συλλογή που δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό “ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ”, Μάρτιος 2015, τεύχος 17. Το ποιημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τη σελίδα της ποιήτριας στο facebook.

Αργύρης Μαρνέρος, Δημοπρασία

a25

Τον άνθρωπο αυτόν
Αρίστης ράτσας όπως βλέπετε
Αγαπητοί
Βγάλαμε στο σφυρί
Κάντε ησυχία
Όπως τον βλέπετε γυμνόν
Ανήκει σε σας

Όποιος χτυπήσει την τιμή
Θά ‘ναι δικός του
Στο σφυρί το δέρμα του
Ακούω..

Κάποιος μίλησε
ναι..  μάλιστα..
Με το ένα
Με το δύο
Με …
Το παίρνει ο κύριος
Βυρσοδέψης στο επάγγελμα
Στο σφυρί το κρέας
Ησυχία ν’ ακούσω

Κάποιος μουρμουρίζει
Βλέπω κάποιο χέρι
Μάλιστα
Με το ένα

Με …
Στον κύριο
Κρεοπώλης στο επάγγελμα
Μας μένουν τα κόκαλα
Μια χαμηλή τιμή
Παρακαλώ
Να τελειώνουμε
Κάποιος μίλησε
Ένα χέρι
Κάποιος γαύγισε
Στον σκύλο παρακαλώ
Ανεπάγγελτος
Και τώρα μας μένει
Το κεφάλι
Παρακαλώ
Κανένα χέρι
Μα γιατί τόση αδιαφορία ;
Γιατί φεύγετε ;
Δεν είναι μεγάλη η τιμή
Ο τόπος ερήμωσε…

Το σφυρί χτυπάει τρεις φορές
Τοκ
Τοκ
Τοκ
Θα μείνει εδώ
Στο βάθρο επάνω
Η ερημιά χλευάζει
Τον αντίλαλο.

Georgia Trouli, Two poems / Γεωργία Τρούλη, Δύο ποιήματα

Γεωργία Τρούλη

AS AN ACCUSATION OR CATEGORY

Sometimes it looks as if a rock
Is chiselling the sea
The sea the fish
The amphibians the earth
Each fire the water
Sometimes
It looks as if love is chiselling
Romance
The foot: distance
Artificial life: death
Each miscarriage:
Childbirth
Sometimes it looks as if
Time is chiselling
Time
And only then
The model
Creating
Man
As an accusation or category
Then a vertical universe
Penetrates itself
In a globe
The circle suffocates
But it includes quadrangles
And a square
Three dimensions
And one in excess
And each dimension
A full stop
And each full stop
The tip of a nose
Which is a semicolon
And follows the beginning
Or dots
Of a previous
End
In the beginning it was a mark
But in the end
Nothing
And
Continuity

***

EXPANSION

All fish fell asleep
The same time
The same time
The same And ⎯ they all turned
Belly up
Floated
And formed a water surface
A solid walk
As if on gravel and rocks
Here a trout’s tummy
Here a whale’s belly
Here a shark’s
Peritoneal cavity
I walk and reach across the way
Here in the non-world
Spread the habitation
Of man
And
Impossibility
They never got to know thirst
The earth alone
Had water
On the mountain peaks
And this solid
In the sky’s
Eyes
And
Beyond

*Τα ποιήματα προέρχονται από τη συλλογή “ακρογωνιαία πορεία στο και”, εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Θεσσαλονίκη 2012. Μετάφραση στην Αγγλική: Γιάννης Γκούμας.

