Wallace Stevens, Στον βρυχώμενο άνεμο

red1

Τι συλλαβή ψάχνεις,
Φωνησιμότατε,
Στις αποστάσεις του ύπνου;
Πες την.

*Απόδοση: Γιώργος Χουλιάρας. Πηγές: http://www.24grammata.com/
Wallace Stevens, Δεκατρείς τρόποι να κοιτάς ένα κοτσύφι και άλλα ποιήματα. Adagia. Θραύσματα ποιητικής, εισαγ.-μτφ. Χάρης Βλαβιανός, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2007, σ. 61 & 63]
http://ebooks.edu.gr
e-poema.eu

Οσίπ Μαντελστάμ (О́сип Мандельшта́м), Άτιτλο

2

Σύγχρονος κανενός δεν ήμουνα ποτέ,
δεν μου εδόθη αυτή η χάρη
αντιπαθώ όσους τ’ όνομά μου φέρουν,
απλή συνωνυμία, δεν είμαι εγώ.
Βαριά έχει τα βλέφαρα ο άρχοντας αιώνας
και στόμα πήλινο λαμπρό,
όμως στο χέρι το ρικνό του γερασμένου γιού του
πεθαίνοντας θαρρώ πως θα προσπέσει.
Τ’ αρρωστημένα μάτια μου άνοιξα μαζί με τον αιώνα,
πελώρια μήλα νυσταγμένα,
όμως τα βροντερά πατάμια μου ιστόρησαν
την κρίση και τη δίκη του αιώνα.
Εκατό χρόνια πριν με τα λευκά προσκέφαλα
ένα κρεββάτι άσπριζε εκστρατείας
Παράξενα τεντώθηκε το πήλινο κορμί
ο αιώνας τελείωσε το πρώτο του μεθύσι.
Ανάμεσα στην πανανθρώπινη, που τρίζει την πορεία
πόσο ανάλαφρο κρεββάτι.
Μα τι να γίνει; Αν για να φτιάξουμε άλλο δεν μπορούμε,
ας ζήσουμε κατά τον τρόπο του αιώνα.
Ζεστό κρεββάτι μου, τροχόσπιτο ή σκηνή,
πεθαίνει ο αιώνας και μετά
δυο νυσταγμένα μήλα τα δυο μάτια μου
κι η φτερωτή τους φλόγα καίει βαθιά.

1924

Μνήμη Μανώλη Αναγνωστάκη (1925-2005)

Ἤτανε νέοι

Οἱ δρόμοι ἦταν σκοτεινοὶ καὶ λασπωμένοι
τὸ πιάτο στὸ τραπέζι λιγοστό,
τὸ φιλὶ στὸ κατώφλι ἦταν κλεφτὸ
καὶ ἔρωτες μέσα στὶς καρδοῦλες κλειδωμένοι
Ἤτανε νέοι ἤτανε νέοι, ἦταν παιδιὰ
καὶ ἔτυχε νά ῾ναι καὶ καλὴ σοδειὰ
Τὰ βράδια ξενυχτοῦσαν στὰ ὑπόγεια,
καὶ σβάρνα ὁλημερὶς στὶς γειτονιὲς
ἄχ! τὰ σοκάκια ἐκεῖνα κι οἱ γωνιὲς
σφιχτὰ ποὺ φυλάξαν τὰ τίμια λόγια
Ἤτανε νέοι ἤτανε νέοι, ἦταν παιδιὰ
καὶ ἔτυχε νά ῾ναι καὶ καλὴ σοδειὰ
Δὲν ξέρανε πατέρα, μάνα σπίτι, μάνα σπίτι
ἕναν δὲν δίναν γιὰ τὸ σήμερα παρᾶ
δὲ ρίχνανε δραχμὲς στὸν κουμπαρᾶ
δὲν κράταγαν μεζούρα καὶ διαβήτη
Ἤτανε νέοι ἤτανε νέοι, ἦταν παιδιὰ
καὶ ἔτυχε νά ῾ναι καὶ καλὴ σοδειά

