Σύγχρονος κανενός δεν ήμουνα ποτέ,
δεν μου εδόθη αυτή η χάρη
αντιπαθώ όσους τ’ όνομά μου φέρουν,
απλή συνωνυμία, δεν είμαι εγώ.
Βαριά έχει τα βλέφαρα ο άρχοντας αιώνας
και στόμα πήλινο λαμπρό,
όμως στο χέρι το ρικνό του γερασμένου γιού του
πεθαίνοντας θαρρώ πως θα προσπέσει.
Τ’ αρρωστημένα μάτια μου άνοιξα μαζί με τον αιώνα,
πελώρια μήλα νυσταγμένα,
όμως τα βροντερά πατάμια μου ιστόρησαν
την κρίση και τη δίκη του αιώνα.
Εκατό χρόνια πριν με τα λευκά προσκέφαλα
ένα κρεββάτι άσπριζε εκστρατείας
Παράξενα τεντώθηκε το πήλινο κορμί
ο αιώνας τελείωσε το πρώτο του μεθύσι.
Ανάμεσα στην πανανθρώπινη, που τρίζει την πορεία
πόσο ανάλαφρο κρεββάτι.
Μα τι να γίνει; Αν για να φτιάξουμε άλλο δεν μπορούμε,
ας ζήσουμε κατά τον τρόπο του αιώνα.
Ζεστό κρεββάτι μου, τροχόσπιτο ή σκηνή,
πεθαίνει ο αιώνας και μετά
δυο νυσταγμένα μήλα τα δυο μάτια μου
κι η φτερωτή τους φλόγα καίει βαθιά.
Πηγούνι στα γόνατα,
στα χέρια κρίνα,
μάτια βουτηγμένα
στην παλέτα της αυγής.
Δε γύρισες,
κι ας άκουσες
σερνόμενα τα βήματά μου.
-Τον σκότωσαν, είπα
-Ναι.
-Θα συνεχίσουμε;
Απέναντί μας,
άλλαζε η σκοπιά
και στο στρατόπεδο
όλοι ξάγρυπνοι.
Καθένας πενθούσε μοναχός
κι όλοι μαζί.
Ένα κλάμα βρέφους
καλημέριζε τη γειτονιά.
-Θα συνεχίσουμε. `
Alexei
Chin on knees,
lilies in hands,
eyes dipped into
the palette of dawn.
You didn’t come back,
although you heard
my steps crawling.
– They killed him, I said
– Yes.
– Are we still going on?
Opposite us,
guard changing
and in the camp
all awake.
Anyone was mourning alone
and all together.
A baby crying
was saying good morning
to the neighborhood.
Και δίνει φιλιά στο μάγουλο της, φιλιά που πλησιάζουν
αλλά ποτέ δεν φτάνουν
το χαμόγελό της.
Αφήνει το άρωμα των μαλλιών της να καλύψει το κενό,
την αγκαλιάζει ξανά.
Εκείνη το ξέρει,
εκείνος το ξέρει,
η θέα που μοιράζονται απόψε
-είτε είναι ένα παλιό σπίτι,
είτε είναι ένας αδάμαστος κήπος,
είτε οι σκεπές της πόλης-
το φωνάζει.
Τα χείλια τους δεν πρέπει ποτέ να ενωθούν.
Σε κάθε χαμόγελο, σε κάθε γέλιο μεταξύ τους,
οι άλλοι θόρυβοι δεν υπήρξαν ποτέ μέχρι
τα γέλια να χωριστούν από τα χαμόγελα,
μέχρι τα χαμόγελα να πούνε καληνύχτα.
Με κάθε χαμόγελο, με κάθε γέλιο μεταξύ τους,
θυμούνται τον κανόνα.
Αν φιληθούν, όλοι εμείς
όλος ο κόσμος γύρω τους θα σβήσει.
Για πάντα.
[μια μέρα θα ψάχνουν στις τσέπες μας
και δεν θα βρουν παρά μονάχα χρέος]
αθάνατης πατρίδας φως ιλαρό
τελευταίο σημάδι ζωής αναρωτιέμαι
πως τα καταφέρνουμε έτσι
να τραγουδάμε με κέφι
την ώρα που όρθιοι ξεψυχάμε
λέγοντας πελώρια ψέμματα
ακόμα και στο ίδιο μας τον εαυτό;
εύγε και πάλι εύγε
στο στόμα που με χαλασμένο
μπλε γεμάτο φυσάει πνοή
αλλά πεθαίνει στη φτώχεια
κατακερματισμένος παριστάνω
το άγαλμα που ράγισε
παγώνω με τόσες ξεχασμένες
πατριωτικές συγκινήσεις
αλήθεια σύντροφε
πως να τις καταγράψω
λεπτομερώς χαρτί και μολύβι
με μουδιασμένα τα δάκτυλα
με μια καρδιά κομμάτια
χαλικάκια σε ευθεία παράταξη
και με τις αντιρρήσεις μου ανάσκελα
στο πάτωμα κενές περιεχομένου;
να δω με τι καρδιά θα πεις αύριο
πως τάχα το αύριο έφτασε;
κλάψε όσο θες για ό,τι έφυγε
και ας μην ένιωσες
ποτέ σου πως το είχες
ποιος είμαι άραγε και που μένω;
κακής μέρας αστεία φάρσα
να γνωρίζεις με βεβαιότητα
σε τι θερμοκρασία λιώνουν
τα παγόβουνα και καραδοκούν
πίσω από το υγρό παραπέτασμα
να προκαλέσουν ατύχημα
εδώ που βρεθήκαμε λαθρομετανάστες
να προχωράμε καταπάνω στο λάθος
με μόνη σιγουριά πως επειδή
δεν έχουμε άλλη λύση
πάλι λάθος θα κάνουμε
συμφορά της γενιάς μου
εκλιπαρώντας για τα μη χειρότερα
Αυτό το άνθος δεν πρέπει νάτανε για μας
Εμείς κατηναλώσαμεν ολόκληρον τον χρόνον της ημέρας μας
Σε αφελείς και αδέξιες επιδόσεις.