Γιώργος Β. Μακρής, Απόσταση

1914-balla

Πνιγόντουσαν τα λόγια σπρώχνοντας
μια πέτρα στο στόμιο της πηγής τους
κι οι δαυλοφόροι μέσα στο προαύλιο
πρέπει να είχαν σβήσει τους δαυλούς τους
από φόβο
μήπως το φώς γίνει στο τέλος η αίτια…
Κι οι δαυλοφόροι ήτανε πάντα ανύπαρκτοί
Ούτε το προαύλιο ξέρουμε να υπάρχει.
Όμως υπήρχε φως και κάποιος φύσηξε τη φλόγα
Ίσως οι δαυλοφόροι που κοιμήθηκαν.
Είμαστε πάντα εκεί
που κρέμεται το κινητό σκοτάδι
εκεί που οι διαστάσεις πρέπει να συγχέονται
και αμφιβάλουμε αλήθεια αν είναι υπαρκτές.
Είμαστε πάντα εκεί
που ζουν οι αιώνιοι άνεμοι και οι θάλασσες οι φιλικές
ο αγώνας τους και μείς για να παρατηρούμε.
‘Έχουμε την απόλαυση του θεάματος
μιας κινητής σειράς μεταλλικών ραμφών
οπού αέναα τον άνεμο δολοφονούν
Κι αυτός πάντα προτάσσει εν’ άλλο στήθος.
Οι νυχτερινές θάλασσες φοράνε την πρωινή
Μάσκα της καλοσύνης..
Οι ημερήσιες θάλασσες φοράνε τη νυχτερινή
μάσκα της κακίας.
Και μείς στη γέφυρα του τρίτου ποταμού
που το πρωί στις όχτες του ξερνιούνται οι πνιγμένοι
δεν είδαμε ποτέ το πρόσωπό τους.
Ούτε και τα δικά μας πρόσωπα δεν ξέρουμε καλά
ούτε να τα μαντεύσουμε μπορούμε
όσο και αν σφίξουμε τα χέρια μας χωρίζει
τις επιφάνειες μιας ποσότητα ανέμου.
Οι δαυλοφόροι έπεσαν να κοιμηθούν γι αυτό το λόγο
Και μείς γυρίζουμε την πλάτη σε κάθε μια πνοή φωτός
ή και χαμογελάμε…
Και κάθε νύχτα ρίχνουμε μια πέτρα στο βυθό
και κάθε νύχτα τραγουδάμε μια κοπέλα
που πνίγηκε μέσα σ’ έναν καθρέφτη.
Κι όταν γεμίσει η θάλασσα από πέτρες
ή ο αέρας πήξει σ’ έναν ήχο
πάλι δεν θα υπάρξει αποτέλεσμα.
(1941)

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Δύο ποιήματα

11401389_10204207072359993_2143086124189055088_n

κόλαση

αόρατος τοίχος
κι ένα κομμάτι
κάρβουνο
και η Βαβέλ,
να του ανακατεύει
το μυαλό,
δάκρυα ραδιενεργά
και ζωγράφιζε
άγρια,
γραμμές σκληρές,
που έσταζαν αίμα
κι έκαιγαν
το ημίγυμνο κορμί του
και σκιτσάριζε
την κόλαση,
κοράκια
και άδειες κόγχες
και αυτή στο κέντρο,
να τον καλεί
ικετεύοντας·

***

άνοιξα το μυαλό

σκέψεις
μισοτελειωμένες,
σχεδόν βλοσυρές,
ανάρμοστες,
όνειρα απολιθωμένα,
και συναισθήματα χυλωμένα,
όλα,
τα τέλειωσα:
άνοιξα το μυαλό,
και πήδηξαν,
έφυγαν
και λίγο πιο κάτω
στην Τρίτη ανεμογεννήτρια,
Ρωμαίοι αρματηλάτες
παραμόνευαν,
και μ’ εντολές μου,
στα περιστρεφόμενα
πτερύγια
τα έσπρωξαν·
εξαίσια,
ήμουν και πάλι
ελεύθερος
και ο αστρικός ταχυδρόμος,
μου έφερνε νέα,
φρέσκα
και βέβηλα·

*Από τη συλλογή “Ποιητικές τρύπες στο σκοτάδι”, διαδικτυακή έκδοση, 2013.

Ελένη Βακαλό, δύο μικρά ποιητικά αποσπάσματα

581199_4005588460944_26760489_n

Τα ζώα της νέας γραφής
Τα υποθαλάσσια
Τα γήινα
Είναι τώρα τα κατοικίδια
της γλώσσας
Ω γυρίστε και αγγίξτε τα

***

Αυτό το ποίημα
Δεν είναι για να το διαβάσουν
Όσοι δε μ’ αγαπούνε
Ακόμη
Κι από κείνους
Που δε θα με ξέρουν
Αν δεν πιστεύουνε πως υπήρξα
Σαν
Και κείνους