Κι ἤθελε ἀκόμη…

Κι ἤθελε ἀκόμη πολὺ φῶς νὰ ξημερώσει. Ὅμως ἐγὼ
Δὲν παραδέχτηκα τὴν ἧττα. Ἔβλεπα τώρα
Πόσα κρυμμένα τιμαλφῆ ἔπρεπε νὰ σώσω
Πόσες φωλιὲς νεροῦ νὰ συντηρήσω μέσα στὶς φλόγες.
Μιλᾶτε, δείχνετε πληγὲς ἀλλόφρονες στοὺς δρόμους
Τὸν πανικὸ ποὺ στραγγαλίζει τὴν καρδιά σας σὰ σημαία
Καρφώσατε σ᾿ ἐξῶστες, μὲ σπουδὴ φορτώσατε τὸ ἐμπόρευμα
Ἡ πρόγνωσίς σας ἀσφαλής: Θὰ πέσει ἡ πόλις.
Ἐκεῖ, προσεχτικά, σὲ μιὰ γωνιά, μαζεύω μὲ τάξη,
Φράζω μὲ σύνεση τὸ τελευταῖο μου φυλάκιο
Κρεμῶ κομμένα χέρια στοὺς τοίχους, στολίζω
Μὲ τὰ κομμένα κρανία τὰ παράθυρα, πλέκω
Μὲ κομμένα μαλλιὰ τὸ δίχτυ μου καὶ περιμένω.
Ὄρθιος καὶ μόνος σὰν καὶ πρῶτα περιμένω.

Μιλῶ…

Μιλῶ γιὰ τὰ τελευταῖα σαλπίσματα τῶν νικημένων στρατιωτῶν
Γιὰ τὰ κουρέλια ἀπὸ τὰ γιορτινά μας φορέματα
Γιὰ τὰ παιδιά μας ποὺ πουλᾶν τσιγάρα στοὺς διαβάτες
Μιλῶ γιὰ τὰ λουλούδια ποὺ μαραθήκανε στοὺς τάφους καὶ τὰ σαπίζει ἡ βροχὴ
Γιὰ τὰ σπίτια ποὺ χάσκουνε δίχως παράθυρα σὰν κρανία ξεδοντιασμένα
Γιὰ τὰ κορίτσια ποὺ ζητιανεύουν δείχνοντας στὰ στήθια τὶς πληγές τους
Μιλῶ γιὰ τὶς ξυπόλυτες μάνες ποὺ σέρνονται στὰ χαλάσματα
Γιὰ τὶς φλεγόμενες πόλεις τὰ σωριασμένα κουφάρια σοὺς δρόμους
Τοὺς μαστρωποὺς ποιητὲς ποὺ τρέμουνε τὶς νύχτες στὰ κατώφλια
Μιλῶ γιὰ τὶς ἀτέλειωτες νύχτες ὅταν τὸ φῶς λιγοστεύει τὰ ξημερώματα
Γιὰ τὰ φορτωμένα καμιόνια καὶ τοὺς βηματισμοὺς στὶς ὑγρὲς πλάκες
Γιὰ τὰ προαύλια τῶν φυλακῶν καὶ γιὰ τὸ δάκρυ τῶν μελλοθανάτων.

Μὰ πιὸ πολὺ μιλῶ γιὰ τοὺς ψαράδες
Π᾿ ἀφήσανε τὰ δίχτυά τους καὶ πήρανε τὰ βήματά Του
Κι ὅταν Αὐτὸς κουράστηκε αὐτοὶ δὲν ξαποστάσαν
Κι ὅταν Αὐτὸς τοὺς πρόδωσε αὐτοὶ δὲν ἀρνηθῆκαν
Κι ὅταν Αὐτὸς δοξάστηκε αὐτοὶ στρέψαν τὰ μάτια
Κι οἱ σύντροφοί τους φτύνανε καὶ τοὺς σταυρῶναν
Κι αὐτοί, γαλήνιοι, τὸ δρόμο παίρνουνε π᾿ ἄκρη δὲν ἔχει
Χωρὶς τὸ βλέμμα τους νὰ σκοτεινιάσει ἢ νὰ λυγίσει

Ὄρθιοι καὶ μόνοι μὲς στὴ φοβερὴ ἐρημία τοῦ πλήθους.

Δημήτρης Ψαλλίδας, Αλεξέι

δημελλας-24γραμματα-PA074555

Πηγούνι στα γόνατα,
στα χέρια κρίνα,
μάτια βουτηγμένα
στην παλέτα της αυγής.

Δε γύρισες,
κι ας άκουσες
σερνόμενα τα βήματά μου.

-Τον σκότωσαν, είπα
-Ναι.
-Θα συνεχίσουμε;

Απέναντί μας,
άλλαζε η σκοπιά
και στο στρατόπεδο
όλοι ξάγρυπνοι.
Καθένας πενθούσε μοναχός
κι όλοι μαζί.
Ένα κλάμα βρέφους
καλημέριζε τη γειτονιά.

-Θα συνεχίσουμε. `

Alexei

Chin on knees,
lilies in hands,
eyes dipped into
the palette of dawn.

You didn’t come back,
although you heard
my steps crawling.

– They killed him, I said
– Yes.
– Are we still going on?