Ατημέλητοι, με το χέρι στην τσέπη, περιπλανήθημεν
Ανά τους δρόμους και τας πλατείας αυτής της πόλεως.
Ιδανικά αδιάφοροι, εγκαταλείψαμε την προσοχή μας
Σε κάθε λογής επουσιώδεις περισπασμούς.
Σπαταλήσαμε απερίσκεπτα την περιουσία μας,
Αγοράζοντας και μασουλώντας συνεχώς
Στραγάλια και παστέλια και μαντζούνια!
Είναι, νομίζομεν, περιττό να τονισθή
Ότι απέσχομεν από κάθε σκέψη σχετικής με συστηματικάς δραστηριότητας-
Ή, πόσω μάλλον, με ιπποτικά κατορθώματα
Ή ιδανικούς έρωτες και τα παρόμοια.
Κυρίως ειπείν: απέσχομεν από πάσαν σκέψιν!
Αυτό το άνθος, επομένως, δεν πρέπει νάτανε για μας.
Γιατί, όταν περί το μεσονύκτιον, επιστρέφοντας,
Διερχόμεθα από εκείνον τον ημίφωτο δρομάκο,
Όταν, λέγω, πίσω από τα βαριά παραπετάσματα
Του υψηλοτέρου παραθύρου ενός παμπάλαιου μεγάρου
Πρόβαλε κείνο το αβρό παρθενικό χεράκι
Και μας το επέταξε τρέμοντας,
Εμείς, όλως ανέτοιμοι και αναρμόδιοι ως είμεθα,
Το αρπάξαμε μηχανικά στον αέρα
Και το φάγαμε-
Το άνθος! Καταλαβαίνετε?
Το φάγαμε, το μασουλήσαμε και αυτό,
Με την ίδια ακριβώς ανευθυνότητα
Που όλη τη μέρα μασουλούσαμε
Στραγάλια και παστέλια και μαντζούνια!..
Ώ! ασφαλώς, ασφαλώς!
Αυτό το άνθος δεν πρέπει,
Δεν μπορεί να ήτανε για μας!..
Δεν είμαι παρά απ’ αυτό μόνο που έρχομαι
Κάθε μέρα υπάρχοντας σε κάτι το άλλο
Αυτό που δε θα γίνω ποτέ
Απ’ αυτό είναι που είμαι φτιαγμένος
Απ’ αυτό κι έναν τρόμο
Κι είναι
Σα να ‘χεις ταχυδρομηθεί στο διάστημα
Ένα φτωχό ανόητο μήνυμα
Σκουριασμένος ύπνος
Με τον προβολέα των θέλω
Που διαλύει τα μέταλλα
Γαντζώνει την αγωνία στο μυαλό
Μια πληγή δίπλα σου να την αγγίζεις
Ανάμεσα στα χόρτα και τα τροχοφόρα
Στο αλκοολικό δωμάτιο
Και τα φτηνά βγαλμένα εσώρουχα
Και να παίρνεσαι
Από μαγικά χαμένα ονόματα
Μες σ’ έναν ουρανό γεμάτο τζιν
Με τους αγγέλους του
Να μασουλάν αστέρια
Σύμπαν της κίτρινης σκονισμένης λάμπας
Τώρα που μου χορεύουν
Τώρα που μου φεύγουν
Ο κύριος Ίβνινγκ
Η Εσμεράλδα ο Κουασιμόδος
Τώρα π’ ανοίγουν
Οι τελευταίες καταπακτές
Βγάζοντας νάνους
Κι ηλίθιους κι ουδέτερους
Καθένας τους κι ένας Πιλάτος
Όλοι τους μαχαίρια
Σαπούνια κι αποσμητικά
Ενώ εγώ περπατώ και θυμάμαι
Παρακολουθώ πάντα
Απ’ το απέναντι πεζοδρόμιο
Τον εαυτό μου
Δεν κοιμάμαι
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικο “Η λέξη”, τεύχος 4, Μάιος 1981.
Μέσα μου
έχω αρνηθεί το λόγο μου
έχω κατηγορήσει την ευθύνη μου
έχω ακριβύνει τη συνέχειά μου
έχω σκαλίσει την εμφάνισή μου
έχω καθοδηγήσει το ασυνείδητό μου…
Δήλωση Ιουνίου!
Δεν υπάρχει κάτι άλλο
για να μάθω
αγαπητοί μου…