Opposite us,
guard changing
and in the camp
all awake.
Anyone was mourning alone
and all together.
A baby crying
was saying good morning
to the neighborhood.

-We’ll continue.

*Το ποίημα έχει δημοσιευτεί εδώ: http://www.pandiera.gr/%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B1%CE%BB%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%B9-%CE%BC%CE%BF%CE%B6%CE%B3%CE%BA%CE%BF%CE%B2%CF%8C%CE%B9 καθώς και στο ιστολόγιο του ποιητή εδώ: http://penapsalidixarti.wordpress.com/2015/05/

**Αγγλική μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Αλέξης Αντωνόπουλος, Αν

16007593990_d071f9ba31_c

Και δίνει φιλιά στο μάγουλο της, φιλιά που πλησιάζουν
αλλά ποτέ δεν φτάνουν
το χαμόγελό της.

Αφήνει το άρωμα των μαλλιών της να καλύψει το κενό,
την αγκαλιάζει ξανά.

Εκείνη το ξέρει,
εκείνος το ξέρει,
η θέα που μοιράζονται απόψε
-είτε είναι ένα παλιό σπίτι,
είτε είναι ένας αδάμαστος κήπος,
είτε οι σκεπές της πόλης-
το φωνάζει.

Τα χείλια τους δεν πρέπει ποτέ να ενωθούν.

Σε κάθε χαμόγελο, σε κάθε γέλιο μεταξύ τους,
οι άλλοι θόρυβοι δεν υπήρξαν ποτέ μέχρι
τα γέλια να χωριστούν από τα χαμόγελα,
μέχρι τα χαμόγελα να πούνε καληνύχτα.
Με κάθε χαμόγελο, με κάθε γέλιο μεταξύ τους,
θυμούνται τον κανόνα.

Αν φιληθούν, όλοι εμείς
όλος ο κόσμος γύρω τους θα σβήσει.
Για πάντα.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου, μπορείτε να επισκεφτείτε το site http://www.alexantonopoulos.com

Βάσσος Γεώργας, Άτιτλο

11539739_10204491315338773_8610053092505493055_n

[μια μέρα θα ψάχνουν στις τσέπες μας
και δεν θα βρουν παρά μονάχα χρέος]

αθάνατης πατρίδας φως ιλαρό
τελευταίο σημάδι ζωής αναρωτιέμαι
πως τα καταφέρνουμε έτσι
να τραγουδάμε με κέφι
την ώρα που όρθιοι ξεψυχάμε
λέγοντας πελώρια ψέμματα
ακόμα και στο ίδιο μας τον εαυτό;
εύγε και πάλι εύγε
στο στόμα που με χαλασμένο
μπλε γεμάτο φυσάει πνοή
αλλά πεθαίνει στη φτώχεια
κατακερματισμένος παριστάνω
το άγαλμα που ράγισε
παγώνω με τόσες ξεχασμένες
πατριωτικές συγκινήσεις
αλήθεια σύντροφε
πως να τις καταγράψω
λεπτομερώς χαρτί και μολύβι
με μουδιασμένα τα δάκτυλα
με μια καρδιά κομμάτια
χαλικάκια σε ευθεία παράταξη
και με τις αντιρρήσεις μου ανάσκελα
στο πάτωμα κενές περιεχομένου;
να δω με τι καρδιά θα πεις αύριο
πως τάχα το αύριο έφτασε;
κλάψε όσο θες για ό,τι έφυγε
και ας μην ένιωσες
ποτέ σου πως το είχες
ποιος είμαι άραγε και που μένω;
κακής μέρας αστεία φάρσα
να γνωρίζεις με βεβαιότητα
σε τι θερμοκρασία λιώνουν
τα παγόβουνα και καραδοκούν
πίσω από το υγρό παραπέτασμα
να προκαλέσουν ατύχημα
εδώ που βρεθήκαμε λαθρομετανάστες
να προχωράμε καταπάνω στο λάθος
με μόνη σιγουριά πως επειδή
δεν έχουμε άλλη λύση
πάλι λάθος θα κάνουμε
συμφορά της γενιάς μου
εκλιπαρώντας για τα μη χειρότερα

Αλέξανδρος Σχινάς, Το Άνθος

Αλέξανδρος+Σχινάς

Αυτό το άνθος δεν πρέπει νάτανε για μας
Εμείς κατηναλώσαμεν ολόκληρον τον χρόνον της ημέρας μας
Σε αφελείς και αδέξιες επιδόσεις.
Ατημέλητοι, με το χέρι στην τσέπη, περιπλανήθημεν
Ανά τους δρόμους και τας πλατείας αυτής της πόλεως.
Ιδανικά αδιάφοροι, εγκαταλείψαμε την προσοχή μας
Σε κάθε λογής επουσιώδεις περισπασμούς.
Σπαταλήσαμε απερίσκεπτα την περιουσία μας,
Αγοράζοντας και μασουλώντας συνεχώς
Στραγάλια και παστέλια και μαντζούνια!
Είναι, νομίζομεν, περιττό να τονισθή
Ότι απέσχομεν από κάθε σκέψη σχετικής με συστηματικάς δραστηριότητας-
Ή, πόσω μάλλον, με ιπποτικά κατορθώματα
Ή ιδανικούς έρωτες και τα παρόμοια.
Κυρίως ειπείν: απέσχομεν από πάσαν σκέψιν!
Αυτό το άνθος, επομένως, δεν πρέπει νάτανε για μας.
Γιατί, όταν περί το μεσονύκτιον, επιστρέφοντας,
Διερχόμεθα από εκείνον τον ημίφωτο δρομάκο,
Όταν, λέγω, πίσω από τα βαριά παραπετάσματα
Του υψηλοτέρου παραθύρου ενός παμπάλαιου μεγάρου
Πρόβαλε κείνο το αβρό παρθενικό χεράκι
Και μας το επέταξε τρέμοντας,
Εμείς, όλως ανέτοιμοι και αναρμόδιοι ως είμεθα,
Το αρπάξαμε μηχανικά στον αέρα
                       
Και το φάγαμε-
Το άνθος! Καταλαβαίνετε?
Το φάγαμε, το μασουλήσαμε και αυτό,
Με την ίδια ακριβώς ανευθυνότητα
Που όλη τη μέρα μασουλούσαμε
Στραγάλια και παστέλια και μαντζούνια!..
Ώ! ασφαλώς, ασφαλώς!
Αυτό το άνθος δεν πρέπει,
Δεν μπορεί να ήτανε για μας!..

*Από το “Με Κόκκινο φως / Αναφορά περιπτώσεων” (1966). Αναδημοσίευση από το http://monsieurcocosse.blogspot.gr/2014/05/blog-post_15.html

Αλέξης Τραϊανός, Πιλάτοι

11407284_841807885905871_8527497663767079074_n

Δεν είμαι παρά απ’ αυτό μόνο που έρχομαι

Κάθε μέρα υπάρχοντας σε κάτι το άλλο

Αυτό που δε θα γίνω ποτέ

Απ’ αυτό είναι που είμαι φτιαγμένος

Απ’ αυτό κι έναν τρόμο

Κι είναι

Σα να ‘χεις ταχυδρομηθεί στο διάστημα

Ένα φτωχό ανόητο μήνυμα

Σκουριασμένος ύπνος

Με τον προβολέα των θέλω

Που διαλύει τα μέταλλα

Γαντζώνει την αγωνία στο μυαλό

Μια πληγή δίπλα σου να την αγγίζεις

Ανάμεσα στα χόρτα και τα τροχοφόρα

Στο αλκοολικό δωμάτιο

Και τα φτηνά βγαλμένα εσώρουχα

Και να παίρνεσαι

Από μαγικά χαμένα ονόματα

Μες σ’ έναν ουρανό γεμάτο τζιν

Με τους αγγέλους του

Να μασουλάν αστέρια

Σύμπαν της κίτρινης σκονισμένης λάμπας

Τώρα που μου χορεύουν

Τώρα που μου φεύγουν

Ο κύριος Ίβνινγκ

Η Εσμεράλδα ο Κουασιμόδος

Τώρα π’ ανοίγουν

Οι τελευταίες καταπακτές

Βγάζοντας νάνους

Κι ηλίθιους κι ουδέτερους

Καθένας τους κι ένας Πιλάτος

Όλοι τους μαχαίρια

Σαπούνια κι αποσμητικά

Ενώ εγώ περπατώ και θυμάμαι

Παρακολουθώ πάντα

Απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο

Τον εαυτό μου

Δεν κοιμάμαι

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικο “Η λέξη”, τεύχος 4, Μάιος 1981.

Σπύρος Μαρούλης, Άτιτλο

xx

Μέσα μου
έχω αρνηθεί το λόγο μου
έχω κατηγορήσει την ευθύνη μου
έχω ακριβύνει τη συνέχειά μου
έχω σκαλίσει την εμφάνισή μου
έχω καθοδηγήσει το ασυνείδητό μου…
Δήλωση Ιουνίου!
Δεν υπάρχει κάτι άλλο
για να μάθω
αγαπητοί μου…